Η φάλαινα στη μπανιέρα

«Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου. Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος...» Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική
Αυτή η φράση στριφογυρνούσε μέσα μου. Αλλά τότε, δεν είχε κανένα νόημα. Δεν υπήρχε τίποτα γύρω μου, τίποτα έξω από μένα, μονάχα εγώ μέσα στο τίποτα. Αναρωτιόμουν αν αυτό το τίποτα σήμαινε κάτι. Αν εγώ σήμαινα κάτι. Συνειδητοποίησα ότι να σημαίνεις κάτι, είναι μια σύγκριση. Μα δεν υπήρχε τίποτα να συγκριθώ. Υπήρχα εγώ που σκέφτομαι. Κι αυτό ήταν όλο. Όλα ήμουν εγώ. Θα έπρεπε λοιπόν να νοιώθω κάτι κι αυτό το κάτι να λέγεται ευτυχία. Μα δεν ένοιωθα τίποτα. Τίποτα απολύτως. Το Εγώ μου δεν είχε νόημα γιατί δεν υπήρχε κάτι πέρα από αυτό. Δεν υπήρχε κάτι να δω να το χαρώ. Τίποτα να οσφρανθώ, να θωρώ, να γεύομαι. Ένα μαύρο τριγύρω. Δεν υπήρχε κάτι να γρικώ. Σιωπή. Δεν υπήρχε μια πέτρα να αγγίξω. Κενό. Δεν υπήρχε δρόμος να περπατήσω, δεν υπήρχε μυρωδιά, δεν υπήρχε γεύση, αίσθηση καμία, αυτό σημαίνει τίποτα. Και δεν υπήρχε άλλος από εμένα. Υπήρχα Εγώ. Στην αρχή σκέφτηκα ότι τίποτα σε αυτό το τίποτα δεν είχε νόημα. Θέλησα να πάψω να υπάρχω. Μα δεν υπήρχε τρόπος να το κάνω, κάποιο όργανο να με πληγώσει, από κάπου να πέσω, κάτι να με κάνει να μην ζω πια, τίποτα δεν υπήρχε, τίποτα. Βασανιζόμουν από το τίποτα. Με το τίποτα. Για το τίποτα. Τότε σκέφτηκα πως αφού δεν γινόταν ξαφνικά να σταματήσω να υπάρχω εγώ, έπρεπε να υπάρξει κάτι πέρα από εμένα. Αλλά πως; Πώς να υπάρξει κάτι από το τίποτα. Καιρό σκεφτόμουν στο σκοτάδι. Ώσπου ανακάλυψα τον τρόπο. Αν δεν υπήρχε τίποτα παρά μονάχα εγώ, έπρεπε να διαιρεθώ. Να γίνω ο ίδιος κάτι περισσότερο από μένα. Να μοιραστώ. Να μιλήσω με μένα. Να αγγίξω τον εαυτό μου. Να μυρίσω την ανάσα μου. Να δω τη μορφή μου. Να γίνω όλα. Να γεμίσω το τίποτα. Επεξεργαζόμουν το σχέδιο πολύ καιρό. Μα ούτε ο καιρός είχε κάποιο νόημα τότε. Χρόνος δε σήμαινε, φυσικά, τίποτα. Συσσώρευα σκέψεις. Και διογκωνόμουν. Από αυτές διογκωνόμουν. Ένοιωθα τώρα, επιτέλους, κάτι. Να φουσκώνω, να γεμίζω από κάτι. Από Λόγο. Μα ο Λόγος δε μου ήταν αρκετός. Χρειαζόμουν μια αιτία, κάτι έξω από μένα, να μοιραστώ σε κομμάτια τόσα πολλά που το καθένα τους να έχει χιλιάδες άλλα να συνδιαλέγεται και ποτέ τους κανένα να μη νοιώσει το μαύρο το τίποτα. Χρειαζόμουν κομμάτια που να επιστρέφουν σε μένα και να τα ξαναστέλνω έξω μου. Έπρεπε να δημιουργήσω από τον εαυτό μου έναν άλλον, ναι, τώρα το έβλεπα καθαρά, μονάχα έτσι θα έδινα ένα νόημα στο τίποτα. Παράδεισος είναι ο άλλος.
