Είμαι η Μπαζ. Είμαι σπουργίτι. Τσιμπολογάω και φεύγω. Ονειρεύομαι πως είμαι άνθρωπος. Πως δεν θα πεθάνω στα κεραμίδια κάποιο πρωί με το κεφάλι τσακισμένο κατά λάθος στην ποντικοπαγίδα που έστησαν για έναν αρουραίο. Ονειρεύομαι πως κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, αυτά τα μεγάλα πλάσματα ζουν άλλη μοίρα από τη δική μου. Θέλω να τη νοιώθω, να τη γεύομαι. Γίνομαι ένα από αυτά τα πλάσματα, αυτό που κάθεται μπροστά σε εκείνα τα διάφανα εμπόδια του ουρανού και με κοιτάζει. Κι αυτός έρχεται σε μένα. Μου φαίνεται παράξενο που εγώ θέλω να ονειρευτώ τη ζωή του ενώ εκείνος ποθεί να ζήσει τη δική μου. Τη φαντάζεται διαρκώς εναέρια, ηδονίζεται να νοιώθει τον αέρα στο πρόσωπο και την απεραντοσύνη του ουρανού. Τον φαντάζομαι να σπαρταράει με το λαιμό του πιασμένο στη φάκα μετά από κάποια γεμάτη φιλοσοφία βόλτα πάνω από την πόλη. Να τσακίζεται πέφτοντας με φόρα σε κάποιαν από αυτές τις πελώριες κρύες στήλες που αντανακλούν τον ήλιο, σαν ετούτες πίσω από τις οποίες κάθεται. Να κοκαλώνει θαμμένος στο χιόνι. Είναι αστείο. Όσο αστείο θα ήταν να πέθαινα εγώ εκεί μέσα, πάνω από το φωτεινό αντικείμενο προς το οποίο στρέφεται όταν δεν με κοιτάει. Όχι, μου αρκεί να κλείσω τα μάτια και να αφεθώ μέσα του για λίγο μόνο, προτιμότερο να προσέχω τις ποντικοπαγίδες. Η διαφορά μας τότε θα είναι ότι αυτός θα πεθάνει κάτω από τα κεραμίδια κι εγώ από πάνω. Και πως αυτός δεν ξέρει πως να ονειρεύεται. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο ειρωνικό το βρίσκω. Εμείς που μπορούμε να εκτιμήσουμε την τέχνη του ονείρου δεχόμαστε όλο και πιο σπάνια τις επισκέψεις των διάφανων ενώ εκείνοι που δεν ξέρουν να εκτιμήσουν την τύφλα τους, ονειρεύονται καθημερινά. Και το πρωί συνήθως το ξεχνάνε! Είναι, μας λένε συνωμοτικά οι διάφανοι, «ο τρόπος τους να πετάνε». Ψέματα λένε οι διάφανοι. Είμαι βέβαιος ότι στα φίδια θα λένε πως είναι «ο τρόπος τους να σέρνονται» Τα λένε αυτά για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους στους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα νομίζω πως απλά τους διασκεδάζει περισσότερο να κάνουν πλάκα με αυτά τα απροστάτευτα πλάσματα, το παραδέχονται οι περισσότεροι εξάλλου. Ετούτο απέναντι κλείνει σε λίγο τον κύκλο του. Είμαι μέσα του τώρα. Το διαισθάνεται και προσπαθεί να καταλάβει. Είναι απίστευτο το πόσο περίπλοκα σκέφτεται. Αυτό με τρελαίνει με τα όνειρα των ανθρώπων, η τροχιά της σκέψης τους. Θυμάμαι παλιότερα, είχα νοιώσει την καθαρή ηδονή μιας λέαινας τη στιγμή που σκότωνε ένα μικρό αγριογούρουνο. Το μυαλό της ποτίστηκε από απόλυτη χαρά ενώ ρουφούσε το ζεστό αίμα. Έχω νοιώσει το σκίρτημα της αγάπης του σκύλου, τις πολύπλοκες αντιδράσεις των δελφινιών και το ερωτικό κάλεσμα της γάτας. Έχω καταλάβει πολλές ψυχές που ονειρεύτηκα. Και αντίστοιχα, χιλιάδες διαφορετικά πλάσματα κατάλαβαν τη δική μου. Του ανθρώπου είναι βέβαια η πιο παράξενη, αλλά και η πιο απλή ταυτόχρονα. Το δράμα του είναι που δεν μπορεί κατανοήσει καμία διαφορετική ζωή και που ποτέ η σκέψη του δεν είναι ξεκάθαρη. Δεν γνωρίζει να οδηγάει τα όνειρα, δε μπορεί να υποτάξει και να καθοδηγήσει τους διάφανους όπως μπορούμε όλοι εμείς. Κι αυτός είναι ο λόγος που τον προτιμούν. Και ακόμα, μέσα στην απέραντη μοναξιά του είναι τόσο παράλογα κοινωνικό αυτό το πλάσμα που για κάθε του πράξη, σκέψη και κίνηση, υπολογίζει τις συνέπειες και τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων, συνήθως πολλών άλλων ανθρώπων. Πολλές φορές το κάνει ακόμα κι όταν ονειρεύεται, χωρίς να το συνειδητοποιεί. Εγώ τσιμπολογάω και φεύγω. Η οικογένειά μου αριθμεί χιλιάδες μέλη, αλλά δε βρισκόμαστε συχνά. Οι περισσότεροι πρέπει να έχουν πεθάνει. Η ζωή για μένα είναι ταχύτητα. Από παιδιά μαθαίνουμε να προλαβαίνουμε τα περιστέρια και να φυλαγόμαστε από τις ποντικοπαγίδες των κεραμιδιών. Οι πρόγονοί μας μάθαιναν να ξεγελάνε τα γεράκια, αλλά στην πόλη δεν υπάρχουν πια τέτοια πουλιά. Η ζωή για μένα είναι νομαδική και σύντομη. Απλά έτσι είναι. Γι αυτό μου αρέσει να ονειρεύομαι τις ζωές των άλλων. Αν οι φατρίες των λιονταριών, τα κοπάδια των δελφινιών και τα σμήνη των μελισσών με ταξίδεψαν σε άλλους κόσμους, η άγνοια ονείρων, ο διανοητικός λαβύρινθος και η εξωπραγματική κοινωνικότητα των ανθρώπων με έχει συνεπάρει. Έχω παρατηρήσει πως μερικοί, απέναντι σε αυτά τα παράδοξα της ύπαρξής τους αναπτύσσουν άρνηση και απομονώνονται. Ορισμένοι ξεσπάνε επάνω σε άλλους ανθρώπους και κάποιοι φτιάχνουν στο μυαλό τους ιστορίες. Οι διάφανοι τους κάνουν ό,τι θέλουν σε αυτό το θέμα. Κι εκείνοι τρελαίνονται με τις ιστορίες. Τις κρατάνε για τον εαυτό τους, τις πιστεύουν, τις διηγούνται, τις πραγματοποιούν, τις καταγράφουν σε φωτεινά πράγματα σαν κι εκείνο που κοιτάει ετούτος. Δεν έχει σημασία τι κάνουν κατόπιν με αυτές. Φτιάχνουν ιστορίες, αυτό έχει σημασία. Οι περισσότερες δεν είναι σπουδαίες. Άλλες είναι ασυνάρτητες. Κάποιες όμως είναι από αυτές που μου αρέσουν και τις χαίρομαι όταν τις συναντήσω. Καλές ή κακές, με αυτές τις ιστορίες πάντως εκείνοι τρέφουν την κοινωνία τους κι εμείς τα καλύτερα όνειρά μας. Επειδή μάλιστα δεν ξέρουν τι σημαίνουν οι ιστορίες, πολλές φορές νομίζουν ότι εξηγούν τις αποφάσεις της ζωής τους, αν δεν τις προκαλούνε κιόλας. Μου αρέσουν οι άνθρωποι. Η πολυπλοκότητα της σκέψης τους και ο παραλογισμός της ζωής τους είναι η καλύτερη απόλαυση για εμάς. Αυτός που μέσα του είμαι τώρα είναι τυπικό δείγμα. Υπάρχει όμως και κάτι ιδιαίτερο επάνω του. Δεν ξέρω, αλλά μάλλον έχει να κάνει με κάποιο ατύχημα. Δεν υπάρχει μια συνέχεια στις σκέψεις του, κάποιο αποτέλεσμα που ακολουθεί την αιτία, όπως σε άλλους. Νοιώθω πως κατά κάποιο τρόπο καταλαβαίνει πως τον ονειρεύομαι και με ονειρεύεται κι εκείνος. Δεν με ονειρεύεται απλά, θέλει να ζήσει τη ζωή μου, ίσως νομίζει πως τη ζει κιόλας. Νοιώθω ακόμα πως στο πίσω μέρος του μυαλού του συνειδητοποιεί πως μέσα μου φωτοβολούνε οι διάφανοι, ότι τους βλέπει. Αισθάνεται αλλά δεν ξέρει, καταλαβαίνει αλλά δε συνειδητοποιεί πως με ονειρεύεται. Πράγμα που δεν έχω συναντήσει σε άλλον άνθρωπο. Ίσως μπροστά στο τέλος αυτά τα πλάσματα να αντιλαμβάνονται τα όνειρα καλύτερα. Όταν πεθάνω θα’ θελα να γίνω σπουργίτι. Αυτό που με κοιτάζει τόση ώρα από το κλαδί απέναντι. Ένα τίποτα είναι το σπουργίτι. Άρα θα ξέρει να με οδηγήσει στο τίποτα. Είναι παράξενο που κάθεται ακόμα εκεί, συνήθως τα σπουργίτια δεν περιμένουν για πολύ σε ένα μέρος. Θα ήθελα να τσιμπολογάω και να φεύγω. Κάτι τέτοιο κάνω και τώρα εξάλλου. Πριν από λίγο έφυγαν. Η Αριάδνη σήμερα έφερε μαζί της και το γιατρό. Όχι αυτούς τους γιατρούς που με διαβεβαιώνουν πως «όλα καλά», τον δικό μου το γιατρό. Χάρηκα πολύ που τον είδα. Ο γιατρός είναι φίλος μου. Αγαπημένος φίλος. Απορώ που τον είχα ξεχάσει. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήμουν βέβαιος πως είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Πρόδρομος σε όλα του, από το όνομα μέχρι τον θάνατο. Μόλις τον είδα, στο μυαλό μου ήρθαν σκηνές από την κηδεία του. Θυμάμαι ότι ήταν άνοιξη κι ότι είχα συναντήσει εκεί τον Σωκράτη και τον Παναγιώτη, που είχα να τους δω πολλά χρόνια. Είδα και την Αλέκα, τη θυμόμουν κοριτσάκι και τότε είχε, νομίζω δυο είπε, παιδιά στο Λύκειο. Μια χαρά κρατιόνταν όλοι. Εκείνη τη στιγμή όμως τα έδιωξα αυτά από το μυαλό μου για να τον αγκαλιάσω. Ντράπηκα να του πω αμέσως πως ήταν πεθαμένος. Ο γιατρός είναι φίλος μου και τους φίλους μας τους αγαπάμε με τα ελαττώματά τους. Η Αριάδνη έστρωσε το τραπέζι και μας σερβίρισε. Για πρώτη φορά την είδα να μου γεμίζει το ποτήρι με κόκκινο κρασί. Και δεν μου έδωσε χάπια. Πριν καθίσουμε, ο γιατρός ζήτησε να με εξετάσει λίγο. Μου πήρε την πίεση και με ακροάστηκε, κοίταξε και τα μάτια μου. Μετά κάθισε να φάμε και σηκώσαμε τα ποτήρια. -Εις υγείαν, τους είπα. -Γειά σου παππούλη, είπε η Αριάδνη. Ήταν ομορφότερη από ποτέ. -Ε, καλά, εις υγείαν. Μακροπρόθεσμα πάντως είμαστε όλοι νεκροί, τοχει πει ο Κεινς, απάντησε ο γιατρός και τσουγκρίσαμε. Πάντοτε ο ίδιος, με τον χαρούμενο μηδενισμό του. Θυμόμουν που κάποτε τον είχα ρωτήσει γιατί να προσπαθούμε για οτιδήποτε στη ζωή, εφόσον τίποτα δεν έχει νόημα. «Μα, ακριβώς γι αυτό», μου είχε απαντήσει χαμογελώντας. "Αφου τίποτα δεν έχει νόημα από μόνο του, εναπόκειται σε εμάς να το δώσουμε" Πέρασαν μερικά λεπτά σιωπής. -Τι λες λοιπόν; με ρώτησε μετά από λίγο. -Τι λέω; τον ρώτησα κι εγώ. -Τι λες να γίνεις μετά; Κοίταξα την μικρή. Μου χαμογελούσε. Μετά… -Εσύ τι θα ήθελες να γίνεις μετά; της μετέφερα αμήχανα την ερώτηση. Υποψιαζόμουν τι εννοούσε, μα ήθελα να δω τι θα καταλάβαινε εκείνη. -Πυγολαμπίδα, είπε αμέσως. -Γιατί πυγολαμπίδα; -Μα γιατί βγάζει φωτιά από τον πισινό της τη νύχτα παππού! Ξέρεις πολλά πλάσματα που να μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο; είπε γελώντας. Η Αριάδνη μου… -Πρώτη φορά σε ακούω να μιλάς για το χρόνο με τέτοιο τρόπο, είπα στον γιατρό. Συνήθως λέξεις όπως «μετά» τις απέφευγες και δεν τις πίστευες… -Γιατί νομίζεις ότι τώρα τις πιστεύω; Αλλά αυτό, Νικήτα, δε σημαίνει τίποτα. Έτσι δεν είναι; Συνεπώς μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Αφοπλιστικός όπως πάντα. Αυτός ο άνθρωπος είναι το καλύτερό μου όνειρο. Με ταξιδεύει σε κόσμους που δεν είχα φανταστεί και μου δίνει να καταλάβω ανάγλυφα την αγωνία της ράτσας του. Αντί να ονειρεύεται όπως οι υπόλοιποι τα δικά του ζητήματα παραλλαγμένα από τους διάφανους, αυτός βλέπει όνειρα άλλων! Η αλήθεια είναι πως αυτά τα πλάσματα κουβαλούν μια πέτρα στις καρδιές τους. Γυρεύουν να αποδείξουν πως υπάρχει λόγος που έζησαν. Φαντασιώνονται πως ζουν ξένες ζωές και ορισμένοι μάλιστα τις ζούνε με τέτοιο τρόπο που δεν απέχει από πραγματικότητα εντός τους. Ζουν σα να ήταν άλλοι, αλλά δεν είχα ως τώρα δει κάποιον που να ονειρεύεται σαν άλλος. Για μένα η κατάσταση είναι διασκεδαστική μια που γνωρίζω πως νόημα υπάρχει στο ψίχουλο όπως υπάρχει και στο κρύο σίδερο της φάκας, αλλά είναι γνώρισμα τρέλας να αναρωτιέται κανείς για το νόημα στη ζωή του. Όλοι οι άνθρωποι σκέφτονται έτσι παράξενα, αλλά ετούτος είναι πραγματικά χαμένος σε λαβύρινθο. Γυρεύει, λέει, την πόρτα. Μονάχος του έχει δημιουργήσει τα τοιχώματα, τις εισόδους, τους διαδρόμους, ακόμα και ένα κορίτσι που το ονομάζει πλοηγό. Έχει δώσει ρόλους στα όνειρά του, έχει ζωγραφίσει τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του έτσι που να ταιριάζουν στις ιστορίες του. Έχει ιχνογραφήσει κόσμους που θα υπάρξουν, ή που υπήρξαν κάποτε απαρατήρητοι. Θεωρεί πως οι σκέψεις του είναι υπάρξεις, πως τα πράγματα δημιουργούνται με αυτές. Δημιουργεί ενώ πιστεύει πως η δημιουργία είναι άσκοπη και δεν αντιλαμβάνεται πως αν η λογική του επεκταθεί στον ίδιο τον εαυτό του, τότε και όλα όσα τριγυρνάνε στο μυαλό του είναι κατασκευές χωρίς σκοπό. Κι επειδή δεν το αντιλαμβάνεται, τους δίνει σκοπό. Να κάτι που μόνο οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν. Καταλαβαίνει πως πλησιάζει το τέλος του και επειδή δε βρίσκει το νόημα που γυρεύει, έχει επινοήσει τον ίδιο του τον εαυτό σε δεκάδες εκδοχές κι έχει δώσει ένα προσωπικό νόημα σε καθεμία. Δεν καταλαβαίνει τι ενώνει τα ονειρά του. Θα του το ψιθυρίσω, αν και κάθε ανθρωπος το ξέρει απο παιδί: έρως και θανατος κύριε, να από τι αποτελείται η σκέψη σου κι όλες οι ιστορίες που ονειρεύτηκες. Ενσαρκώνει τον πόνο που νοιώθει σε άλλα πρόσωπα. Προσωποποιεί τη λαγνεία του, πλάθει ιστορίες σαν να ήταν όλοι οι άλλοι αυτός, μιλάει για τον θάνατο τρίτων προσπαθώντας να εξηγήσει τον δικό του. Η αδυναμία του να θυμάται αυτά που σκέφτεται μετά από κάμποση ώρα, τον οδηγεί να ονειρεύεται ιστορίες διαφορετικές, αλλά μέσα σε ένα παράξενο κοινό πλαίσιο που φτιάχνει την ίδια εκείνη ώρα, αυτοσχεδιάζοντας. Η ενότητα των συνειρμών του έχει διαρραγεί και η άμυνά του στην αποσύνθεση της σκέψης που προηγείται αυτής που θα συμβεί σε λίγο στο σώμα του, είναι το όνειρο που βιώνει ξυπνητός. Όμως, παρότι μπορεί να δει τους διάφανους, δεν καταλαβαίνει πως ονειρεύεται–η μπορεί και να το καταλαβαίνει με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Θεωρεί πως ο προορισμός του στη ζωή δεν αφορά το δικό του βίο, αλλά τον εντοπισμό των λεπτομερειών που πέρασαν απαρατήρητες ενώ είχαν σημασία, από τις ζωές δεκάδων διαφορετικών κι αταίριαστων πλασμάτων που ονειρεύεται. Νομίζει πως σκοπός της ζωής τους είναι να ξαναγεννηθούν σαν ιστορίες, ότι μέσα από αυτές θα ενωθεί κι εκείνος, που κρατάει το ρόλο του αφηγητή, με κάποιο συμπαντικό υπερ-πρόσωπο. Το οποίο επειδή δεν μπορεί να το προσδιορίσει σαν θεό μια που δεν πίστεψε σε θεούς, το αναλύει σε λόγο. Έχει ζωγραφίσει σαν βοηθό και οδηγό του σε αυτό το εγχείρημα μια νεαρή κοπέλα. Αυτή του δείχνει το δρόμο στις δαιδαλώδεις στοές των ιδεών του, γύρω της περιστρέφεται η σκέψη του κι όσα ονειρεύεται τα βλέπει ως παρακαταθήκη και κληρονομιά του προς εκείνη. Την ζωγραφίζει για να υπάρξει. Νοιώθω τον ερεθισμό της δημιουργίας που γεννάει η σκέψη στο υπογάστριό του, παράξενα ανακατεμένο με την τρυφερότητα των πατρικών συναισθημάτων. Θέλει να γεννήσει τον έρωτά του και να πεθάνει κοιτώντας τον. Πόσο μπερδεμένος είναι. Μα και πόσο γοητευτικοί οι κόσμοι που με ταξίδεψε με τα απίθανα διλήμματά τους. Είναι σίγουρος πως θα γίνει σπουργίτι σε λίγο, ενώ το ίδιο σίγουρος είναι πως δεν θα γίνει τίποτα γιατί δεν υπάρχει τίποτα να γίνει. Τον ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο. Όχι για τη ζωή που έζησε, αλλά γιατί η πέτρα που κουβαλάει δεν έχει εξοντώσει το μυαλό του, η επίγνωση του τίποτα δεν τον εμποδίζει να ονειρεύεται. Κι έτσι να γονιμοποιεί την ανυπαρξία. Θα του κάνω ένα δώρο για όσα μου έδειξε. Θα τον πάω μια βόλτα, να του δείξω κι εγώ το νόημα των πραγμάτων που δεν χρειάζονται νόημα για να υπάρξουν, ούτε για να μην υπάρχουν πια. Χαίρομαι που ήρθε να με πάρει. Το ζήλευα πάντα το σπουργίτι. Όχι μόνο για τη ζωή που ζει, αλλά γιατί θα τελειώσει πάνω στα κεραμίδια ενώ εγώ από κάτω τους. Δεν είναι ότι θέλω να πετάξω μαζί του κι από ψηλά να ατενίζω τα εγκόσμια, αυτός ο κοινότοπος ρομαντισμός ποτέ δε με συγκίνησε. Είναι που θέλω να τσιμπολογάω μαζί του και να φεύγω. Και είναι, βέβαια, η αδυναμία του να ζήσει αλλιώς και να πεθάνει διαφορετικά. Αδυναμία ή δύναμη; Το ίδιο κάνει νομίζω. -Τι λες λοιπόν; με ξαναρώτησε ο γιατρός. Αχ βρε γιατρέ, φαίνεται πως ο θάνατος επηρεάζει επίσης τη μνήμη. Γιατί θυμάμαι πολύ καλά πως αυτό το θέμα το είχαμε συζητήσει όταν ζούσες. Θυμάμαι που εσύ ήθελες να γίνεις χαμαιλέοντας, για να μπορείς όπως μου είπες να ακολουθείς τη γύρω σου φύση χωρίς την ενοχή που προσδίδουν οι άνθρωποι στην παραλλαγή. Και τότε στο είχα πει κι εγώ πως ήθελα να γίνω σπουργίτι. Ωστόσο του απάντησα και πάλι: -Λέω σπουργίτι. -Μάλιστα, είπε εκείνος. Είμαστε μια όμορφη παρέα που αποτελείται από ένα σπουργίτι, έναν χαμαιλέοντα και μια πυγολαμπίδα που ονειρεύονται πως είναι άνθρωποι. Είναι περιττό φαντάζομαι να σου υπενθυμίσω πως ποτέ δε μας ενόχλησε που ξέραμε ότι τα παραμύθια μας ήταν παραμύθια, έτσι; -Θυμάσαι λοιπόν… παρατήρησα. -Η επιλεκτική μνήμη είναι δικό σου χαρακτηριστικό και μάλιστα τελευταίας εσοδείας Νικήτα, είπε. -Τι σημαίνουν όλα αυτά Πρόδρομε; -Μα τι ανόητη ερώτηση! Προφανώς τίποτα! -Αυτά τα λέγαμε παιδιά. Τώρα πιστεύεις πως είχαμε δίκιο; Πιστεύεις στο τίποτα ακόμα; Κανένα νόημα δε βρίσκεις πουθενά; -Το νόημα… Η σημασία των πραγμάτων. Μοιάζεις με άλλον, μα είσαι ίδιος μέσα σου μωρέ Νικήτα, ίδιος όπως τότε, θυμάσαι; Τότε που καθόμασταν απέναντι καπνίζοντας και πίνοντας κι αναρωτιόμασταν ώρες ολόκληρες για τις σημασίες όσων ζούσαμε, ψάχναμε τις κρυμμένες τους αναλογίες. Τότε που βρίσκαμε τη μορφή πίσω από την εκδήλωσή της, την αιώνια μορφή πίσω από την στιγμιαία της υλοποίηση. Που κάναμε τον ανύπαρκτο θεό όχι μόνο να υπάρξει, αλλά να γελάσει μαζί μας που του ιστορούσαμε τα σχέδιά μας, Τα θυμάσαι; -Θυμάμαι γιατρέ. -Κι εγώ θυμάμαι. Η μνήμη Νικήτα, η μνήμη των πραγμάτων είναι η ουσία τους και το διαβατήριό τους στο χρόνο. -Αν είναι έτσι Πρόδρομε, εγώ έχω χάσει το διαβατήριό μου εδώ και κάμποσο καιρό. Δεν θυμάμαι τα καινούργια πράγματα. Δε θυμάμαι πως βρέθηκα εδώ πέρα και σε λίγο δε θα θυμάμαι ούτε αυτή μας την κουβέντα. Και το χειρότερο, νομίζω πως δε με θυμάται πια κανείς πέρα απο σας εδώ. Η Αριάδνη έπιασε τότε το χέρι μου και το κράτησε στα δικά της. Οι παλάμες της ήταν ζεστές και ελαφρά ιδρωμένες. -Όχι παππού, είπε. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Η μνήμη σου δεν έχει χαθεί, είναι η συνέχειά της που έχει σπάσει. Αλλά σκέψου ποιά τύχη φέρνει στο μυαλό η κατάλυση αυτής της τυραννίας, η ρήξη της ενότητας του κόσμου και η αποσύνθεσή του σε κομμάτια άτακτα ριγμένα στις φουρτούνες της σκέψης. Αυτά τα κομμάτια μπορούν τώρα να ταιριάξουν ξανά με νέους τρόπους, τέτοιους που δεν θα σκεφτόταν κανείς αν η μνήμη επέμενε να αναζητά τις παλιές, γραμμικές τους συνδέσεις. Σκέψου πως τίποτα από όσα επλασες τις τελευταίες μέρες δεν θα είχε γεννηθεί, αν η ροή του συνειρμού σου ακολουθούσε τους κανόνες της συνέχειας, αν κάθε αιτία οδηγούσε σε κάποιο αυστηρά εξαρτημένο αποτέλεσμα. Τότε η αγωνία γι αυτό που θα κάνεις σε λίγο, δεν θα σε άφηναν να σκαλίσεις την πέτρα του τίποτα. Κανένα όνειρο δεν θα κατέγραφες στο τετραδιό σου, γιατι δε θα μπορούσες να βιώσεις την ιστορία των άλλων ενόσω η δική σου θα τελείωνε. Ούτε ο γιατρός θα ήταν τώρα εδώ, ούτε κι εμένα θα με είχες γεννήσει… -Αυτό που θα κάνω σε λίγο… Δεν θα σε είχα γεννήσει… Τι εννοείς; Ένοιωσα να ανατριχιάζω -Αυτό θα μου το μάθεις εσύ παππού. Τι εννοώ εσύ το ξέρεις καλύτερα. Εγώ είμαι εδώ για να σου δείξω το δρόμο, είπε και μου χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Ε λοιπόν, ιδού! Και μου έδειξε προς το παράθυρο, όπου το μετέωρο φως δυνάμωνε. Ο Πρόδρομος παρακολουθούσε βαριεστημένος. -Τι λες Νικήτα; Πάμε να παίξουμε με τα σπουργίτια, τις πυγολαμπίδες και τους χαμαιλέοντες που δεν υπάρχουν; Είδα πίσω του τα παράξενα φώτα να έχουν σχηματίσει κάτι σαν φωτεινή δίνη, σαν μια άσπρη τρύπα μπροστά στο παράθυρο. Το πελώριο πεύκο σα να σειόταν από έναν χρωματικό σεισμό σε τόνους του κίτρινου και του μπλέ. Κάτω στο δρόμο, ένας οδοκαθαριστής έσβησε το αποτσίγαρο κι άρχισε να μαζεύει τις πεσμένες πευκοβελόνες. Είναι, νομίζω, ο καιρός μου να αφήσω ήσυχους τους άλλους και να ξαναγίνω εγώ. -Άντε ρε δόκτορα, πάμε. Έχεις κανένα τσιγάρο για το δρόμο; Μου έκλεισε το μάτι με σημασία. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να φορέσω άνετα παπούτσια γιατί πάντα ο γιατρός περπατούσε πάρα πολύ. Γι αυτό και τον φώναζα πειραχτικά Ποδαρόδρομο. Σαν να κατάλαβε όμως τη σκέψη μου, είπε: -Αυτή τη φορά Νικήτα ο δρόμος θα μας πάει. Είμαι η Μπαζ. Μέσα μου αγωνίζονται οι διάφανοι κι εγώ τους κατευθύνω. Τους δίνω την ενέργεια κι εκείνοι δημιουργούνε όνειρα από το φως. Δεν θα μπορούσα να βιώσω τον άλλον χωρίς αυτούς, δε θα μπορούσα χωρίς τα όνειρα να νοιώσω λιοντάρι, δελφίνι, άνθρωπος. Σε λίγο ξέρω πως θα ξυπνήσω και θα γυρεύω πάλι να τσιμπολογήσω κάποιο ψίχουλο, να βρω υπόστεγο για να προφυλαχτώ από το χιόνι, να ετοιμάσω τη φωλιά για τα παιδιά μου. Σε αυτό το διάστημα έξω από το χρόνο, είμαι όλα τα πλάσματα που τις ψυχές τους μπόρεσα να καταλάβω, όλες οι ιστορίες που γράφτηκαν για να διασχίσω, σε κάθε εποχή. Είμαι αυτός εκεί ο άνθρωπος που έχει γείρει το κεφάλι πάνω στο θολό φως κι είμαι το ίδιο το φως που τον λούζει. Όταν ξυπνήσω οι διάφανοι θα αρχίσουν πάλι να διεκδικούν τη νίκη, να επιχειρηματολογούν για την απονομή της χάριτος στη δομή μιας ιστορίας με αρχή μέση και τέλος ή στο παράλογο και αποσπασματικό. Μα εγώ, και κάθε πλάσμα της ύλης εκτός από τους ανθρώπους, δεν δίνουμε σημασία στις αντιδικίες τους παρά χαιρόμαστε που τις έχουν. Γιατι μας κάνουν να καταλαβαίνουμε τους άλλους. Κι όσες ζωές κατάλαβες τόσες ζωές θα ζήσεις. Το ξέρουμε πως όσο και να τσακώνονται οι ονειρευτές, είναι ο αγώνας τους που φτιάχνει τα καλύτερα όνειρα. Εκείνοι, πέρα από τον χρόνο και την ύλη, είναι αιώνια παιδιά που παίζουν τα παιχνίδια τους μαζί μας. Προτιμάνε τους ανθρώπους γιατί δεν τους αντιστέκονται, γιατί ο λαβύρινθος του κεφαλιού τους δίνει στους διάφανους χιλιάδες μέρη να κρυφτούν και να τρομάξουν τους εξερευνητές των λαβυρίνθων. Εμένα όμως δεν με ξεγελούνε. Ξέρω πως όλα αυτά που ζω είναι όνειρα, πως δεν είμαι άνθρωπος ή πελαργός, αλλά μπορώ να κατανοήσω και τους δυό δια μέσου αυτής της διαδσικασίας. Ξέρω ότι σε λίγο θα επιστρέψω, θα ξυπνήσω, πως τίποτα από όσα έζησα δεν υπήρξε δικό μου. Όμως αισθάνομαι σαν όλα να τα έζησα πραγματικά εγώ, γιατί αυτό που αισθάνομαι είναι και το μόνο που πραγματικά υπάρχει για μένα. Κι επειδή το ξέρω, τα απολαμβάνω ακόμα περισσότερο. Σήμερα νοιώθω πως δεν θα επιστρέψω μόνη όπως τις άλλες φορές, νοιώθω μέσα μου το τρεμούλιασμα μιας ψυχής που ονειρευόταν, μα δεν το ήξερε. Ίσως η άγνοια της είναι που γεννάει το νόημα, αυτό που η δική μου γνώση εμποδίζει να καταλάβω. Ίσως έτσι να ορίζεται το παράλογο, μπορεί να είναι τέτοια η λογική του κόσμου. Χαίρομαι όμως που με συντροφεύει, χαίρομαι που της δίνω υπόσταση με το να σκέπτομαι πως είναι μέσα μου και την παρακινώ να με ταξιδεύει στα όνειρα άλλων. ~ Στο δέντρο είχαν τώρα συγκεντρωθεί πια τόσοι πολλοί διάφανοι που οι ρυθμιστές του καιρού δεν κατάφεραν να διατηρήσουν σταθερό το ηλεκτρικό πεδίο. Έτσι έφτιαξαν μια τοπική καταιγίδα για να ισορροπήσουν τη συγκεντρωμένη ενέργεια. Η Μπαζ ευχαρίστησε τον Άλανταρ και τον Πελίνο κι έφυγε γρήγορα να βρει κάποιο μέρος να προφυλαχτεί. Οι άνθρωποι από κάτω μπήκαν στα γρήγορα στα μαγαζιά, ο οδοκαθαριστής κρύφτηκε στην κόχη της εισόδου ενός δίπατου σπιτιού και τα τζιτζίκια πιάστηκαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν στο πεύκο να μην τα πάρει ο αέρας. Το χρώμα στο δέντρο ήταν λευκό, σημάδι έντονης διχογνωμίας. Ο Μπέλβερ, μετέωρος μπροστά από το πεύκο, φωτοβολούσε εκτυφλωτικά. -Λοιπόν, άκρη δε βγάζουμε έτσι και βαρέθηκα. Αποφασίστε οι δυό σας ποιος θα αναλάβει τα καθήκοντά μου. Φεύγω σήμερα κιόλας, είπε στους μονομάχους. Ο Άλανταρ κι ο Πελίνο κοιτάχτηκαν για λίγο και τελικά ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. -Ε, τι γελάτε; ρώτησε ο Μπέλβερ. -Νομίζω πως η τοπική καθοδήγηση δεν έχει νόημα και άρα δε χρειάζεται αντικαταστάτης σου, είπε εύθυμα ο Πελίνο. -Εγώ βέβαια, νομίζω πως έχει, είπε ο Αλανταρ με κοροϊδευτικό τόνο. -Κατάλαβα…είπε ο Μπέλβερ. Προσέξτε μόνο μην τρελάνετε κανέναν μ’ αυτό τον τσακωμό σας. Ακολουθεί: Επίλογος