Επεξεργάστηκα καλά το σχέδιο. Τα κομμάτια μου δεν έπρεπε να κατανοούν πως εκπορεύονται από μένα. Γιατί και τότε πάλι δε θα είχε νόημα η ύπαρξή τους. Ήθελα να γίνω εγώ άλλος κι ο άλλος να είμαι εγώ χωρίς να το ξέρω, χωρίς να το ξέρει. Για να συνομιλούμε. Τα κομμάτια μου δεν θα έπρεπε να πλέουν στο τίποτα κι έτσι άλλα έπρεπε να αποκτήσουν επίγνωση κι άλλα να μείνουν σαν υλικά, πάνω στα οποία θα έχτιζαν τα πρώτα. Τα κομμάτια μου έπρεπε να νοιώθουν. Κι αυτό σήμαινε πως έπρεπε να τους δώσω τρόπο να συγκρίνουν. Άρα δεν μπορούσαν να είναι ομοιόμορφα. Τα κομμάτια μου έπρεπε να έχουν ενδιαφέρον και πόθο να ζουν κι όχι σαν εμένα να θέλουν να σταματήσουν να υπάρχουν. Αυτό σήμαινε πως η ζωή τους έπρεπε να συναντά δυσκολίες και να είναι φθαρτή, όχι άχρονη σαν τη δική μου. Τα κομμάτια μου θα με περιείχαν. Έπρεπε να μπορούν να αντιληφθούν αυτή τους την αρχική ουσία χωρίς όμως να τους εμποδίζει ετούτη η επίγνωση να ζουν, γιατί τότε θα επέστρεφαν γρήγορα σε μένα και το τίποτα θα ξανάρχιζε. Η δημιουργία του άλλου έπρεπε να είναι στιγμιαία, γιατί ο πόθος να δημιουργήσεις συνεπάγεται πόνο. Η εξέλιξη μπορούσε να είναι απεριόριστη. Τα κομμάτια μου έπρεπε να έχουν περιορισμούς γιατί μέσα από αυτούς μονάχα θα μπορούσε να πολεμηθεί το τίποτα με το νόημα και νόημα δεν έχει τίποτα το απεριόριστο. Θα έπρεπε να έχουν χιλιάδες, εκατομμύρια μορφές για να τους ενδιαφέρει η εξερεύνηση. Να μπορούν να υποφέρουν για να κατανοούν την έννοια της διάσπασής μου μα και να έλκονται για να εντοπίζουν στη διάσπαση την ενότητα.
Ήθελα να ποθούν το νόημα. Να έχουν μέτρα, με τα οποία να αντιλαμβάνονται πως είναι όλα αυτά που σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν ας πούμε ένα απαλό χάδι, ένα υλικό που δεν θα ήταν μαύρο, θα μύριζε όμορφα, θα μπορούσα να το δω και να το ακουμπήσω, θα είχε κάποια γεύση και ενέργεια που θα μεταβαλλόταν με το πέρασμα του χρόνου, θα ακολουθούσε τις μεταβολές που θα συνέβαιναν γύρω του και θα το ονόμαζα άνθος. Έπρεπε να έχουν αισθήσεις για να το νιώσουν. Έπρεπε με αυτές να αντιλαμβάνονται καταστάσεις. Άρα χρειαζόταν να δημιουργήσω την ενέργεια που θα κρατούσε σε κίνηση και θα τους έδινε τις παραστάσεις που εγώ δεν έχω και μόνο να φαντάζομαι μπορώ. Έπρεπε να πάρουν μια πορεία, να κινηθούν σε κάτι που δε θα ήταν τίποτα πια, μα να επιστρέψουν κάποτε σε μένα, να με συγκροτήσουν πάλι, να μου διηγηθούν τις θαυμαστές τους περιπέτειες. Για να έχει, επιτέλους, κάτι νόημα. Γιατί εγώ μονάχος μου είμαι το τίποτα. Τα κομμάτια μου, η διανομή μου σε αυτά, είναι το παν. Ο