Ζω, δηλαδή είμαι άλλος: Το διπλό όνειρο
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
4.5.09
3
Aπαντήσεις
Eνότητα: Ιστορίες που θαθελα ν αρέσουν σε ανθρώπους που ξέρω, Ιστορίες του κ.Νικήτα, Χάρτες
Κέντρωνας 3 - Το φως που χορεύει
Είδε έναν καλοντυμένο κύριο με ακριβό κοστούμι να του λέει: -Τα έχω φροντίσει όλα. Το μόνο που θα έχεις να κάνεις εσύ είναι να τραβήξεις το κορδόνι. Αύριο το πρωί 100.000 δολάρια θα έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό της οικογένειάς σου. Ο μουλάς Αχμέτ θα μακαρίζει το όνομά σου όλο το χρόνο μαζί με τα ονόματα των ηρώων σας. Μόνο αυτό έχεις να κάνεις, όλα τα άλλα είναι δικιά μου υπόθεση. -Μα πως θα μπούμε μέσα χωρίς να μας ελέγξουν; ρώτησε ο Δαυίδ, που τώρα λεγόταν Ζαντίγκ. -Σου είπα, αυτό είναι δική μου δουλειά. Είναι ένα τσούρμο ξιπασμένων γέρων πλούσιων που κατά βάθος θα ήθελαν να τελειώσουν την άχρηστη ζωή τους ένδοξα. Να το ξέρεις, χάρη θα τους κάνεις. Εγώ πάλι έχω τους δικούς μου λόγους, που αφορούν μόνο εμένα. Θα είσαι ο βοηθός μου, μην ανησυχείς καθόλου γι αυτό, απλά φόρεσε το κοστούμι που σου έφερα, απάντησε ο σερ Τζων. Το επόμενο βράδυ ο Ζαντίγκ ζωσμένος με πλαστικά εκρηκτικά τελευταίας γενιάς, πολύ μικρά και πολλαπλά αποτελεσματικά, και ντυμένος με ένα άψογο σμόκιν, συνόδευε τον σερ Τζων στο ξενοδοχείο όπου δινόταν το κοκτέιλ. Κολλημένος πίσω από τον άγγλο, ο Ζαντίγκ ίδρωνε και χάιδευε το κορδόνι. Πράγματι, κανένας δεν τον έλεγξε παρότι υπήρχε ασφάλεια στο κτίριο και έλεγχε αρκετά πρόσωπα. Όλοι παραμέρισαν για να περάσει ο σερ Τζων κι εκείνος μαζί του. Πέρασαν στο ασανσέρ και ανέβηκαν στον 25ο όροφο. -Θα περιμένεις έξι λεπτά και θα πυροδοτήσεις, είπε ο αριστοκράτης. Θέλω να απομακρυνθώ πρώτα, εντάξει; -Εντάξει. Βγήκαν στο χώρο του πάρτι. Δεκάδες ηλικιωμένοι πλούσιοι έπιναν σαμπάνιες και μιλούσαν υπό τους ήχους της τζαζ. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 60 χρόνια. Τα ρούχα και τα κοσμήματα που φορούσαν, ήταν μια κλασσική επίδειξη πλούτου. Η χλιδή στην αίθουσα ανάλογη. Ο Ζαντίγκ στάθηκε σε μια γωνιά, ήπιε μια γουλιά από τη σαμπάνια που του προσέφεραν. Ένα λεπτό. Σε λίγο, σκεφτόταν, όλοι αυτοί οι ξιπασμένοι θα είναι νεκροί. Κι εγώ δοξασμένος. Και η οικογένειά μου θα ζήσει καλά. Δύο λεπτά. Φοβάμαι το θάνατο. Έζησα όμως όμορφα. Αλίμονο στα αδέρφια μου που υποφέρουν στην πατρίδα. Εγώ τουλάχιστον αν και ξενιτεμένος υπέφερα λιγότερο. Τρία λεπτά. Τον πλησίασε μια νέα κοπέλα. Σερβιτόρα. Ξανθιά. Τυπική αμερικάνα, σκεφτόταν. Του χαμογέλασε και του προσέφερε ποτό. Πήρε το δεύτερο ποτήρι σαμπάνια. Ωραία γυναίκα. Αμερικάνα. Τι σημασία είχε; Τι σημασία είχε οτιδήποτε πια; Τέσσερα λεπτά. Στην αίθουσα πρέπει να υπήρχαν τώρα σχεδόν 50 άνθρωποι. Μόνο με το ρολόι ενός οποιουδήποτε, ο Ζαντίγκ υπολόγιζε ότι θα μπορούσε να περάσει 10 χρόνια οικονομικής ξεγνοιασιάς στην πατρίδα του -αν φυσικά δεν πέθαινε στο μεταξύ απο καμιά βόμβα. Άδικο, ήταν άδικο. Κι αυτοί χαχάνιζαν σχολιάζοντας κοινούς γνωστούς, μάρκες αυτοκινήτων, καπρίτσια διασήμων φίλων τους. Όλος ο κόσμος τους αυτό το σαλόνι. Πέντε λεπτά.Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει αν ήταν φόβος, ηδονή, δισταγμός η φανατισμός αυτό που επικρατούσε μέσα του. Έξω του πάντως επικρατούσε ο ιδρώτας. Είχε γίνει μούσκεμα. Ήπιε τη δεύτερη σαμπάνια μονορούφι κι άφησε το ποτήρι στον πάγκο. Άναψε τσιγάρο. Ξεκούμπωσε το σακάκι. 30 δευτερόλεπτα. Μήπως όλα αυτά είναι άσκοπα; Μήπως δεν υπάρχει τίποτα μετά; Μήπως όλα είναι ένα πελώριο ψέμα; Ένα παιχνίδι ενός κακού δημιουργού; Μήπως δεν υπάρχει κανένας δημιουργός; Μήπως είναι τυχαίο; Γιατί να ζεις; Γιατί να ζεις έτσι; Γελούσαν όλοι. Όλοι. Και του φαινόταν πως τον κοιτούσαν κιόλας. Πως του έριχναν λοξές ματιές, γεμάτες κάποια σημασία που μόνο οι ίδιοι καταλάβαιναν. Ίσως επειδή ήταν ο πιο νέος εκεί μέσα, ίσως επειδή τα χαρακτηριστικά του ήταν αραβικά. Πλούσιοι. Θα πεθάνετε. Δόξα στο Θεό. Δώσε μου τη δύναμη. -Αλλάχ ακμπάρ....ούρλιαξε ο Ζαντίγκ και τράβηξε με δύναμη το κορδόνι. Σιωπή. Ένα δευτερόλεπτο. Δυο. Τρία. Χειροκρότημα. Κι άλλο. Κι άλλο. Γέλια. Καγχασμοί. Πολλά χειροκροτήματα. Όλοι είχαν στραφεί και τον χειροκροτούσαν γελώντας. -Μπραβό, μπραβό, φώναξε κάποιος με λευκή γενειάδα που φαινόταν γάλλος. Ο Ζαντίγκ τους κοιτούσε άφωνος. Από την πόρτα εισόδου μπήκε τότε ο σερ Τζων χειροκροτώντας κι αυτός. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του και του γέλασε. -Αγαπητέ ήσουν θαυμάσιος. Πραγματικά θαυμάσιος. Άξιζαν τα χρήματα που πήρες. Συγχαρητήρια. -Μα...τι συμβαίνει... ψέλλισε ο Ζαντίγκ ενώ ακόμα ακούγονταν σποραδικά χειροκροτήματα. -Ω, μα τίποτε τρομερό! Με αφορμή την πρόσφατη έκρηξη στην Ιερουσαλήμ, η λέσχη μας ήθελε να δει από κοντά έναν καμικάζι. Θέλαμε να μυρίσουμε τον ιδρώτα του και να δούμε αν θα αντέξει να πυροδοτήσει τα εκρηκτικά. Να τον κοιτάμε στα μάτια. Θέλαμε να νοιώσουμε αυτό το συναίσθημα που κάνει κάποιον να γίνει κινητή βόμβα. Ένα πείραμα, αν θέλεις. Η συγκέντρωση της αμοιβής σου ήταν απλή υπόθεση. Μπορείς φυσικά να την κρατήσεις. Εξάλλου μερικοί στοιχημάτισαν αν θα τραβούσες το κορδόνι ή αν θα το μετάνιωνες την τελευταία στιγμή. Βλέπεις Ζαντίγκ, τα χρήματα που κέρδισαν μερικοί εδώ μέσα σήμερα, είναι πολλά περισσότερα από αυτά που πήρες. Με το καλό αγαπητέ! Χαίρομαι πραγματικά που σε επέλεξα, με έβγαλες ασπροπρόσωπο. Ο Ζαντίγκ ένοιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Το χαμόγελό του από ηλίθιο έγινε παρανοϊκό. -Πολύ ωραία σερ Τζων, είπε. Εξαίρετο κόλπο. Σας ευχαριστώ πολύ. Ο σερ Τζων τον χτύπησε στον ώμο και γύρισε να μιλήσει με κάποιους. -Μόνο που... είπε ο Ζαντίγκ. Ο βρετανός γύρισε πάλι προς το μέρος του.-Ναι; -Μόνο που παραβλέψατε κάτι αγαπητέ. -Παρακαλώ; είπε ο σερ Τζων παραξενεμένος.-Ναι, λέω παραβλέψατε ότι δεν έχω μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτά τα μοντέρνα εκρηκτικά. Κοιτάξτε… Και ο Ζαντίγκ άνοιξε διάπλατα το σακάκι του. Ο σερ Τζων πρόφτασε να δει το μασούρι της δυναμίτιδας γύρω στη μέση του. Από πάνω ακριβώς, στο ύψος του στομαχιού, ήταν κολλημένο με ταινία το μικρό δεματάκι με το απενεργοποιημένο πλαστικό εκρηκτικό. -Εσείς τι ακριβώς είχατε στοιχηματίσει σερ Τζων; ρώτησε ο Ζαντίγκ τραβώντας το δεύτερο κορδόνι με ένα σατανικό γέλιο. Και ο Ζερόμ, που στο ξύπνιο του ήταν πιλότος της πολεμικής αεροπορίας του Ισραήλ, πεταγόταν σοκαρισμένος από το κρεβάτι ενώ ο ονειρευτής έβγαινε απαλά από μέσα του. Ο πιλότος ανακάθισε και κράτησε το κεφάλι με τα δύο του χέρια. Την επόμενη μέρα ήξερε ήδη ότι θα του ανέθεταν έναν ακόμα βομβαρδισμό στη Δ. Όχθη. Σηκώθηκε, είδε το ρολόι που έλεγε 4 το πρωί, πήγε στο σαλόνι, άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στην πολυθρόνα του συλλογισμένος. -Αυτό είναι λάθος για μένα, είπε ο Αλαντάρ. Να συγκινείται κανείς μονάχα όταν τα δικά του πρόσωπα εμπλέκονται σε πόλεμο. -Όμως αυτό είναι κοινό στοιχείο όλων των έμβιων όντων Αλαντάρ, παρατήρησε ο Πελίνο. Ούτε καν μόνο των ατελών ανθρώπων. Όλων. Οπότε τι λάθος είναι αυτό που χαρακτηρίζει το σύνολο της ζωής; Και τώρα τι κατάφερες ; Αναστάτωσες έναν πιλότο. Απλά αυτό έκανες. Γιατί ξέρουμε από την ιστορία ότι οι αποφάσεις της κυβέρνησης δεν άλλαξαν. -Κάνεις μεγάλο λάθος. Μπορεί οι αποφάσεις να μην άλλαξαν, θυμάσαι όμως την άρνηση 14 Ισραηλινών πιλότων να ξανακάνουν επιχειρήσεις εναντίον αμάχων; Ο Ζερόμ την επανέλαβε. Όχι μόνο άλλαξε κάτι λοιπόν, αλλά όλη η στάση ζωής του έτσι; Παραδέξου ότι του έδωσα μια γερή μπουνιά στο στομάχι, ότι έγινε άλλος άνθρωπος. -Αλανταρ αυτή η άρνηση θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς. Αφού κινούμαστε εκτός χρόνου, δεν έχει νόημα να αποδίδουμε στις δικές μας ενέργειες τα γεγονότα, έτσι δεν είναι; Εκτός κι αν κολακεύει τον εγωισμό μας... -Τώρα κι αν είσαι άδικος. Το ίδιο μπορούσα να πω κι εγώ πριν για τον αρχαιολόγο σου. Ασφαλώς και όσα συμβαίνουν τα ξέρουμε. Παρ’ όλα αυτά παίζουμε κι εμείς έναν μικρό ρόλο στην τέλεσή τους. Τη νοηματοδοτούμε εκ των υστέρων. Αλλά δεν τα ξέρεις αυτά Πελίνο, τώρα θα τα μάθεις; Να σου πω κάτι όμως. Ακόμα κι αν δεν συνέβαινε η άρνηση, η τέχνη δεν είναι αναγκαίο να παράγει αποτέλεσμα. Η τέχνη απλά υπάρχει. Η αξία της έγκειται στο ότι είναι πρακτικά άχρηστη και στόχο έχει την αισθητική απόλαυση, παρά στα αποτελέσματα που παράγει. -Το παραδέχομαι, εντάξει. Αν και άκουσες πιστεύω τον Μπέλβερ, θα ζητήσουν να τους πούμε και τις πιθανές παρενέργειες των ιστοριών μας. Νομίζω πάντως ότι και η απόλαυση είναι αποτέλεσμα, έστω κι αν δεν είναι χρηστικό. Και επιμένω ότι αυτό που χαρακτηρίζεις λάθος, είναι κανόνας της έμβιας ύλης. -Δε με νοιάζει να διηγηθώ αποτελέσματα Πελίνο. Ανεξάρτητα από τον αγώνα, εμένα με ενδιαφέρει να δώσω σε εσένα να καταλάβεις. Εσύ είσαι ο φίλος μου, ο αγώνας δεν με πολυενδιαφέρει. Κι αυτό που λες κανόνα εμάς δεν μας χαρακτηρίζει. -Άλλο εμείς βρε Αλανταρ. Εμείς είμαστε φασματικοί. Δε βιώνουμε τους θανάτους με τον τρόπο που τους βιώνουν όσοι ζουν στην ύλη. Ούτε ακολουθούμε το χρόνο προς μια κατεύθυνση, όπως εκείνοι. Εσύ χρησιμοποίησες τον θάνατο για να «νοηματοδοτήσεις» όπως λες. Το βρίσκω αντιφατικό να χρησιμοποιείς την απουσία νοήματος για να ερμηνεύσεις τι είναι αυτό που λείπει. Και ποια ήταν δηλαδή η διαφορά από τους εφιάλτες μου, ότι προκάλεσες συγκίνηση παράλληλα με τον τρόμο; -Πες το κι έτσι. -Πάντα ο θάνατος σοκάρει τους ανθρώπους Αλανταρ. Πως θα σου φανεί αν εγώ χρησιμοποιήσω το νόημα της αγάπης ως πηγή έμπνευσης; Κι αν το αναζητήσω μέσα σε μια μελιτζανοσαλάτα; Θα το αποδεχτείς ως τέχνη άραγε; -Να δω και θα σου πω. Πάντως