άλλος. Κι έτσι, αφού καιρό πολύ επεξεργάστηκα εκατομμύρια λεπτομέρειες και φούσκωσα και πλάτυνα κι άπλωσα πολύ στο τίποτα που έννοια δεν έχει, επιτέλους, ήρθε η στιγμή. Κι άκουσα ήχο δυνατό. Ήταν ο πρώτος ήχος που άκουσα και μέσα σε αυτόν τον μεγάλο κρότο, διέκρινα μία προς μία όλες τις νότες. Και έτσι τραγούδησα για πρώτη φορά τις βροντές και γεύτηκα το αίμα και μύρισα τη σκόνη κι ακούμπησα τη φωτιά και γέννησα το φως, το πρώτο και ύστατο που είδα ολόκληρος προτού διαλυθώ στην ευτυχία. Τότε ο ήλιος ανέτειλε στο ένα μελίγγι μου κι έδυσε στο άλλο. Μα είχα κάνει ένα αρχικό σφάλμα. Η δημιουργία είναι στιγμιαία. Και είναι ανέφικτη η αιώνια ευτυχία που φανταζόμουν. Δεν έχει νόημα. Κάτι χωρίς σύγκριση δεν έχει ορισμό. Έπρεπε να το είχα καταλάβει, μα ο πόθος μου να διαιρεθώ με εμπόδιζε. Το βασικό δημιούργημα που μπορούσε να προκύψει χωρίς να είναι πάντοτε υποκατάστατο ζωής στον κόσμο που είχα φτιάξει, ήταν η μουσική. Έτσι ο άλλος που τώρα είχα γίνει, έζησε την ευτυχία του για καιρό, τραγούδησε πολύ και βελτίωσε το δικό μου βροντερό τραγούδι χαρίζοντάς του ρυθμό και μελωδία, μα κάποια στιγμή αναπόλησε τη θλίψη των άλλων μορφών δημιουργίας. Ώσπου γέρασε, μέσα σε πλήθος νέων άλλων που από τα αρχικά μου κομμάτια είχαν προκύψει και πολλαπλασιαστεί, όπως εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να είχα γεράσει. Και κάποτε ετοιμάστηκε να επιστρέψει σε μένα, εμένα που δεν υπήρχα πια ολόκληρος. Έκανε τότε τον απολογισμό της ευτυχίας του και των στιγμών της δικής του μικρής δημιουργίας. Γεννήθηκε δημιουργός εξαιτίας εκείνου του αρχικού σφάλματος, μα ταυτόχρονα ήξερε πως δε μπορούσε να αλλάξει τίποτα πραγματικά. Γιατί η βασική δημιουργία είχε ήδη συντελεστεί και μόνο η εξέλιξη απέμενε για εκείνον. Όμως επέμεινε. Ο άλλος μου, μια που δεν μπορούσε να δημιουργήσει πραγματικά, να διασπαστεί σε μια κολοσσιαία έκρηξη, επινόησε τον επόμενο τρόπο. Άρχισε να λέει ιστορίες. Όπως εγώ φανταζόμουν τα άνθη προτού δημιουργηθούν και τον ήλιο προτού με φωτίσει, εκείνος φανταζόταν ιστορίες προτού συμβούν. Κάποτε θα συνέβαιναν, έλεγε, όσο εξωπραγματικές κι αν έμοιαζαν. Και τι θα πει πραγματικότητα; ρωτούσε εκείνους που του υποδείκνυαν το απίθανο των ιστοριών του. Και τι θα πει πιθανό; Κάτι τέτοιους ανθρώπους τους χαρακτηρίζουν εύκολα: Ψωνισμένοι. Τους αποδίδουν μια εσωτερική έπαρση πολύ πιο ιλαρή από την έπαρση που δηλώνεται. Αλλά εκείνος ήταν σίγουρος, το ήξερε μέσα σε κάθε του κύτταρο. Κάθε ιστορία δημιουργούσε κι έναν νέο δυνητικό κόσμο. Και όλες οι πιθανότητες θα πραγματοποιηθούν με τον χρόνο. Όσο το σκεφτόταν, μια μουσική με βιολιά κι ακορντεόν που αγκαλιάζονται, αντηχούσε στο κεφάλι του. Και φυσικά, μαζί με αυτή την χαρούμενη γνώση, μπορούσε έχει και την δραματική: η εξέλιξη των ιστοριών, η μικρή του δημιουργία, θα συνέβαινε κατά πάσα πιθανότητα μετά από τον θάνατό του. Τότε που η ερμηνεία θα γινόταν ενασχόληση εκείνων που θα έκαναν έργο τους την κριτική έργων των άλλων, και κάποτε θα ανέλυαν και τη δική του προγενέστερη δημιουργία. Ματαιόδοξος λοιπόν. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Ανήκε στο είδος των παραμυθάδων που προτιμούσαν να μιλούν περισσότερο με εικόνες. Αντί να διηγείται μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, προτιμούσε να δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο μέσα τον οποίον εξελίσσονταν παράλληλα πολλές ιστορίες. Από τη στιγμή που κατάφερνε να θεμελιώσει το πλαίσιο, κάθε ιστορία ξεκινούσε μονάχη της. Εκείνος δεν είχε παρά να τις αποτυπώσει και να βρει τη σκυτάλη, που καθεμία θα παρέδιδε στην άλλη. Γιατί κάθε ιστορία έχει μια σκυτάλη και κάθε επόμενη γνωρίζει πως η εξέλιξη χρειάζεται τη σκυτάλη. Όμως οι κόσμοι που προτιμούσε να δημιουργεί, ήταν συνήθως παράλογοι. Ίσως γιατί ο ίδιος θεωρούσε μάταιη κάθε απόπειρα επεξήγησης και διδακτικού μηνύματος δια μέσου της λογικής. Γι αυτό ακριβώς, οι κόσμοι του ήταν συχνά και ερωτικοί. Ένοιωθε μέσα του ότι η δημιουργία μιας ιστορίας και ο έρωτας μοιάζουν, γιατί έχουν κοινά χαρακτηριστικά. Τον πόθο της εξερεύνησης του αγνώστου, τον παραλογισμό, τον αρχικό θαυμασμό, την επανάληψη και, φυσικά, το τέλος. Τώρα κοιτούσε το αποτέλεσμα της έμπνευσής του. Τα χειρόγραφα ήταν πυκνογραμμένα. Ξαναδιάβαζε και χαμογελούσε. Είχε επιτέλους ολοκληρώσει το έργο μιας ολόκληρης ζωής, την ιστορία που θα δημιουργούσε κάποτε τον καινούργιο κόσμο. Ο κόσμος αυτός θα ήταν άκρως ερωτικός κι εντελώς παράλογος. Στη διαδρομή για την αναζήτηση κάποιου σκοπού που δεν διευκρινιζόταν, ο ήρωάς του καταργούσε την έννοια της δομής στην αφήγηση. Ο ιστός των κοινωνικών σχέσεων που προέκυπταν από την άτακτη κίνηση του πρωταγωνιστή του μέσα στον επινοημένο κόσμο, διαλυόταν σε κάθε κεφάλαιο για να επανασυντεθεί στο επόμενο διαφορετικά. Ο ερωτευμένος ήρωας δολοφονεί, απιστεί, κατεβαίνει στην κόλαση και κλέβει την πέτρα του Σίσυφου, την φέρνει επί γης και την κουβαλάει ο ίδιος μέσα του, γνωρίζοντας από την αρχή πως είναι αιχμάλωτος του παράλογου. Ξέροντας ότι ο έρωτας θα τελειώσει, ότι η πέτρα θα επιστρέψει στη βάση του βουνού, ότι ο κόσμος στον οποίον κινείται θα διαλυθεί τελικά σε μια σωρό γραμμάτων που συγκροτούν αλφάβητα, σε μια σωρό σκέψεων που επανέρχονται στην καθημερινότητα των άλλων κόσμων, αυτών που για λίγο διάστημα κοιμήθηκαν ώστε να μπει ο αναγνώστης στον δικό του.