έτσι όπως το λες μου φαίνεται ακόμα πιο κοινότοπο. Η λαγνεία είναι εξ ορισμού θνησιγενής και πάντα τα πράγματα που γεννιούνται για να τελειώσουν τους ερεθίζουν. Η θλίψη ξεγεννάει τη δημιουργία, ενώ τη χαρά απλά τη ζει κανείς. -Εντάξει. Ας δούμε λοιπόν. Πάμε μια βόλτα στη Νέα Υορκη; Όταν ο Αλαν ξύπνησε, δε θυμόταν ακριβώς το όνειρο. Θυμήθηκε όμως να την ξυπνήσει με φιλιά. Ήταν φοιτήτριά του. Όχι η μόνη φοιτήτριά του που πόθησε ποτέ, ούτε η μόνη που πήρε στο κρεβάτι του. Μόνο που δεν ήταν αστροφυσικός αλλά αρχιτέκτονας και ζωγράφος. Η κοπέλα του είχε φέρει το σκαρίφημα ενός πίνακά της για συμβουλές, πριν λίγες μέρες. Ήταν σουρεαλιστικός. Δεκάδες ανθρωπάκια σε μια παράξενη διαδήλωση. Άλλοι κρατούσαν ψάρια, άλλοι ανέμιζαν κροταλίες, άλλοι χτυπούσαν χταπόδια σαν τύμπανα, ένα σε κάθε χέρι, μια γυναίκα με άσπρο νυχτικό χόρευε. Στην μέση μια ομάδα ύψωνε μια τεράστια σημαία. Πάνω στη σημαία που έπιανε αρκετά μεγάλο τμήμα του πίνακα, ένας μικρός πορτοκαλί ιπποπόταμος έσπρωχνε μια γαζέλα βοηθώντας τη να βγει από το νερό, απ’ όπου ξεπρόβαλε το σαγόνι ενός κροκόδειλου. Ο ιπποπόταμος ήταν το χθεσινό καινούργιο της πρόσωπο στην πινακοθήκη των παραδόξων -και ήταν δική του ιδέα. Αυτό που δεν είχαν καταλήξει ήταν τι χρώμα θα έπρεπε να έχει το φόντο της σημαίας. Εκείνη έλεγε κόκκινη, εκείνος κρατούσε επιφύλαξη για το αισθητικό αποτέλεσμα με τον πορτοκαλί ιπποπόταμο και σκεφτόταν το μαύρο. Πάνω σε αυτή τη διαφωνία κατέληξαν στο κρεβάτι. -Νομίζω πως έχεις δίκιο. Η σημαία καλύτερα κόκκινη, της είπε ψιθυριστά. Σκούρο είναι το υπόλοιπο φόντο. Το μισοκοιμισμένο της χαμόγελο πλάτυνε κι ο Αλαντάρ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία του φιλιού για να βγει από τον καθηγητή. Ο Πελίνο που καθόταν στο περβάζι του παραθύρου, του χαμογέλασε βαθυκόκκινα. Οι δυό τους άρχισαν κατοπιν να ανταγωνίζονται δημιουργώντας παράξενα ονειρα σε πλήθος ανθρώπων όλων των εποχών. Ενα βράδι μπήκαν στον Μπωντλέρ και μια άλλη στον Τύχο Μπράχε, έναν αστρονόμο της αναγεννησης. Την επόμενη νύχτα ανασκάλεψαν τις μνήμες ενός ερωτοχτυπημένου μεταφραστή και ο Πελίνο, άτιμο αερικό, χάραξε ανεξίτηλα ένα παράξενο σημάδι στην κοιμισμένη ψυχή του. Πάλευσαν μεταξύ τους πολλές νύχτες για τη νίκη. Αφού σκάρωσαν πολλές σκανταλιές κι ένοιωσαν πια έτοιμοι για την τελική κρίση, επέστρεψαν στο πεύκο όπου ο Μπέλβερ τους είχε παρακινήσει να ξεκινήσουν τον αγώνα τους. Πάνω στο μεγάλο δέντρο ήταν στριμωγμένα όλα τα χρώματα και οι ακτινοβολίες. Το νέο της μονομαχίας είχε κάνει κύκλο και εκατομμύρια ονειρευτές της ευρύτερης περιοχής είχαν συγκεντρωθεί, για να απολαύσουν τις εικόνες που θα τους έφερναν οι δυό μονομάχοι και να ψηφίσουν τον επόμενο τοπικό καθοδηγητή. Ο συνωστισμός στο γέρικο πεύκο ήταν πολύ μεγάλος. Και γινόταν ακόμα μεγαλύτερος, καθώς μαζί με τους ονειρευτές είχαν πιάσει θέσεις εκατοντάδες τζιτζίκια, μέλισσες, σκαθάρια κι άλλα ζουζούνια και αρκετά πουλιά. Ανάμεσα στα πουλιά ήταν και η Μπαζ. Τα υλικά πλάσματα βέβαια δεν θα μπορούσαν να ακούσουν τη διήγηση αφού σε τέτοιες περιπτώσεις οι ονειρευτές χρησιμοποιούν την ηλεκτρική μεταφορά εμπειριών, αλλά είχαν περιέργεια να δουν όσα μπορούσαν περισσότερα. Όταν ο Αλανταρ κι ο Πελίνο εμφανίστηκαν, ο έντονος κυματισμός χαιρετισμού των ονειρευτών παραλίγο να δημιουργήσει αναστάτωση στο μικρό καφενείο που βρισκόταν από κάτω. Οι άνθρωποι που έπιναν τον καφέ τους ένοιωσαν ένα ξαφνικό αεράκι να φυσά. Μερικές εφημερίδες παρασύρθηκαν κι ένας μεσήλικας έπιασε το καπέλο του. Σε ορισμένους φάνηκε ότι είδαν κάποιες στιγμιαίες παράξενες αναλαμπές, σαν ένα απότομο ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε και χάθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο τρελός της γειτονιάς φώναξε «ήρθαν, ήρθαν τα χρώματα!», αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ο Αλανταρ είχε διαλέξει ένα απαλό κίτρινο φως κι ο Πελίνο, πιο φανταχτερός όπως πάντα, είχε ντυθεί με ένα λαμπερό σιελ. Ο Μπέλβερ καλωσόρισε τους δυο μονομάχους, τα τζιτζίκια σώπασαν, τα πουλιά σταμάτησαν να κυνηγάνε τα ζουζούνια και η συνέλευση ησύχασε για να ακούσει. Στο κεντρικό κλαδί, ο Αλανταρ κι ο Πελίνο στάθηκαν δίπλα-δίπλα και ο Μπέλβερ τους παρότρυνε να ξεκινήσουν τη διήγηση. Τα εκατομμύρια των ονειρευτών συντονίστηκαν στο συγκεκριμένο μήκος κύματος και οι μονομάχοι ξεκίνησαν τη μετάδοση των ιστοριών τους διαδοχικά. Χρειάστηκαν περίπου 5 λεπτά για όλη τη διαδικασία. Αμέσως μετά, η φασαρία στο δέντρο ξεκίνησε ακόμα πιο έντονη. Οι γνώμες και τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Λόγω της μεγάλης ενέργειας, ένα σύννεφο μαζεύτηκε από πάνω κι άρχισε να φυσάει αρκετά δυνατός αέρας. Τα περισσότερα ζουζούνια διαμαρτυρήθηκαν και πολλά πουλιά, εκνευρισμένα παράτησαν το πελώριο πεύκο και πήγαν να καθίσουν σε πιο ήσυχα κλαδιά. Όχι όμως η Μπαζ. Ακόμα και οι άνθρωποι που βρίσκονταν από κάτω αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν μέσα στο καφενείο, μη μπορώντας να εξηγήσουν την απότομη καιρική μεταβολή. Σε λίγο ο Μπέλβερ όρισε 1000 ονειρευτές ως εφορευτική επιτροπή και ζήτησε να γίνει η ψηφοφορία. Θα χρησιμοποιούσαν τα χρώματα που είχαν επιλέξει οι μονομάχοι, κίτρινο για τον Αλανταρ, γαλάζιο για τον Πελίνο. Με το σύνθημα του καθοδηγητή, το δέντρο φωτίστηκε με τα δύο χρώματα. «Νάτα- νάτα, κοιτάξτε!», φώναζε από κάτω ο τρελός, αλλά δεν τον άκουγε κανείς μια που είχαν μπει όλοι μέσα στο καφενείο. Η εφορευτική επιτροπή απομακρύνθηκε από το δέντρο σε αρκετή απόσταση και προσπάθησε να διακρίνει το χρώμα που επικρατούσε. «Σα να μου φαίνεται ότι το κίτρινο είναι ελαφρά περισσότερο. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι επικρατεί με σαφήνεια», είπε η Λούκα, που είχε ταξιδέψει από τον βορρά για να δει τον αγώνα. -Ναι…Κι εμένα μου φαίνεται πως δεν ξεχωρίζει κάποιο χρώμα αισθητά», είπε ο Τσιλίγκουα. «Να ψηφίσουμε μεταξύ μας», πρότεινε τότε ο Καλ. Η εφορευτική επιτροπή έκανε τη δεύτερη ψηφοφορία. Οι 880 ψήφισαν ότι τα χρώματα ήταν τόσο διάσπαρτα ώστε δεν επικρατούσε κάποιο, 65 ψήφισαν κίτρινο και 55 γαλάζιο. Κατόπιν επέστρεψαν στο δέντρο και ανακοίνωσαν το αποτέλεσμα στον Μπέλβερ που προβληματίστηκε. -Μαλιστα… είπε. Λοιπόν, η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη. Κύριοι –γύρισε στους μονομάχους δεν βλέπω να ξεχωρίζει αισθητά κάποιος. Υποθέτω να θυμάστε ότι οι μικρές πλειοψηφίες δεν εκλαμβάνονται ως πραγματικές στο δίκαιό μας. -Οπότε; Τι κάνουμε τώρα; Δική σου ήταν η ιδέα Μπέλβερ, εσύ να βρεις μια λύση, είπε ο Πελίνο κάπως χολωμένος. Είχε την πεποίθηση ότι θα νικούσε με διαφορά και τώρα αισθανόταν πίκρα. Ο Αλανταρ δεν μίλησε. Ο Μπέλβερ σκεφτόταν και η φασαρία στο δέντρο ξεκίνησε πάλι. Γινόταν ολοένα και πιο έντονη, καθώς οι ονειρευτές διαφωνούσαν και κουβέντιαζαν το αποτέλεσμα, όταν ακούστηκε μια φωνούλα: -Παρακαλώ, να προτείνω μια ιδέα; Απορημένοι οι ονειρευτές άκουσαν τη Μπαζ να μιλάει. -Μα…πως καταλαβαίνεις τι συμβαίνει; ρώτησε ο Μπέλβερ. Οι υλικοί, εκτός από τους ανθρώπους, μπορούσαν να δουν τους ονειρευτές αλλά όχι και να κατανοούν την επικοινωνία τους -εκτός κι αν το επέτρεπαν οι ίδιοι. -Δεν ξέρω ακριβώς τι λέτε. Πάντως νοιώθω πως δεν μπορείτε να χρωματίσετε το δέντρο. -Βλέπεις δηλαδή την ψηφοφορία; είπε έκπληκτος ο Μπέλβερ. -Όχι ακριβώς. Αισθάνομαι όμως ότι παλεύουν δύο φάσματα χωρίς να επικρατεί κάποιο. -Μμμμ…παράξενο. Αλλά τέλος πάντων. Πες μας, τι θες να προτείνεις; -Κοιτάξτε, νομίζω ότι ο αγώνας με τους ανθρώπους είναι εύκολος και δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Εσείς οι διάφανοι όλο με αυτούς ασχολείστε. Σας αρέσει που δεν συνειδητοποιούν ότι παίζετε μαζί τους. Κι έτσι δεν μπαίνετε συχνά σε εμάς, παρότι εμείς σας θέλουμε και σας ζητάμε. Αυτό είναι άδικο, όμως εν προκειμένω δε θέλω να σας κατηγορήσω για εκλεκτικισμό αλλά να βοηθήσω τον αγώνα σας και να επωφεληθώ από αυτόν. -Με ποιόν τρόπο δηλαδή; -Να, προτίθεμαι, αν συμφωνείτε, να γίνω εγώ πεδίο τελικής αναμέτρησης. Έχω να δω όνειρο πάρα πολύ καιρό. Αν πραγματικά θέλετε να κρίνετε ποιος είναι καλύτερος, τότε νομίζω πως είμαι πιο πρόσφορη αρένα από οποιονδήποτε άνθρωπο. Αυτά τα φωτεινά σημάδια με έχουν τρελάνει. Είναι παντού. Τα βλέπω έξω στα δέντρα, πάνω στη βιβλιοθήκη, στα περβάζια, στην καμινάδα, παντού. Έχουν διάφορα χρώματα Νομίζω ότι παραφρονώ. Υπήρχαν πάντα; Εγώ τα επινόησα και τώρα εισβάλουν στον έξω κόσμο; Να θυμηθώ -χα!- να ρωτήσω τη μικρή μου όταν έρθει τι γίνεται με μένα. Τώρα μόλις διάβασα το τελευταίο κείμενο. Όντως δεν πάω καλά, φαίνεται κι από αυτά που γράφω. Ακολουθούν: Ζω, δηλαδή είμαι άλλος. Επίλογος.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
29.4.09
6
Aπαντήσεις
Eνότητα: Ιστορίες που θαθελα ν αρέσουν σε ανθρώπους που ξέρω, Χάρτες
Κέντρωνας 2 -Πλησιάζοντας στο φως
Έμοιαζε με πάνθηρα αλλά ήταν λευκός και πελώριος. Την κοίταξε ίσια στα μάτια. Το ένα του μάτι ήταν σκούρο πράσινο και το άλλο καστανό. Δεν έμοιαζαν με μάτια αιλουροειδούς, ήταν ανθρώπινα. Η φιγούρα του, έτσι ογκώδης, της φάνηκε πολύ απειλητική. Οπισθοχώρησε. Δεν πρόσεξε και σκόνταψε στην έξοδο του εξαερισμού που προεξείχε στην άκρη του ουρανοξύστη. Aμφιταλαντεύτηκε μια στιγμή κι αμέσως έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στο κενό. Να πέφτεις στο κενό, είναι ένα απίστευτο συναίσθημα. Ένοιωσε τα σωθικά της να ανεβαίνουν και την επιτάχυνση να αυξάνει. Τα μάτια της γούρλωσαν, αλλά δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή. Ο ουρανοξύστης έπρεπε να έχει περίπου 500 πατώματα -τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Κάτω οι άνθρωποι και τα αυτοκίνητα φαίνονταν σαν παιδικά παιχνιδάκια που ολοένα μεγάλωναν. Στριφογύρισε το σώμα της όπως έπεφτε και κοίταξε προς τα επάνω. Ο άσπρος πάνθηρας είχε βγάλει το κεφάλι του στην άκρη του κτιρίου και την κοιτούσε. Τελικά, πήδηξε κι αυτός. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να προσεύχεται. Εκείνη τη στιγμή δεν έχει σημασία αν πιστεύεις στο Θεό. Πάντα προσεύχεσαι. Αισθάνθηκε να προσγειώνεται σε κάτι μαλακό. Ενστικτωδώς έσφιξε τα χέρια να γραπωθεί. Έπιασε τρίχωμα. Άνοιξε πάλι τα μάτια. Ο λευκός πάνθηρας είχε τώρα απλώσει δυό υπερφυσικές φτερούγες που έμοιαζαν περιστεριού. Είχε προσγειωθεί στη ράχη του και πετούσαν πάνω από την πόλη. Ο αέρας έπαιρνε τα καστανά μαλλιά της με ορμή προς τα πίσω και την ανάγκασε να δακρύσει. Ο πάνθηρας έστρεψε το κεφάλι και της χαμογέλασε. Τα τεράστια δόντια του άστραψαν σαν διαφήμιση οδοντόπαστας. Έπαιρναν ύψος όταν τέσσερα καταδιωκτικά αεροπλάνα εμφανίστηκαν στον ορίζοντα. Ο πάνθηρας άρχισε τους ελιγμούς ενώ εκείνη κρατήθηκε δυνατά και κόλλησε το σώμα της όσο πιο σφιχτά μπορούσε στο παχύ του τρίχωμα. Τα καταδιωκτικά έριξαν εναντίον τους πυραύλους. Άκουγε τις εκρήξεις κι έβλεπε τις λάμψεις τριγύρω. Το ζώο ήταν πολύ ευέλικτο. Συνέχισαν καταδιωκόμενοι να ελίσσονται ανάμεσα στα πυρά. Η πόλη από κάτω φωτιζόταν και κάποιο μεγάλο ποτάμι διέσχιζε τις δυτικές συνοικίες από άκρη σ’ άκρη. Ο πάνθηρας μάζεψε ξαφνικά τα φτερά κι άρχισαν να πέφτουν προς το ποτάμι με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ένοιωσε σα να ήταν στο λούνα-παρκ του τρόμου, στο τρενάκι που ορμάει στην άβυσσο. Η Ελένη ούρλιαξε τη στιγμή που το μαύρο παγωμένο νερό του ποταμού τη χτύπησε με δύναμη στο πρόσωπο. Τώρα κολυμπούσαν. Ο πάνθηρας είχε κλείσει τις φτερούγες και έκανε απλωτές με τα ογκώδη μπροστινά του πόδια. Ο βυθός, παρότι το νερό πριν βουτήξουν φαινόταν σκοτεινό, ήταν αρκετά φωτεινός κι εντυπωσιακός. Κοράλλια κόκκινα και κίτρινα, μυριάδες αλλόκοτα ψάρια, μερικά με κέρατα κι άλλα πολύχρωμα και μερικά γαλάζια σαλάχια τους ακολουθούσαν. Φοβήθηκε ότι θα έσκαγε. Σύντομα αναγκάστηκε να πάρει την απελπισμένη ανάσα και το νερό μπήκε στα πνευμόνια της. Αλλά τη στιγμή που σκέφτηκε πως αυτό ήταν το τέλος της, μπόρεσε να ανασάνει κανονικά σαν αμφίβιο. Μια σκοτεινή τρύπα φάνηκε ευθεία μπροστά. Μπήκαν μέσα με φόρα και δεν έβλεπε πια τίποτα. Άρχισε να τρέμει. Σε λίγο ένα κόκκινο φως φώτισε τα τοιχώματα του τούνελ και ακούστηκε μια μελωδία από ακορντεόν. Είδε τα νερά να κυματίζουν σύμφωνα με το ρυθμό. Δεν καταλάβαινε πως ήταν δυνατόν να ακούει μουσική και να βλέπει κυματισμό μέσα στο νερό, αλλά μπροστά στα υπόλοιπα, αυτά ήταν σίγουρα μικρότερα ξαφνιάσματα. Το τούνελ ανέβαινε και σε μερικά λεπτά αναδύθηκαν σε ένα μεγάλο σπήλαιο με σταλακτίτες. Παρότι το νερό στις σπηλαιώδεις λίμνες είναι συνήθως στάσιμο, εδώ είχε έντονο κυματισμό σα να είχαν αναδυθεί στη μέση φουρτούνας. Μέσα σε βάρκες που ανεβοκατέβαιναν σαν καρυδότσουφλα σε κάποια απόσταση απέναντι, μερικοί ψαράδες τους κοιτούσαν έκπληκτοι. Κάποιος από το πλήρωμα μιας βάρκας έβγαλε έναν τεράστιο φακό και έριξε πάνω τους τη φωτεινή του δέσμη. Τότε η γυναίκα συνειδητοποίησε πως ήταν γυμνή και ντράπηκε, αλλά αμέσως κατάλαβε πως η έκπληξή τους δεν οφειλόταν στη γύμνια της μα στο τεράστιο αλλόκοτο ζώο. Την ίδια στιγμή ο πάνθηρας τινάχτηκε απότομα κι εκείνη, που δεν κρατιόταν τόσο γερά πια, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στη λίμνη. Τότε ο άντρας από την βάρκα έδωσε τον φακό στον διπλανό του και βούτηξε στο μανιασμένο νερό. Ταυτόχρονα λίγο μακρύτερα, με μια δυνατή βουή, άρχισε να αναδύεται κάτι που στην αρχή έμοιαζε με πράσινο νησί που είχε επάνω του παράξενα εξογκώματα σαν καφετιούς λοφίσκους. Σε δευτερόλεπτα το αναδυόμενο νησί μεταμορφώθηκε στο κεφάλι ενός απίστευτα μεγάλου βάτραχου, ακόμα πιο πελώριου από τον πάνθηρα. Ο άνθρωπος που είχε βουτήξει την πλησίαζε, όταν ο βάτραχος άνοιξε το τεράστιο στόμα. Η Ελένη κοιτούσε μια το στόμα, μια τον πάνθηρα που είχε βγει στην όχθη και τιναζόταν αμέριμνος για όσα συνέβαιναν και μια τον κολυμβητή που ερχόταν ολοταχώς προς το μέρος της. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο κολυμβητής ήταν ο άντρας της. Η ραχοκοκκαλιά της πάγωσε ακαριαία, έτσι όπως δεν είχε συμβεί ούτε όταν έπεσε στο κρύο νερό. Πήγε να ουρλιάξει, όμως η βουή ήταν τώρα εκκωφαντική, το νερό έμπαινε στο στόμα της με δύναμη και την έπνιγε και ο βάτραχος ήταν πια πολύ κοντά. Το στόμα του ρούφαγε το νερό σχηματίζοντας δυνατό ρεύμα, που την παράσερνε με ορμή προς το λαρύγγι του. Ο άντρας με μια απότομη κίνηση έφτασε το τεράστιο αμφίβιο και σκαρφάλωσε στο στόμα του. Με τα χέρια προσπάθησε να το εμποδίσει να το κλείσει. Αλλά ο βάτραχος άρχισε να βουλιάζει. Η Ελένη κατάφερε να βάλει τις φωνές. Κοίταξε παρακλητικά το αιλουροειδές. Όμως εκείνο έγλυφε τα πλευρά του αδιάφορο, δεν άκουγε και δεν παρατηρούσε πια τι γινόταν γύρω του. Σαν τρελή άρχισε να κολυμπάει ακόμα πιο γρήγορα προς τον άντρα, αλλά το μόνο που έβλεπε τώρα ήταν μια δίνη νερού. Ο βάτραχος είχε εξαφανιστεί μαζί του. Ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος, τόσο οξύς που ένοιωσε να τρυπάνε τα τύμπανά της. Μουσκεμένη στον ιδρώτα και τουρτουρίζοντας πετάχτηκε από το κρεβάτι σχεδόν όρθια. Συνειδητοποίησε ότι το τηλέφωνο κουδούνιζε. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν 2.40 τη νύχτα. Άφησε μια βαθιά ανάσα. -Ναι; -Ελένη... -Ναι... -Αγάπη μου! -Λεωνίδα! Που είσαι; -Σε μια τεράστια μπανιέρα υδρομασάζ, όχι δεν έχω κορίτσια μαζί μου και το ξενοδοχείο είναι τρομερό! Έρχομαι αύριο, πετάω στις 3 μεσημέρι δική μας ώρα από Ορλί... Συγνώμη που σε πήρα τέτοια ώρα μικρή μου, μα ένοιωσα την ανάγκη να στο πω. Σ’αγαπάω πολύ... -Θα έρθω να σε πάρω. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Πολύ... Αντάλλαξαν κάμποσα ερωτόλογα κι έκλεισαν. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι με μάτια άδεια κι ένα στεναγμό ανακούφισης. Μετά άλλαξε μπλουζάκι, έκλεισε τα μάτια της, αλλά χρειάστηκε αρκετή ώρα για να καταφέρει να κοιμηθεί ξανά. Η ανάμνηση της μελωδίας του ακορντεόν τη βοήθησε. ~.~ -Τελικά είσαι πολύ κακός τύπος, είπε ο Άλανταρ. -Και γιατί παρακαλώ; -Μα δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τα βρίσκεις. Σε διασκεδάζει να τους στέλνεις αδιάβαστους; -Δεν σε καταλαβαίνω φίλε. -Γιατί την τρόμαξες αυτήν τη δύστυχη τώρα; Πάντα το ίδιο κάνεις. Δεν φτιάχνεις όνειρα εσύ, φτιάχνεις εφιάλτες. Προχτές εμφάνισες σε εκείνον τον άτυχο το παιδί του λίγο πριν το χτυπήσει η μοτοσικλέτα. Παραλίγο να πάθει συγκοπή. Σε διασκεδάζει τόσο πολύ πια να προκαλείς τρόμο; -Ναι, αλλά σκέψου την ηδονή τους όταν ξυπνάνε; Και κοίτα ποιος μιλάει! -Εγώ ποτέ δεν έκανα τέτοιο βρώμικο παιχνίδι, Πελίνο... -Α, μάλιστα! Ξεχνάς εκείνον τον δύστυχο που την έπαθε όντως την προσβολή όταν του έστειλες τα σκυλιά του Άδη να τον κυνηγήσουν μέσα στο υπόγειο με τους καταξεσκισμένους ανθρώπους και τα αίματα στους τοίχους με τα καρφιά που ολοένα και στένευαν; -Αυτό είναι άδικο. Δεν ήξερα ότι είχε φύσημα στην καρδιά, δεν τον είχα ψάξει αρκετά. -Ναι, αλλά τον εφιάλτη ήξερες να τον φτιάξεις. -Δεν είναι το ίδιο Πελίνο και το ξέρεις καλά. Εγώ φτιάχνω μεταφυσικούς εφιάλτες, κατασκευάσματα που δεν στηρίζονται στην πραγματικότητα. Δεν τους βάζω να βλέπουνε πνιγμούς και ατυχήματα αγαπημένων τους. Εγώ κάνω τέχνη! -Ωραία τέχνη! Δηλαδή εννοείς ότι οι τρίμετροι λευκοί φτερωτοί πάνθηρες και τα υπερφυσικά βατράχια στηρίζονται στην πραγματικότητα; είπε ειρωνικά ο Πελίνο -Σταμάτα. Ξέρεις καλά τι εννοώ. -Αυτό που ξέρω είναι ότι τότε δημιούργησες μια φρικτή πραγματικότητα. Ο άνθρωπος πέθανε στ‘ αλήθεια Αλανταρ. -Και από τότε δεν έχω ξαναφτιάξει βάρβαρο όνειρο. Και αυτό το ξέρεις επίσης. Και πριν όμως, σπανίως έφτιαχνα εφιάλτες. Μου αρέσουνε περισσότερο τα ευτυχή σενάρια. Και τώρα δεν είναι τυχαίο ότι εσύ διάλεξες τη γυναίκα κι εγώ δέχτηκα αδιαμαρτύρητα τη γάτα. Ξέρεις τι της σκάρωσα; Όλο το βράδυ κυνηγούσε μια πάπια. Στο τέλος την έκανα να την πιάσει κι εκείνη για να γλιτώσει της αποκάλυψε μια ποντικοφωλιά. Έπρεπε να την έβλεπες πως γουργούριζε! Με έκανε να νοιώσω πολύ όμορφα, γιατί ήταν χαρούμενη. Ευτυχές σενάριο βλέπεις. -Εντάξει, αλλά δε νομίζω πως αυτός είναι λόγος να μου αρέσουν κι εμένα οι κοινοτοπίες. Τα βρίσκω σαχλά αυτά τα «ευτυχή σενάρια». Έχεις περιορισμένη φαντασία. Αν σε φτιάχνει να γουργουρίζει μια γάτα, δεν έχω πρόβλημα. Αλλά μη με σχολιάζεις. -Εγώ δεν έχω φαντασία; Βρίσκω πως είσαι κακός Πελίνο... -Ο καθένας με τα γούστα του... -Νομίζω πως φταίει που έχεις καιρό να ερωτευτείς, ε; -Να μη σε νοιάζει. Να κοιτάς τα δικά σου θέματα. Κουράστηκα με τη συνεχή κριτική σου. -Πελίνο, είμαι πάντα φίλος σου. Δεν πρέπει να σου λέω αυτά που αισθάνομαι; Τι φίλος θα ήμουν τότε; Ο Πελίνο έμεινε για λίγο σιωπηλός και σταμάτησε να φέγγει, δείγμα έντασης. Τελικά φωτοβόλησε ελάχιστα και απαλά. -Εντάξει, εντάξει. Είμαι μάλλον κακοδιάθετος, απλά. Λοιπόν, λέω να μείνω εδώ για λίγο ακόμα, μου αρέσει αυτή η γυναίκα. Παρατήρησες ότι δεν ούρλιαξε την ώρα που έπεφτε από τον ουρανοξύστη; -Ναι; Δεν το πρόσεξα, ήμουνα στη φάση που η πάπια είχε ανέβει στην κορυφή μιας βαλανιδιάς την ώρα που την έριξες. Αλλά πράγματι, αυτό είναι αξιοπρόσεκτο. Πάντως αν μείνεις, λυπήσου την -Εσύ; -Θα φύγω από δω. Βαρέθηκα τα ζώα. Λέω να μπω σε άνθρωπο αυτή τη φορά. Αν είναι καλός θα μείνω κάμποσο στον ίδιον. Θα σε δω μάλλον έξω; -Ναι, οκ. -Εντάξει, γειά, ρίξε μήνυμα πότε θα βγεις. Ο Αλαντάρ βγήκε από το στόμα της γάτας. Το φάσμα γύρω του πέρασε για μια στιγμή στο υπέρυθρο κι επανήλθε. Οι κυματομορφή του απλώθηκε στα όρια του δωματίου κι έπειτα βγήκε από το παράθυρο. Η γάτα ήταν απασχολημένη με την καθαριότητά της και παρακολούθησε αδιάφορη τη μικρή λάμψη να αποχωρεί. Ακόμα και ο χαιρετισμός της ήταν βαριεστημένος, ένα κοφτό γρύλισμα. Αγενέστατη... σκέφτηκε ο Αλανταρ. Έτσι και ξαναπιάσεις πάπια στον ύπνο σου να με φτύσεις. Είχε ωραία ημέρα έξω. Οι ρυθμιστές του καιρού είχανε ξεσαλώσει τελευταία. Το προηγούμενο βράδυ είχαν φτιάξει ανεμοθύελλα, τώρα ο ήλιος έλαμπε κι η θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά. Αποφάσισε ότι η μέρα ήταν μπλε και φόρεσε το ανάλογο χρώμα. Ένα σπουργίτι που τον είδε πάνω στην ώρα που περνούσε στο μπλε, παραπονέθηκε με την ευκαιρία ότι είχε να δει όνειρα πάνω από ένα μήνα. -Τι να σου κάνω καλό μου, είπε ο Αλαντάρ, βλέπεις προτιμάμε τους ανθρώπους γιατί είναι εντελώς ανυποψίαστοι και δεν μας βλέπουνε. Κι επιπλέον όσο πιο πίσω στο χρόνο πάμε, τόσο καλύτερα σενάρια στήνουμε γιατί οι παλιότεροι άνθρωποι επηρεάζονται περισσότερο από τα όνειρά τους. Έτσι το χαιρόμαστε καλύτερα κι εμείς. Ενώ με εσάς είναι διαφορετικά. Εκτός ότι μας βλέπετε, δεν έχει νόημα και το μπρος πίσω στο χρόνο. Ένα σπουργίτι πριν από 2000 χρόνια είναι σχεδόν ίδιο με ένα σημερινό και με ένα σπουργίτι μετά από χίλια χρόνια. Ίδια ονειρεύεστε. Κι όπως καλά γνωρίζεις, όταν ονειρεύεσαι ξέρεις ότι ονειρεύεσαι κι ότι κάποιος από μας έχει αναλάβει την κοινή μας διασκέδαση. Μόνο οι άνθρωποι αλλάζουν τόσο γρήγορα στο χρόνο κι οι εμπειρίες τους διαφέρουνε ριζικά σε κάθε εποχή. Νομίζουν ότι οι ίδιοι διαμορφώνουν αυτό που λένε «πολιτισμό τους» και αγνοούν ότι αλλάζει επειδή μεταβάλλεται ραγδαία ο τρόπος που ονειρεύονται. -Μπα!, είπε το σπουργίτι. Μας λες και απολίτιστους τώρα; Εσείς οι διάφανοι φταίτε γι αυτό αν είναι έτσι. Εσείς φτιάχνετε τα όνειρα. -Δεν έχεις κι άδικο. Πάντα αναρωτιόμουν πως θα ήταν ο κόσμος αν σκαρώναμε πιο συχνά και πιο έντεχνα όνειρα στους ελέφαντες, τα πουλιά, τους καρχαρίες. Από την άλλη, ίσως καλύτερα έτσι. Φαντάζεσαι να είχαμε πολιτισμό στη ζούγκλα και τη θάλασσα; Το σπουργίτι κούνησε τα φτερά