Ο ήρωάς του έχει από την αρχή πλήρη επίγνωση της προδιαγεγραμμένης του πορείας και του μάταιου κι όμως η συμπεριφορά του ακολουθεί τη λογική της άγνοιας. Λειτουργεί και κινείται σα να ήταν απολύτως ελεύθερος να συναντήσει στο δάσος έναν μονόκερο ή έναν σκίουρο με παντόφλες. Γνωρίζει ότι οι ερωτικές του περιπέτειες αποτελούν φαντασιώσεις του συγγραφέα του, ξέρει ακόμα ότι δεν είναι ο ίδιος πραγματικός αλλά ένας ήρωας στη σκέψη ενός άλλου, που ίσως κι αυτός ακόμα να μην είναι παρά επινόημα στη σκέψη κάποιου άλλου, που με τη σειρά του… Κι όμως καθοδηγεί τον δημιουργό του, τον πιάνει εκείνος από το χέρι και τον ταξιδεύει στον κόσμο του, εξαναγκάζοντας τον να δημιουργήσει τον τόπο που εκείνος θα ζήσει κουβαλώντας την πέτρα της ματαιότητάς του. Όλα του φαίνονται φυσικά τριγύρω και δεν αναρωτιέται ακόμα και για τα πιο εξωφρενικά, όπως στο σημείο που συναντά μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο κι ερωτεύεται αυτή την απουσία χαρακτηριστικών, γιατί μπορεί επάνω στη λευκή μορφή να ζωγραφίσει εκείνη που φαντάζεται. Ενώ γνωρίζει ότι δεν είναι παρά πιόνι στα χέρια που και τον ίδιον ζωγραφίζουν με γράμματα, εκείνος νοιώθει αυτόνομος ακόμα κι όταν συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχουν λευκές μορφές, αλλά εξωραϊσμένα χαρακτηριστικά που τώρα διεκδικούν τη θέση τους στον κόσμο που τα έφερε. Οργανώνει την επανάσταση των σωμάτων όταν στο κεφάλαιο 8 ο συγγραφέας τον βάζει να ταξιδέψει στη χώρα του μη τόπου, όπου ακόμα και τα βράχια στις σπηλιές φιλοσοφούν και που οι άνθρωποι δεν έχουν σώματα αλλά κινούνται στο χώρο σα φωτεινά ενεργειακά πεδία καθαρής σκέψης, παρότι εκείνος αναγνωρίζει μορφές φιλοσόφων στα φωτεινά σημάδια. Σε άλλο κεφάλαιο ο ήρωας οργανώνει τους αντιφρονούντες της προόδου και τους λαθραίους εραστές μιας βιβλιοθήκης. Οι επαναστατημένες ιδέες εκπίπτουν και κατεβαίνουν την εξελικτική κλίμακα για να ξαναγίνουν σάρκινοι, απεμπολούν την απόλυτη ελευθερία τους για χάρη της υλικής φυλακής των προγόνων τους γνωρίζοντας πως έτσι θα πάψουν να είναι αθάνατοι. Κάπου αλλού επινοεί μια αλλόκοτη εκδοχή της αγάπης για να γλιτώσει από την οργή ενός γαλάζιου πνεύματος. Ο συγγραφέας κοιτούσε τον ήρωά του να δημιουργεί κόσμους από το τίποτα και τώρα, στην τελευταία σελίδα, ήταν πια βέβαιος ότι ο μύθος έχει τη δύναμη να αποδομήσει τα στερεότυπα της ανθρώπινης σκέψης, που έχει μάθει να λειτουργεί μέσα σε κοινωνικές συνθήκες και να αυτοπεριορίζει τις μαγικές της ικανότητες ανάλογα με την εποχή και τον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο ζει ο φορέας της. Ο ήρωάς του, ο Ζ. ήταν επαναστάτης και δον ζουάν, είχε επιζήσει στο λαβύρινθο, είχε σκοτώσει, είχε αγαπήσει, είχε κάνει λάθη, είχε ανταμώσει με τους θεούς και τα δαιμόνια, είχε ξεδιψάσει από το φλασκί των ηδονών, είχε βγει γυμνός στην κεντρική πλατεία, είχε ματώσει και προδώσει, είχε εμπνεύσει, είχε σκαρφαλώσει σε βουνά, είχε μεθύσει, είχε χάσει την αγάπη της μόνης γυναίκας που αγάπησε κι είχε κερδίσει μια κονκάρδα που έγραφε «νερό» σε έναν αγώνα με πύρινες μπάλες στον κόσμο των δράκων. Τώρα λοιπόν, στην τελευταία σελίδα, ετοίμαζε τον ήρωά του να πεθάνει. Το βιολί και το ακορντεόν λικνίζονταν σαν εραστές που αγκομαχούνε στον τελευταίο οργασμό. Ο Ζ. κοίταζε τη φωτιά στο τζάκι. Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι που ήξερε πως ήταν το νεκροκρέβατό του κι ετοιμαζόταν. Αλλά δεν ήθελε να πεθάνει ακόμα, είχε να ολοκληρώσει κάτι. Ανασηκώθηκε, πήρε στα πόδια του το τετράδιο και το άνοιξε στην τελευταία σελίδα. Κοίταξε τον συγγραφέα που δημιούργησε τον κόσμο του να τον κοιτάει χαμογελώντας πλατιά. Διάβασε την τελευταία παράγραφο. Με κόπο έκλεισε το τετράδιο, τράβηξε την κουβέρτα και σιγά-σιγά, σηκώθηκε. Με αργά βήματα πλησίασε τη φωτιά, φίλησε το τετράδιο και το πέταξε στις φλόγες. Μετά επέστρεψε στο κρεβάτι και ξάπλωσε πάλι. Τώρα κοιτούσε τη φωτιά να δυναμώνει τρώγοντας τις σελίδες που αποτελούσαν το μόχθο μιας ολόκληρης ζωής. Επανέλαβε ψιθυριστά την τελευταία παράγραφο. «Το ήξερε πως ψάρευε φάλαινες μέσα σε μια μπανιέρα. Κι αυτή η επίγνωση ήταν που τον έκανε να συνεχίζει το ψάρεμα χαρούμενος. Δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Κάθε μπανιέρα μπορεί να γίνει ωκεανός όταν ανακαλύψεις το αιώνιο μυστικό της μεταμόρφωσης. Και σαν τον Σίσυφο, ένοιωσε επιτέλους ευτυχισμένος» ~
* Διασκευή απο έντυπο, και χώρος όπου η "Αύριο είναι μια καινούργια ημέρα" -και όποιος άλλος θέλει φυσικά- μπορεί να αναπτύξει τις απόψεις της περί Θεού, κατόπιν συζήτησης που προηγήθηκε εδώ: http://nomads-tales.blogspot.com/2008/08/macellaria.html Επίσης, το ποστ αυτό αποτελεί και "απάντηση" (συνειρμική, ουσιαστικά μη απάντηση, καθώς στη βάση των όσων λέει συμφωνώ) στο εξαιρετικό ποστ του Spy περί του "μαύρου", που δημοσιεύτηκε εδώ: http://spy-innerscapes.blogspot.com/2008/09/t.html