του. -Πάντως, στο οτι βλέπουν συχνότερα όνειρα, φταίει και ότι είναι περιορισμένοι. Δεν μπορούμε να σκαρώσουμε κατάσταση σε άνθρωπο μετά το 2800 σύμφωνα με το μέτρο του χρόνου τους, γιατί τότε μας ανακάλυψαν. Πόσοι νομίζεις έχουν απομείνει από τη στιγμή που εμφανίστηκαν στη γη ως τότε; Ενώ εσείς είστε πρακτικά άπειροι. Κι εμείς περιορισμένοι, ούτε 900 δισεκατομμύρια δεν μέτρησε η τελευταία απογραφή μας... Αλλά κάτι θα γίνει και για σένα, πες μου το όνομα σου. Το σπουργίτι ονομαζόταν Μπαζ και ήταν κορίτσι. Ο Αλανταρ σημείωσε το όνομά της και υποσχέθηκε να τη φροντίσει σύντομα. Είχε μεγάλη κίνηση έξω. Μερικά εκατομμύρια ονειρευτές τριγύρναγαν στον αέρα, κάθονταν σε σύρματα, σε δέντρα, η ακόμα κι επάνω σε ανθρώπους και ζώα. Ο Αλαντάρ κάθισε στο κλαδί ενός πελώριου πεύκου, μαζί με μερικές χιλιάδες συντρόφους του. Σε λίγο παράτησαν τα μικρά πηγαδάκια κι άρχισαν μια αυτοσχέδια συνέλευση. Ένας μεγάλος κίτρινος έλεγε ότι το προηγούμενο βράδυ είχε μπει στον πρωθυπουργό. Τον έκανε να ονειρευτεί ότι είχε χάσει την αρχηγία και τον εξέλεξαν αμέσως αρχηγό του αντίπαλου κόμματος. Τελικά έχασε τις εκλογές από μια πορνοπρωταγωνίστρια που ηγείτο ενός περιθωριακού οικολογικού κόμματος το οποίο όλοι θεωρούσαν εκτός συναγωνισμού. Είδε στο τέλος ότι τον κυνηγούσαν με άγριες διαθέσεις οι οπαδοί του κι από πίσω έρχονταν κάμερες να καταγράψουν το γεγονός. -Έπρεπε να τον δείτε πως πετάχτηκε! Ακόμα κι η γυναίκα του ξύπνησε τρομαγμένη, παρότι αυτή ήτανε ξερή χτες, κανένας δεν είχε μπει μέσα της -κι αν θέλετε βρε παιδιά εδώ που τα λέμε, ποιος να αντέξει τέτοια ταλαιπωρία; Όλοι γέλασαν και το θρόισμα του δέντρου αναστάτωσε τα τζιτζίκια που έπαψαν για λίγο να μιλάνε και βάλθηκαν να κρυφακούν. Ένας κοκκινοπράσινος τους είπε γελώντας πως πριν δύο νύχτες είχε μπει σε κάποιον κωμικό ηθοποιό που έζησε μερικά ανθρώπινα χρόνια πίσω. Είχε μπει μέσα του την εποχή που εκείνος γύριζε την πρώτη του ταινία. -Του σκάρωσα τέτοιον εφιάλτη που ενώ έγινε κωμικός δεν ξαναγέλασε από τότε! είπε, νευριάζοντας τον Αλαντάρ που αμέσως θυμήθηκε τη γαϊδουριά του Πελίνο. -Εγώ πάλι, είπε ένας πιτσιρικάς στο φάσμα του υπεριώδους, ήμουνα προχτές μαζί με την Ιρμα τη Γλυκιά στην Αμερική κι είχαμε μπει μαζί σε έναν ηθοποιό που κατόπιν έγινε γερουσιαστής. Βρε παιδιά, αυτό το άτομο είναι αδύνατον να το κάνεις να φτιάξει μια ιστορία της προκοπής στο μυαλό του, ακόμα και στο ασυνείδητο σκέφτεται ότι πνίγεται, ότι είναι καουμπόης ή ότι πέφτει. -Μπα; Σκέφτεται κιόλας; είπε ένας ογκώδης αξιωματούχος που τον έλεγαν Μπέλβερ κι ήταν εντελώς διάφανος. Αλήθεια, τι κάνει η Ιρμα; -Έμεινε τελικά εκεί να ξεκουραστεί σε έναν άλλο πολιτικό. Είπε ότι της χρειάζονταν λίγες μέρες διακοπών σε κάποιο ακατοίκητο μέρος. Οι ονειρευτές συνέχισαν να διηγούνται ιστορίες με καταιγιστικό ρυθμό. Σχεδόν όλες, είχαν το κοινό σημείο ότι τρόμαζαν τους ανυποψίαστους νυχτερινούς ξενιστές τους. Ο Αλανταρ φούντωνε. -Είστε νομίζω κακεντρεχείς, ξέσπασε κάποια στιγμή. Παιδιά, καλό το χιούμορ αλλά ξεχνάμε ότι το όνειρο οφείλει να είναι τέχνη κι όχι γκροτέσκα φάρσα.... -Οφείλει; Και ποιός το λέει αυτό παρακαλώ; ακούστηκε μια φωνή στο διπλανό κλαδί. Ο Αλαντάρ παρατήρησε τότε τον Πελίνο να έχει πάρει μια γαλαζωπή απόχρωση και να φοράει ένα πρασινωπό λοφίο που έμοιαζε παγωνιού. Είχε καθίσει εκεί χωρίς να τον δει. -Εσύ; Την άφησες; τον ρώτησε. -Ναι, τελικά τη βαρέθηκα και λέω να πάω αλλού. Παραήταν ερωτευμένη για τα γούστα μου. Για πες μας λοιπόν κύριε καλλιτέχνη, γιατί τα όνειρα οφείλουν να είναι τέχνη; -Μα για να περνάμε όλοι καλύτερα, προφανώς. Η τέχνη εξυψώνει τη ζωή, της δίνει υψηλότερο νόημα. Εμείς συνηθίζουμε να φτιάχνουμε όνειρα χωρίς καμιά σύνδεση. Τη μια στιγμή κάποιος πέφτει και την επόμενη τον βάζουν σε μια μπλε σακούλα κι έχει μεταμορφωθεί σε παλτό. Κι έπειτα αντλούμε ικανοποίηση να τις διηγιόμαστε μεταξύ μας και να γελάμε σε βάρος τους. Αυτό είναι εύκολο. Δύσκολο είναι να φτιάξουμε πραγματικές ιστορίες. Να τους πείθουμε ότι τα όνειρά τους έχουν μια σημασία. Αυτό είναι τέχνη. Δε βλέπετε οι ονειροκρίτες τους πόσο ανόητοι είναι; Έχετε δει κανέναν ονειροκρίτη που να προσεγγίζει τη λογοτεχνία; Αν υπήρχε, τότε θα ήμασταν πραγματικά επιτυχημένοι. Αυτό αποκαλώ τέχνη. Την ιστορία. Έστω κι αν είναι εξωπραγματική. -Πωπω φιλοσοφία! Κι εγώ σου λέω ότι περνάω πολύ καλύτερα όταν τους νοιώθω να πετάγονται τρομαγμένοι και να προσπαθούν να καταλάβουν αν είδαν πράγματι όνειρο ή τους έφαγε κάποιο τέρας!, είπε αυθάδικα ο Πελίνο. Και ποιος σου είπε ότι δεν μπορώ να φτιάξω «ιστορίες» όπως τις λες; Απλά οι δικές μου είναι συνήθως κάπως τρομακτικές ή παράλογες. Με διασκεδάζουν οι αντιδράσεις τους. -Στο ξαναλέω Πελίνο, είσαι κακός. -Εγώ πάντως Αλαντάρ συμφωνώ μαζί του και μη με πεις κακιά, πετάχτηκε μια κίτρινο-διάφανη ονειρεύτρια που την έλεγαν Σόνια κι ο Αλανταρ τη φλέρταρε κάποτε, όταν είχαν μπει ο ένας στον Ρασπούτιν κι η άλλη στην Ρωσίδα αυτοκράτειρα. -Θυμάσαι εξάλλου ότι η «τέχνη» που επικαλείσαι δεν έχει πάντοτε αγαθά αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τη δική σου καλή θέληση. Αλλιώς ο καλόγερος δεν θα χρησιμοποιούσε τη δουλειά σου για να πετύχει τα θλιβερά σχέδιά του, έτσι δεν είναι; Εξάλλου φίλε μου η ίδια τους η ζωή είναι ασυνάρτητη, γιατί να μην είναι τα όνειρά τους; Η συζήτηση εξελίχθηκε σε φασαρία. Οι ονειρευτές είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες που υποστήριζαν την άποψη της τέχνης και την άποψη του παραλόγου, με κριτήριο τη δική τους καλοπέραση. -Έχω μια ιδέα, είπε ξαφνικά ο Μπέλβερ, πρόσωπο σεβαστό από όλους μια που ήταν ο τοπικός καθοδηγητής. Όλοι σώπασαν να τον ακούσουν. Τα τζιτζίκια ξανάρχισαν να φωνάζουν για να μην καρφωθούν. -Πως θα σου φαινόταν Αλαντάρ αν έκανες έναν ανεπίσημο αγώνα με τον Πελίνο; Θα μπαίνετε όπου θέλει ο καθένας και θα φτιάχνει ό,τι νομίζει. Με τη διαφορά ότι θα προσπαθήσετε και οι δύο να φτιάχνετε όνειρα που να έχουν έναν στοιχειώδη ειρμό, να μην είναι μόνο ασύνδετες εικόνες όπως συνηθίζουμε. Να φτιάχνετε όνειρα- ιστορίες, ώστε να είναι έντονα και πιο πιστευτά και να εντυπώνονται καλύτερα στη μνήμη τους. Δεν θα έχετε άλλον περιορισμό, το αν θα είναι εφιάλτες, αν θα μοιάζουν με προμηνύματα ή με οτιδήποτε άλλο, είναι δικό σας θέμα. Θα φτιάξετε ίσα όνειρα ο καθένας, σε όποια εποχή και άνθρωπο θελήσετε. Μετά θα συναντηθούμε πάλι εδώ, σε τούτο το πεύκο και θα τα διηγηθείτε στη συνέλευση. Θα μας πείτε επίσης αν και ποιές επιπτώσεις είχαν στα υποκείμενά σας. Κατόπιν θα ψηφίσουμε εκείνα που μας άρεσαν περισσότερο και όποιος από τους δυο σας κερδίσει, θα εισηγηθούμε όλοι στο Μεγάλο Συμβούλιο να γίνει ο επόμενος περιφερειακός καθοδηγητής -γιατί εγώ βαρέθηκα εδώ που τα λέμε. Τι λέτε; -Εγώ είμαι μέσα, είπε ο Πελίνο χωρίς καθυστέρηση. Τα πλήθη άρχισαν να κυματίζουν επιδοκιμάζοντας. Οι ονειρευτές διψούσαν για αφηγήσεις. Ο Αλαντάρ συσπάστηκε και το γαλάζιο του κύμα έλαμψε δυνατά. -Eμένα δεν μου αρέσει να υποχρεώνομαι να αποδεικνύω τίποτα. Αλλά αυτό θα το κάνω, γιατί ο κόσμος έχει γεμίσει εφιάλτες και φταίμε εμείς, είπε. Η οχλοβοή πάνω στο δέντρο μεταφράστηκε σε φύσημα δυνατού ανέμου για τον οδοκαθαριστή που περνούσε από κάτω. Κάθισε στη ρίζα του δέντρου και περίμενε τα πούσια να πέσουν καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Μακάρι να ήξερα πως μου ήρθε αυτό που έγραψα. Καμία σχέση δεν βρίσκω να έχει με όσα με απασχολούν. Αφήνω ανοιχτό τον υπολογιστή γιατί χτυπάει το κουδούνι. Πρέπει να είναι εκείνη. Το πήρα απόφαση. Θα τη ρωτήσω τι μου συμβαίνει. Γιατί κάτι μου συμβαίνει σίγουρα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι. Στα επόμενα επεισόδια: Κέντρωνας 3. Ζω, δηλαδή είμαι άλλος. Επίλογος.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
28.4.09
7
Aπαντήσεις
Eνότητα: Ιστορίες που θαθελα ν αρέσουν σε ανθρώπους που ξέρω, Χάρτες
Κέντρωνας
(Ο Νομαδ σας συμβουλεύει να αλλαξετε μπλογκ ΤΩΡΑ. Διαφορετικά σας εφιστά την προσοχή ότι το δημόσιο μπουγέλωμα δεν επιτρέπεται. Το παρόν κείμενο δεν βγαζει νοημα μόνο του και θα συμπληρωθεί με επόμενο κείμενο, το οποίο επίσης δεν θα βγάζει νόημα μόνο του. Οταν όμως αυτά τα δυό αλληλοσυμπληρωθούν, τότε δεν θα βγάζουν νόημα μαζί. :Ρ Ευχαριστώ) Αφήνω ανοιχτό τον υπολογιστή γιατί χτυπάει το κουδούνι. Πρέπει να είναι εκείνη. Το πήρα απόφαση. Θα τη ρωτήσω τι μου συμβαίνει. Γιατί κάτι μου συμβαίνει αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι. Αισθάνομαι παράξενα. Σα να ζω μέσα στις ιστορίες που γράφω κατά κάποιον τρόπο, κιόταν τελειώνουν και βγαίνω εδώ έξω… Πώς να το πω; Δεν νοιώθω πως ανήκω εδώ. http://nomads-tales.blogspot.com/2009/04/blog-post_06.html Η τηλεόραση παίζει κάποιο γιαπωνέζικο ερωτικό έργο, όμως οι διάλογοι είναι παράταιροι. Δεν το πρόσεξα καλά, αλλά μου φάνηκε τυπικό. Ένας άντρας, μια γυναίκα, μια αγάπη, ένα πρόβλημα. Αλλά ετούτη η ιστορία με το τζίνι τι σχέση έχει; Είμαι πάλι μόνος στο σπίτι. Εχω την αίσθηση πως είμαι μόνος εδώ και καιρό. Οτι κάθομαι συνεχώς στον υπολογιστή και γράφω, μόνο που δεν καταλαβαίνω τι νόημα έχουν αυτά που γράφω -αν έχουν κάποιο. Στο μυαλό μου τριγυρίζει συνεχώς μια κοπέλα, μια πολύ νεαρή γυναίκα, μια γυναίκα-παιδί. Είναι όμορφη και νοιώθω σύγχιση. Δεν ξέρω αν τη βλέπω ερωτικά η στοργικά. Αλλά ούτε κι αυτή μπορώ να καταλάβω τι ρόλο παίζει. Δεν ξέρω τι δεν πάει καλά. Δεν αισθάνομαι πείνα και παρατηρώ ότι στην κουζίνα υπάρχουν πιάτα με αποφάγια, άρα έφαγα πριν κάμποση ώρα. Που βρέθηκαν όμως; Χτυπάει η πόρτα, πρέπει να διακόψω. Αν είναι εκείνη, το πήρα απόφαση. Θα την ρωτήσω τι μου συμβαίνει. Πρέπει να μάθω τι είναι. http://nomads-tales.blogspot.com/2009/04/blog-post_24.html Συνειδητοποιώ διαβάζοντας από την αρχή πως γράφω διηγήματα. Μου φαίνεται όμως ξένη αυτή η αποσπασματικότητα. Δεν είναι αυτό το στυλ μου. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί γράφω διηγήματα, ενώ εντελώς άλλα είναι αυτά που απασχολούν το μυαλό μου. Με προβληματίζει η κατάσταση που βιώνω. Ημερολόγιο θέλω να γράψω. Για την ακρίβεια, χρονολόγιο. Έχω πρόβλημα με τη μνήμη μου. Να, τώρα έφτασα να διαβάσω μέχρι εδώ κι όταν τελείωσα είχα ξεχάσει τα προηγούμενα. Δεν καταλάβαινα τι γίνεται. Αναγκάστηκα να ξαναδιαβάσω διαγώνια όλα από την αρχή για να βγάλω συμπέρασμα. Και νοιώθω μόνος. Που είναι η Άννα και το παιδί; Ποια είναι αυτή η νεαρή που σκέφτομαι συνεχώς και τι δουλειά έχει καρφωμένη στις σκέψεις μου; http://nomads-tales.blogspot.com/2008/11/nohiboka-to.html Έξω γίνεται πόλεμος. Το δείχνει η τηλεόραση. Πάντα κάποιον πόλεμο δείχνει. Και μέσα το μυαλό μου γίνεται πόλεμος κι αυτό το δείχνει η οθόνη του υπολογιστή. Ποιόν πολεμάω και γιατί; Δεν ξέρω. Η κοπέλα μόλις έφυγε. Μου είπε ότι η Άννα και τα παιδιά έχουν βγει για ψώνια και θα επιστρέψουν αργότερα. Δεν διευκρίνισε πόσο αργότερα. Άφησε το φαγητό, με φίλησε στο μάγουλο κι έφυγε. Είναι τόσο νέα και τόσο όμορφη. Νομίζω πως είμαι ερωτευμένος μαζί της, αλλά δεν θα’ θελα να το καταλάβει αυτό η Άννα. Γιατί την Άννα την αγαπάω. Κι είμαι πολύ μεγάλος για να μου αρέσουν ανήλικα. Είμαι 35 χρονών. Σα να θέλει να το υπογραμμίσει, με φώναξε παππού. Θύμωσα αλλά δεν είπα τίποτα γιατί αυτό το κορίτσι είναι ιδιαίτερο. Και εκτός ότι μαγειρεύει νόστιμα, μοιάζει με τη γυναίκα μου. Φαντάζομαι πως κάπως έτσι θα έμοιαζε η Αννούλα στα 16 της. Κι αυτή η πρασινωπή λάμψη στο παράθυρο τι είναι πάλι; http://nomads-tales.blogspot.com/2009/02/blog-post_8909.html Είμαι πολύ ερεθισμένος και θέλω να διακόψω για λίγο. Πρέπει να ανακουφιστώ. Πεινάω κιόλας και δεν ξέρω τι να φάω. Το ψυγείο είναι σχεδόν άδειο. Επίσης νοιώθω φριχτό πόνο στο κεφάλι και στα κόκαλα. Ο οργανισμός μου δε λειτουργεί καλά. http://nomads-tales.blogspot.com/2009/01/blog-post_21.html Όταν πεθάνω θα ήθελα να μου επιτρέψει ο θεός να συνεχίσω να γράφω. Θα γράψω θεατρικά για κολασμένους. Θα στήσω παραστάσεις stant-up comedy στο καθαρτήριο. Θα περιγράψω την είσοδο του παραδείσου -γιατί μέσα δε με βλέπω να μπαίνω. Αναρωτιέμαι αν στη ζωή μετά το θάνατο υπάρχουν ηδονές όπως ετούτη. Αλλά κυρίως αναρωτιέμαι αν υπάρχουν αναγνώστες εκεί πέρα. Τι καλά που θα ήταν να μπορούσε ο συγγραφέας να μπει στο μυαλό του αναγνώστη του και να του διηγείται απευθείας τις ιστορίες. Να γίνουν ένα αυτοί οι δυο βάρβαρα αποχωρισμένοι. Έτσι θα έπρεπε να είναι οι μεγάλες αγάπες, ενωμένες. Μόνο που εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω τι γίνεται και πάλι το κουδούνι χτυπάει. Αν είναι εκείνη θα τη ρωτήσω τι συμβαίνει μήπως ξέρει να μου πει. http://nomads-tales.blogspot.com/2008/05/blog-post_21.html Το πέος μου είναι ανίκανο να ανταποκριθεί στην καρδιά μου. Αισθάνομαι να θέλω να ερεθιστώ αλλά οργανικά δε γίνεται. Σα να έχω χύσει πριν λίγη ώρα. Είμαι και μεγάλος για πολλά μαζεμένα. Είμαι 40 χρονών. Το θέμα είναι ότι δε θυμάμαι αν πράγματι τελείωσα. Και που είναι αυτό το κορίτσι; Η Άννα που πήγε; Το Λενάκι που είναι; Τι είναι αυτά τα παράξενα που γράφω παραπάνω; Αναγκάζομαι να τα διαβάζω πολύ γρήγορα για να μην ξεχνάω, έτσι όμως χάνω τον ειρμό -αν υπάρχει κάποιος δηλαδή. Τι στο διάβολο μου συμβαίνει; http://nomads-tales.blogspot.com/2009/03/blog-post_12.html Αυτά τα φωτεινά σημάδια με έχουν τρελάνει. Είναι παντού. Τα βλέπω έξω στα δέντρα, πάνω στη βιβλιοθήκη, στα περβάζια, στην καμινάδα, παντού. Έχουν διάφορα χρώματα Νομίζω ότι παραφρονώ. Υπήρχαν πάντα; Εγώ τα επινόησα και τώρα εισβάλουν στον έξω κόσμο; Να θυμηθώ -χα!- να ρωτήσω τη μικρή μου όταν έρθει τι γίνεται με μένα. Τώρα μόλις διάβασα το τελευταίο κείμενο. Όντως δεν πάω καλά, φαίνεται κι από αυτά που γράφω. http://nomads-tales.blogspot.com/2008/08/macellaria.html Ισχύς μου η αγάπη μιας 16χρονης. Πριν από λίγο με φίλησε σταυρωτά. Κάθισε στα πόδια μου και με χάιδευε αρκετή ώρα. «Τώρα παππού να είσαι φρόνιμο παιδί και να πέσεις για ύπνο νωρίς Θα τα πούμε αύριο την ίδια ώρα», είπε φεύγοντας. Γιατί με λέει παππού το παλιόπαιδο; Μπορεί να πονάει όλο μου το σώμα, αλλά είμαι μόλις 45 χρονών. Αλλά να καταγράψω γρήγορα ότι έρχεται κάθε μέρα, να μην το ξεχάσω. Εκείνη με ταίζει. Λες η Άννα να με εγκατέλειψε και να πήρε το παιδί μαζί της; Να τη ρωτήσω όταν ξανάρθει. Κι εκείνη πάλι πως προέκυψε; http://nomads-tales.blogspot.com/2009/02/1.html Προσπαθώ να σκεφτώ λογικά και ταυτόχρονα, μετά από κάθε μια από αυτές τις παράξενες ιστορίες, να καταγράφω τις σκέψεις μου ώστε να μπορώ να τις ξαναδιαβάζω και να ανατρέχω σε αυτές. Επειδή είναι αδύνατο να συγκεντρωθώ και κάθε φορά που διαβάζω η ιστορία μου φαίνεται καινούργια, σήμερα διάβασα μόνο τους σχολιασμούς κάτω από κάθε ιστορία. Μου έγινε λοιπόν τώρα απολύτως εμφανές ότι είμαι άρρωστος. Η μνήμη μου έχει τεράστιο πρόβλημα. Το συνειδητοποιώ διαβάζοντας και το καταγράφω, ώστε την επόμενη φορά να μην αναρωτιέμαι πάλι τι τρέχει. Συνειδητοποιώ ότι ξέρω ποιος είμαι , θυμάμαι τη μητέρα, τα παιδικά μου χρόνια στο Γιοχάνεσμπουργκ, τη σχολική εκδρομή στο Κέιπ Τάουν και το σκοτωμένο βουβάλι στο Κρούγκερ Πάρκ που είχε γίνει τροφή για τα λιοντάρια, θυμάμαι τη μετανάστευση και τον επαναπατρισμό μας, θυμάμαι την Άννα και τη γέννηση της Ελένης, θυμάμαι πάρα πολλά πράγματα Δεν θυμάμαι όμως τίποτα για τη χθεσινή μέρα. Ούτε την προχθεσινή. Δε θυμάμαι τι συμβαίνει εδώ και αρκετό καιρό, αλλά δε θυμάμαι πόσο. http://nomads-tales.blogspot.com/2008/06/blog-post_12.html Από εδώ κάνω ουσιαστικά την αρχή. Δεν είναι πράγματι η αρχή. Από κάπου πρέπει να αρχίζει κανείς πάντως. Εγώ αρχίζω από εδώ λοιπόν. Η τουλάχιστον έτσι νομίζω τώρα. Συμβαίνουν τα εξής: Κάθομαι στον υπολογιστή. Ξαφνικά το μυαλό μου χάνεται σε παράξενες ιστορίες και τις καταγράφω. Αυτό δεν είναι καινούργιο βέβαια, μια που σε όλη μου τη ζωή με θυμάμαι να γράφω. Καινούργιο είναι όμως ότι όλα αυτά είναι αποσπασματικά, παρότι έχω μια υπόνοια πως υπάρχει μια χορδή που με κάποιο τρόπο τα συνδέει. Συνήθως δε γράφω έτσι. Ας το αφήσω αυτό στην άκρη προς στιγμήν. Ταυτόχρονα, δεν είμαι καλά. Η μνήμη μου πάσχει δραματικά. Και μάλλον αυτό δεν είναι το μόνο πρόβλημα, όμως δυσκολεύομαι να καταλάβω τι άλλο συμβαίνει. Αρχίζω λοιπόν μια επιχείρηση καταγραφής αυτών που μου συμβαίνουν, όμως επειδή μου είναι αδύνατο να συγκεντρωθώ σε αυτό, το κάνω με πλάγια γράμματα κάτω από κάθε ιστορία που γράφω. Συχνά τα μάτια μου θαμπώνουν η σκοτεινιάζουν και βλέπω φωτεινά σημάδια. Οι δικοί μου λείπουν καιρό. Αυτό με προβληματίζει ιδιαίτερα. Που έχουν πάει; Διαβάζω πως είχαν πάει για ψώνια. Αλλά τι ψωνίζουν τόσο καιρό; Υπάρχει επίσης μια πολύ νέα και όμορφη κοπέλα, μια παιδούλα σχεδόν, που έρχεται και με φροντίζει. Είναι πολύ τρυφερή μαζί μου, μόνο που εκνευρίζομαι γιατί με φωνάζει παππού, ενώ είμαι μόλις 50 χρονών. Δεν ξέρω γιατί γράφω άλλη ηλικία σε προηγούμενα πλάγια στοιχεία, μάλλον είναι κι αυτό ένα από τα προβλήματά μου. Θα το διόρθωνα, αλλά προτιμώ να το αφήσω έτσι μήπως και καταλάβω. Νομίζω πως είμαι τσιμπημένος μαζί της. Ας ξεκινήσω λοιπόν από εκείνη. Τι ξέρω γι αυτήν; http://nomads-tales.blogspot.com/2006/11/blog-post_20.html Σήμερα μιλήσαμε αρκετή ώρα. Τη λένε Αριάδνη. Ο λόγος που τα άλλα κορίτσια τη θεωρούν «κάπως αλλόκοτη», όπως μου είπε, νομίζω πως είναι η εμμονή της στην πιο μακρινή διαδρομή. Της αρέσουν οι στροφές και οι περιπλανήσεις, μπορεί να κάνει 3 ώρες να γυρίσει στο σπίτι από μικρή απόσταση επειδή ανακάλυψε κάποιον καινούργιο τρόπο πρόσβασης. Το ίδιο και στο μυαλό της. Μπορεί να το διασχίσει σε 5 λεπτά, αλλά απο όσα κατάλαβα με την κουβέντα μας, προτιμά να το περπατάει με τις ώρες. Και δε φοβάται το σκοτάδι -ή κι αν φοβάται δεν το δείχνει. Τα καλά κορίτσια φοβούνται το σκοτάδι. Υποθέτω ότι η Αριάδνη έχει ξεπεράσει το φόβο της, γιατί καταλαβαίνει την έννοια του λαβύρινθου με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Ένας λαβύρινθος έχει συνήθως μια είσοδο και μια έξοδο. Είναι κλειστός. Ένας διανοητικός λαβύρινθος όμως, μπορεί να διακλαδίζεται τόσο παράξενα ώστε να μπορείς να μπεις από πολλά σημεία μέσα του. Αλλά η έξοδος είναι μετακινούμενη όπως και οι ενδιάμεσοι τοίχοι κι έτσι η έννοια του προσανατολισμού δεν έχει νόημα. Έχει όμως νόημα να θες να περιπλανηθείς γνωρίζοντας ότι η έξοδος κάποια στιγμή, αν είσαι τυχερός και κρατάς σφιχτά το νήμα, θα φανεί. Αυτός είναι ο μεταβαλλόμενος λαβύρινθος, ο δικός της. Μόνο με το ένστικτο και την πίστη στην Πόρτα, βγαίνεις από αυτόν. Έξω τα πράγματα θα μοιάζουν ίδια. Ο περιπτεράς θα έχει αναρτήσει τις ίδιες εφημερίδες, ο τροχονόμος θα εκτελεί μονότονα την ίδια διαδικασία, ο καφετζής θα εξακολουθεί να μοιράζει τους καφέδες στον 5ο όροφο του υπουργείου εσωτερικών, κάποιος 80χρονος θα ξεψυχάει ξεχασμένος κι ένα βρέφος θα παίρνει την πρώτη του ανάσα. Αλλά δεν θα είναι ο ίδιος κόσμος. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα είναι άλλοι, γιατί αν βγεις από τον λαβύρινθο είσαι κι εσύ άλλος. Εκείνη ανέπτυξε την ικανότητα του ένστικτου, διαισθάνεται πότε πλησιάζει μια μεταβολή που την φέρνει πιο κοντά στην Πόρτα. Η Αριάδνη βρίσκεται ακριβώς στο σημείο μεταβολής. Και το ξέρει. Οι άλλοι όμως, πως να βγουν; -Με μια μακριά κλωστή, σκέφτηκε μια μέρα. Δεν μου το είπε αυτό, αλλά το νοιώθω, έτσι έγινε. Τη μέρα εκείνη, η Αριάδνη συνειδητοποίησε τον προορισμό της. Στο εξής, όσοι μιλούσαν για εκείνη θα σχημάτιζαν τη μορφή μιας γυναίκας να κρατάει ένα κουβάρι νήμα. Μια χορδή που ενώνει σημεία. Μια σύνδεση, έναν συνειρμό, μια πυξίδα, ένα ηρεμιστικό χαμόγελο. Γιατί πολλοί λένε ότι πιστεύουνε στην Πόρτα, μα πόσοι το εννοούν; Αν ήταν πολλοί, τότε που βρέθηκαν όλοι αυτοί οι σκελετοί στους διαδρόμους; Αν το καλοσκεφτεί κανείς, η μορφή της να κρατάει το κουβάρι δεν απέχει πολύ από καθαρά θρησκευτική εικόνα. Στη θέση του βρέφους, το νήμα. Σε μια κλωστή κρέμεται η σωτηρία του ανθρώπου στον λαβύρινθο. Η σύνδεση της κλωστής και της εισόδου του λαβυρίνθου φαίνεται αυτονόητη, αλλά ξεχνάμε κάτι βασικό: ποιος παίρνει σπάγκο μαζί του; Ποιος περιμένει να βρεθεί εντός λαβυρίνθου; Αν όμως βρεθείς ξαφνικά; Αν περνάς από κοντά και σε ρουφήξει κάποια από τις μετακινούμενες εισόδους; Αν κάτι σκέφτεσαι και ξαφνικά ρουφήξει τη σκέψη σου; Κάθε στοιχειωδώς άθεος άνθρωπος τότε, θα έπιανε τον εαυτό του να σταυροκοπιέται τρεις φορές. Και να ανακαλύπτει την απάντηση στο πρωταρχικό ερώτημα. Αν η συμπεριφορά του αλλάζει τη στιγμή που βρέθηκε στον λαβύρινθο κι αρχίζει να προσεύχεται, τότε σημαίνει πώς είχε επείγουσα ανάγκη από έναν Θεό. Ίσως κι από έναν Μινώταυρο -αυτό δεν το ξέρει από πριν. Το τέρας, αν γεννηθεί, θα κριθεί με την είσοδο. Κι ο θεός επίσης. Γι αυτό αισθάνομαι την Αριάδνη σαν ιερό πρόσωπο πέρα από όλα τα άλλα που νοιώθω γι αυτήν. Φέρει τον μίτο. Και όταν θα μπεις στον λαβύρινθο, σταυρός σου είναι ένας μίτος. Το ξέρω γιατί είμαι μέσα. http://nomads-tales.blogspot.com/2007/11/blog-post.html Τι άλλο ξέρω γι αυτήν… Όταν με κοιτάει με εκείνον τον τρόπο «ανάμεσα», αυτό το μαγικό βλέμμα που μόνο την περίοδο της κρίσιμης καμπής μπορεί μια όχι ακόμα γυναίκα να σου χαρίσει, αισθάνομαι ότι όλα τα υπόλοιπα που με προβληματίζουν είναι μάταια. Όλος ο κόσμος. Και ιδίως οι ιστορίες. Όταν με κοιτάει με εκείνο τον τρόπο, αναγνωρίζω στην παιδική της μορφή το σκίρτημα της έμπνευσης, κοιτώ στα μάτια της την πλοηγό μου. Αλλά επίσης, αναγνωρίζω στα συναισθήματά μου τη βαθιά χαραγματιά της προδοσίας. Δε φτάνει που είμαι παντρεμένος, θα μπορούσε και να