buzz it!

9 σχόλια:

Spy είπε...

Πω, πω...!











(ήταν ότι πιο βαθυστόχαστο κατάφερα να σκεφτώ...)
.
.
.
.
.
.
.
.
υ.γ. Θα το πάρω σπίτι να το δείξω στο συγγραφέα μου.

Ανώνυμος είπε...

Εν αρχή ην ο Λόγος.Και ο Λόγος ην προς τον Θεον.Και ο Θεος ην ο Λόγος.
Αν το κατα Ιωάννην συνέχιζε με το κείμενό σας θα είχε περισσότερο ενδιαφέρον.
(Αλλά φαίνεται ότι ο Ιωάννης ούτε τον Κενώ γνώριζε ούτε γαλλικά κόμικς του ΄70 διάβαζε).

Σελιτσάνος.

Κ.Κ.Μοίρης είπε...

ο Βαγγελης Ραπτόπουλος έγραψε πως υπαρχει μια πόρτα για να μπεις στην ιστορία που θέλεις να γράψεις και δεν έχεις παρά να αναζητήσεις αυτή την πόρτα

τώρα ανακαλύπτω πως μπορείς να μπεις κι απο τη μπανιέρα, αν ξεπεράσεις τις φοβίες σου με τις φάλαινες

(ωραία ιστορία, though)

cynical είπε...

Καλημέρα Νομάδα. Όλο και περισσότερο πειθομαο ότι εχεις περισσότερη σχεση με τη φυσικη απ' ότι εγώ. Και μαλιστα μια επι πλεον ξεχωριστη ικανοτητα. Να την διολισθαινεις προς τη μεταφυσικη. Αυτο το μοιρασμα του ευατου σε πολλα κομματια, σαν τη θεωρια των πολλαπλων συμπαντων μου ακουγεται.

sadcharlotte είπε...

είμαι ήδη στην τρίτη ανάγνωση και το μονο που μπορω να πω είναι: ουαου

Surrealist είπε...

Τι να πω τώρα... μάλλον σιωπή θα κρατήσω

υπεροχή έχεις και φαίνεται... μεγαλείο

Υ.Σ. το σχόλιό σου σε προηγούμενη ανάρτηση το συμπληρωματικό μου έδωσε έμπνευση (συγκεκριμένα τίτλο να το κρατήσω? BDSM επιρροές )

Σ΄ευχαριστώ!!!!

Nomad είπε...

Κατά(σ)κοπε,

(όπως βλέπεις, κι εγώ παρακολουθώ :Ρ )

το "πω...πω" να το εκλάβω ως ξένη γλώσσα*;;;

*Παπιαμέντος, τα μιλούν στη Λιμνούπολη και τα πέριξ



Σελιτσάνε,

μια μέρα θα ξαναδιαβάσω τα παλιά μου ζακούλα, τερόρ και ορίμπιλε (δε μπορεί, κάτι θα βρω στο πατάρι) και μετά θα γράψω τη συνέχεια της Αποκάλυψης
[με τίτλο "Ο ογδοος πότης"]
:Ρ :)

κΚΚΜοίρη,

και όμως, ο πραγματικός κίνδυνος είναι η μπανιέρα. Αυτή δαγκώνει. Τη φάλαινα τη βάλαμε εκεί για το εφέ, είναι φρόνιμη και τρώει πλαγκτόν.