είναι κόρη μου -τι λέω, εγγονή μου, έφτασα κιόλας στα 55. Η σάρκα δεν έχει καμία σχέση με αυτό το γλυκόπικρο συναίσθημα. Είναι καθαρά πνευματικό. Εκείνη όμως είναι 16 χρονών και δεν καταλαβαίνει τις ερινύες. Γι αυτήν τα μυθικά πουλιά των αναστεναγμών υπάρχουν μονάχα στις ιστορίες. -Τι ξέρεις; τη ρωτάω. Γελάει. -Δεν ξέρω τίποτα, μου λέει και γελάει. Είμαι πολύ κουρασμένη σήμερα. Δε νοιώθει καμία ενοχή που την κοιτώ με πόθο. Αυτό έλειπε. Και με καλεί να της μάθω πράγματα. -Εσύ ξέρεις πολλά παππού, εσύ. Θα μου μάθεις κι εμένα; μου λέει χαμογελώντας. Δεν ξέρει τίποτα. Να της μάθω, θέλει να της μάθω. Όμως εγώ τι ξέρω; Μια ηλικιωμένη γυναίκα με ποδιά μαζεύει κάτι ασπρόρουχα από την κρεμάστρα απέναντι. Τη βλέπω από το παράθυρο. Ανεμίζουν στον αέρα. Απέναντι είναι η θάλασσα. Μυρίζει πράσινο σαπούνι, θυμάρι και φύκια. Είναι απόγευμα και φυσάει ένας ζεστός νοτιάς. Ο ήλιος καίει σε καθαρό ουρανό. Ζεσταίνομαι πολύ. Αφήνω τα ρούχα στην άμμο και μπαίνω. Το νερό με τυλίγει και νοιώθω το σώμα μου να σφίγγεται για μια στιγμή, ώσπου χαλαρώνει κι απλώνεται πάλι. Ξαπλώνω ανάσκελα στην επιφάνεια του νερού και κλείνω τα μάτια. Ο ήλιος με χτυπάει στο πρόσωπο, το νερό μου δροσίζει το κεφάλι. Ανοίγω τα μάτια και κοιτώ κατευθείαν τον ήλιο. Με τυλίγει το λευκό φως. Κάθεται σε ένα πτυσσόμενο σκαμπό στην άκρη της παραλίας με την πλάτη προς τη θάλασσα. Έχει πάρει αγκαλιά ένα μπλοκ ζωγραφικής, έχει αποθέσει την παλέτα στο δεξί της γόνατο και ζωγραφίζει. Βγαίνω από τη θάλασσα και στέκομαι δίπλα της. Το λευκό φως σκοτεινιάζει ξανά κι ακούω ήχους από βόμβες που σκάνε και κραυγές τραυματισμένων. Αλλά χάθηκα πάλι στις σκέψεις μου… http://nomads-tales.blogspot.com/2009/02/calveros-partner.html Είναι 16 χρονών. Την άκουσα σήμερα να μιλάει στο τηλέφωνο με κάποια φίλη της χωρίς να ξέρει ότι είχα βγεί απο το γραφείο. Δεν το ήθελα, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω. Λέει πως έχει εδώ και δυό χρόνια έναν φίλο που είναι γκέι. Είναι ο πρώτος της, αλλά τον έχει απατήσει αρκετές φορές. Λέει πως της αρέσουν και τα αγόρια και τα κορίτσια και πως με μερικές της φίλες το έχει κάνει. Λέει μάλλον ψέματα. Δεν έχει κλείσει τα 17. Η ακμή στο πρόσωπό της προδίδει τη λαγνεία της. Τα μάτια προδίδουν το δισταγμό της. Βρίσκεται στη στροφή, καβαλικεύει την περίοδο της μετάλλαξης. Γίνεται γυναίκα. Η θηλυκότητά της φαίνεται όταν το βλέμμα της ξεχνιέται κι όταν ακούει μια βαθειά αντρική φωνή. Στην αλλαγή του τόνου της φωνής της. Είναι ακόμα παιδί. Μικροκαμωμένη, 40 ίσως 45 κιλά. Η παιδικότητά της φαίνεται απο τον σφιγμένο τρόπο που κάθεται, ως τη διακύμανση των εκφράσεων συστολής και προσμονής στο πρόσωπό της. Διαδέχονται η μια την άλλη με μεγάλη ταχύτητα. Αισθάνεται συνεχώς κουρασμένη, λέει. Τίποτα δεν τη γεμίζει. Τη μια στιγμή μου διηγείται τα μαθήματα του σχολείου και την επόμενη η ψιλή φωνούλα της βραχνιάζει και νοιώθω το μυαλό της να ταξιδεύει στο σεξ. Νομίζω πως είναι παρθένα και λέει παραμύθια. Μιλάει όμως 5 γλώσσες. Γράφει ποίηση στα αγγλικά -μου έδειξε μερικά ποίηματα. Πρωτότυπη ποίηση. Και θέλει να κάνει τη σχολική της εργασία πάνω στη Ζυστίν. Στα γαλλικά. Θεωρεί τον Μπουκόφσκι διασκεδαστικό. Η Αριάδνη μου. http://nomads-tales.blogspot.com/2007/10/blog-post.html Τι άλλο ξέρω; Είμαι 55 χρονών. Έχω ένα παιδί, ένα αυτοκίνητο, ένα σκύλο, μια γάτα, ένα σπίτι και μία γυναίκα. Υποφέρω από πόνους και η μνήμη μου παίζει άσχημα παιχνίδια. Η Άννα και η Ελένη λείπουν όμως. Ευτυχώς ο Ξέρξης είναι στα πόδια μου. Τον χαιδεύω τώρα και ρορονίζει. Έξω από το γραφείο μου είναι άνοιξη. Το γραφείο είναι μπροστά από δυο παράθυρα. Βλέπουν το πίσω μέρος της αυλής. Πότε χρησιμοποιώ το γραφείο για να γράφω και πότε παίρνω αγκαλιά το λάπτοπ και κάθομαι στον καναπέ. Φοράω συνήθως μια γκρίζα φόρμα. Σήμερα φοράω πράσινη. Αποθέτω τον υπολογιστή σε ένα μαξιλάρι επάνω στα πόδια μου και κοπανάω τα πλήκτρα. Ανοίγω ταυτόχρονα την τηλεόραση και κοιτώ πότε τη μια και πότε την άλλη οθόνη. Οι εναλλασσόμενες εικόνες με ξεκουράζουν. Δεν καταλαβαίνω τον ήχο, δεν παρακολουθώ τι γίνεται. Λειτουργεί σαν μουσική υπόκρουση. Εκτός κι αν έχω βάλει κάποιον δίσκο να παίζει. Προτιμώ την τζαζ τελευταία. Μα τώρα είμαι στο γραφείο. Κοιτάω το σκυλί που παίζει έξω στην αυλή τσαλακώνοντας τα αγριολούλουδα. Τα πεύκα είναι γεμάτα καινούργια κουκουνάρια, άνθη και φωλιές από κάμπιες. Ένα χαλί κιτρινοπράσινη γύρη σκεπάζει τα πάντα. Έχει ησυχία και το φως είναι υπέροχο, βλέπω έναν κοκκινολαίμη κι ακούω τα πουλιά να μιλάνε. Το σκληρό λευκό φως στην οθόνη του υπολογιστή ετοιμάζεται πάλι να απορροφήσει τη μορφή μου. Ταξιδεύω στα πίξελ της λευκής σελίδας του επεξεργαστή κειμένων. Πάντα η ίδια διαδικασία. Έτσι νομίζω, πως αυτό που πριν λίγο συνέβη, μου συμβαίνει πάντα. Λέω νομίζω, γιατί δεν θυμάμαι πραγματικά. Έχω όμως έντονα αυτή την αίσθηση. Για την ακρίβεια, δεν καταλαβαίνω τι γίνεται. Βλέπω κάτι παράξενα φώτα στον αέρα και το μυαλό μου ξαφνικά εκβάλει σε στιγμιαίους κόσμους. Καθένας από αυτούς διαρκεί όσο αντέχει μια ματιά. Μετά χάνεται. Ώσπου να σκεφτώ τι έγινε, περνάει και χάνεται στα αζήτητα της μνήμης. Κι ότι έχω προλάβει να διασώσω στον υπολογιστή, μόνο αυτό υπάρχει πια. Μετά ξεπροβάλει ο επόμενος και με παίρνει στα δικά του νερά. Αποσπασματικοί κόσμοι. Και το σκυλί γαβγίζει. Που και που συγκρατώ ένα μικρό κομματάκι από την ατέλειωτη τοπιογραφία που περνάει ανεξέλεγκτη στο μυαλό μου, από το μπερδεμένο αλισβερίσι ανθρώπων και ζώων όλων των εποχών. Λες και ο χρόνος μπερδεύτηκε κι από το ένα του σημείο με εκτοξεύει στο άλλο, χρόνια κι αιώνες μακριά, σε άλλες πόλεις και με ανθρώπους πότε άγνωστους και πότε οικείους. Αλλά δεν θυμάμαι ποιοι είναι αυτοί και τι δουλειά έχουν μαζεμένοι στο μυαλό μου. Τότε τα μικρά κομματάκια, σα ναυαγοί στη σχεδία της ασυνάρτητης μνήμης συμπλέκονται με το επόμενο σκηνικό. Έτσι βλέπω καμιά φορά έναν κλασσικό βρετανό μπάτλερ να σερβίρει με άψογη κίνηση τη σαμπάνια σε ένα πεντάχρονο αγοράκι που παίζει κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι. Άλλοτε , στα καταπράσινα βράχια της Μάνης, ανάμεσα στα ανθισμένα φλομόχορτα και την καφετιά πέτρα να γυαλίζει στον ήλιο, ξεπροβάλλει το ξενοδοχείο του Ντουμπάι που μοιάζει με ιστιοφόρο έτοιμο να σαλπάρει. Δίπλα γκαρίζει ένας γάιδαρος. Η αντηλιά λιώνει στον αέρα πάνω από τις πέτρες που ψήνονται και τα χρυσά τζάμια του τεράστιου οικοδομήματος αστραποβολούν στον γαλανό ουρανό και τη μακρινή θάλασσα ανάμεσα στα χαλάσματα και τα πυργόσπιτα Παίρνω τα μάτια από την οθόνη κι έχουν περάσει ώρες, έξω έχει αρχίσει να σκοτεινιάζει. Και τότε δε θυμάμαι πια τίποτα, αλλά μια ακόμα ιστορία έχει γραφτεί. http://nomads-tales.blogspot.com/2008/08/blog-post_27.html Κάθε ιστορία μοιάζει άσχετη με τις άλλες. Ωστόσο, χωρίς να κατανοώ τον τρόπο, κάπου νομίζω πως υπάρχει μια κλωστή που τις ενώνει. Τι να κάνω; Να συνεχίσω παράλληλα την καταγραφή των όσων μου συμβαίνουν ή να αφεθώ εντελώς και να πάω; Τι στο διάβολο γίνεται; Αφήνω τα δάχτυλά μου να τρέξουν μόνα τους στα πλήκτρα κι ό,τι βγει. Υπνωτισμένος σχεδόν, παρακολουθώ κάποια γυναίκα στην Πορτογαλία. Έπειτα νοιώθω εγκλωβισμένος σε ένα γυναικείο σώμα και μετά ανατινάζομαι από βόμβα. Κάπου συναντάω το λόρδο Βύρωνα και βρίσκω μια ασπρόμαυρη πέτρα. Ξέρω πως έχω χαθεί στις ιστορίες-όνειρα κάπως ανορθόδοξα, ξέρω πως σάλπαρα και ταξίδεψα μίλια κι αιώνες, πως τραυματίστηκα στον ώμο από βεδουίνους και με έσωσε ένας λευκός πάνθηρας, ξέρω πως στάθηκα αυτόπτης μάρτυρας στην ανακάλυψη του LSD, πως με ερωτεύτηκαν γυναίκες και πως αγάπησα εκείνη ξανά και ξανά, σε μυριάδες μορφές και σώματα. Ξέρω πως όλα είναι πιθανά κι όλα μπορούνε να συμβούν όταν με ρουφάει αυτή η οθόνη. Μα νόημα δεν βγαίνει έξω από αυτήν. Οι ιστορίες το κρατούν εκεί, κρυμμένο μέσα στη λευκότητα, με περιγελούν και με αφήνουν να τις βιώνω, χωρίς να μπορώ να πάρω μαζί μου κάποιο συμπέρασμα στην επιστροφή. Μετά με πετάνε έξω από τον κόσμο τους γυμνό κι αναίσθητο, χωρίς λάφυρα και αποδείξεις, μονάχα με μια γεύση αλατιού και καβουρντισμένου αμύγδαλου στο στόμα, μια γεύση παράξενη, πιθανότατα κι αυτή αποτέλεσμα των διάφορων πρόσφατων γεύσεων που ξέμειναν στη σχεδία της μνήμης. Μια μπερδεμένη γεύση και μια συχνή αίσθηση deja vu, αυτό μονάχα μου επιτρέπουν. http://nomads-tales.blogspot.com/2008/09/blog-post_04.html Η τηλεόραση παίζει ακόμα. Κανείς δεν παρακολουθεί. Νοιώθω εξαντλημένος. Νοιώθω τα χρόνια μου να τελειώνουν. Είμαι 70 χρονών. Γράφω πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με αυτά που με προβληματίζουν. Παράξενες ιστορίες. Και τι μ’ αυτό; Τι άλλο ξέρω; Που είναι η γυναίκα μου; Που είναι η Ελένη; Γιατί είμαι μόνος στο σαλόνι; Στην τηλεόραση μια διαφήμιση. Μια έφηβη κοπέλα λούζεται. Είναι δεν είναι 16 χρονών. Απολαμβάνει τη σαπουνάδα με έκφραση μισής γυναίκας μισού παιδιού. Με καρφώνει με το βλέμμα της άγνοιας κινδύνου, με το βλέμμα του πόθου για κάτι απροσδιόριστο, κάτι ακόμα άγνωστο μα επιθυμητό από ένστικτο. Νοιώθω να ερεθίζομαι. Το πλάνο αφήνει να φανεί λίγο από το σφριγηλό της στήθος. Κλείνει τα μάτια και αφήνει το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω. Την θέλω. Η στύση μου αυξάνεται. Είναι παιδί. Είναι γυναίκα. Είναι διαφήμιση. Πεινάω. Γράφω: παρατηρώ. δε θυμάμαι. γράφω εκείνη νήμα όνειρα ανάμεσα Παρατήρηση, καταγραφή. Πρέπει να γράψω για να καταλάβω. Αλλά τι; Τώρα πάντως η οθόνη δεν είναι πια τόσο λευκή. Ίσως καταφέρω να πιαστώ από κάποιο γράμμα, ή έστω ένα σημείο στίξης όταν με ξαναρουφήξει. Να κρατηθώ από ένα πελώριο λατινικό ερωτηματικό. Να πατήσω πάνω στην τελεία του και να αγκαλιάσω την καμπύλη του λαιμού του. Να παρατηρώ από την ασφάλεια του ερωτηματικού μου. Να γράφω αυτά που σκέφτομαι. Ξεχνώ γρήγορα. Όλα μοιάζουν ασύνδετα, άσκοπα. Και πολύ μπερδεμένα. Σκέφτομαι την Αριάδνη. Έχει αθώο βλέμμα, αλλά μέσα του βλέπω πράγματα της κόλασης. Με περνάει από την τρυφερότητα στον ερεθισμό σα να παίζει σχοινάκι. Κοιτώ την έντονη ακμή και τα σκούρα καστανά μαλλιά της. Φοράει αθλητικά παπούτσια κι ένα παλιό τζιν. Από πάνω ένα κόκκινο κοντομάνικο μακό. Η κοιλίτσα της απέξω. Βλέπω τον ελαφρά φουσκωμένο αφαλό και φαντάζομαι πως ο λώρος ήταν εκεί μέχρι χτες. Σε λίγο θα μεταμορφωθεί. Θα ήθελα να την δω στα 25 και στα 30, να δω την ωρίμανσή της. Λένε πως οι καλοί άνθρωποι ωριμάζουνε σαν το καλό κρασί. Γίνονται ακόμα καλύτεροι. Είμαι σίγουρος πως είναι καλή. Δεν θυμάμαι γιατί και από που την ξέρω. Αλλά χάρη στις σημειώσεις μου, ξέρω ποια είναι. Η πλοηγός μου. Σκύβω στο πληκτρολόγιο και το άσπρο φως επιστρέφει.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
27.4.09
7
Aπαντήσεις
Eνότητα: Χάρτες