Κυνική,

στην πραγματικότητα, έχω σχέση με την φυστικί. Και τη σπρώχνω προς την παταφυσική. Και τα σύμπαντα δεν είναι παράλληλα, αλλά ελαφρώς χορδισμένα [με αριστερό σπιν τα περισσότερα]



Λυπημένη μας καρλότα,

αυτό πάλι θα το εκλάβω ως χαιρετισμό της φυλής των Λιλιπούαούαούα.



Σουρεαλίστρια,

σας έχω εξαπατήσει οικτρά, έχω υπερχορδή και μεταλλείο. Να μιλάτε ελεύθερα, μη σιωπάτε, να εξωτερικεύεστε. Βεβαίως να κρατήσετε τα BDSM και να με φωνάξετε όταν τα κάνετε πρόβα.



Προς όλους,

σοβαρα τώρα, σας ευχαριστώ πολύ...
[Αντιμετωπίζω την εξής ασθένεια, ενώ στα ποστ γράφω ενίοτε πιο "σοβαρά" πράγματα, στις απαντήσεις των σχολίων μου είναι συνήθως αδύνατο να κρατηθώ και να μην διακωμωδήσω τα πάντα, οπότε συγχωρέστε με είχα πέσει στη μαρμίτα μικρός, καταλαβαίνετε, ευχαριστώ, παρακαλείτε, σανφεριεν, παντεκουά, κλπ...]

Αύριο είναι μία καινούρια μέρα! είπε...

-Παππού υπάρχει Θεός;

-Είσαι πολύ μικρή για να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα, μου απάντησε

-Παππού θα πεθάνεις κάποτε;
Εγώ θα πεθάνω;ξαναρωτούσα

-Δε θα πεθάνει κανείς μας μη στεναχωριέσαι. Φτιάχνω ένα φάρμακο που όταν θα το πίνουμε οι άνθρωποι κανείς μας δε θα πεθαίνει. Κοίτα να παίξεις τώρα.

Ήσυχη συνέχιζα τα παιχνίδια μου και κάπου-κάπου, όποτε κάποιος από το χωριό πέθαινε έλεγα:"άντε παππού, ετοίμασε γρήγορα το φάρμακο μη πεθάνουν κι άλλοι"

Κάποια μέρα στο σχολείο ο διευθυντής μετά την πρωινή προσευχή, μας είπε πως ο Στάθης,(ένας μαθητής της Β΄Δημοτικού, με κόκκινα μαλλιά, άσπρο δέρμα και φακίδες) πέθανε επειδή ήταν πολύ άρρωστος.
Ένας συμμαθητής μου γύρισε προς το μέρος μου και μουρμούρισε: "είχε λευχαιμία, γι΄αυτό δεν ερχόταν τον τελευταίο καιρό στο σχολείο".

Εκείνη την μέρα γύρισα στο σπίτι κλαίγοντας και θυμωμένη κατηγόρησα τον παππού πως δεν ετοίμασε το φάρμακο γι΄αυτό και ο Στάθης πέθανε.
Ο παππούς σκεφτικός με κοίταξε, άνοιξε τα μεγάλα χέρια του και μ΄έκλεισε στην αγκαλιά του.

Μεγάλωνα και μέσα μου μεγαλωνε και η πεποίθηση πως ο παππούς δε θα κατάφερνε να φτιάξει ποτέ το φάρμακο.

Έτσι όταν κάποιος πέθαινε απλώς το "δεχόμουν".

Στο σπίτι των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων η "παρουσία" του Θεού δεν ήταν στην "ημερήσια διάταξη".

Δεν είχαμε καμία γωνιά στο σπίτι με το καντήλι ν΄ανάβει μπρος σε μία εικόνα αγίου.Στην εκκλησία πηγαίναμε σε γάμους, βαφτίσια, κηδείες και το Πάσχα.Κι αυτό λίγο πριν την Ανάσταση, για το "Χριστός Ανέστη" που κι αυτό, όσο μεγάλωνα το αντικαθιστούσα με το "χρόνια πολλά".

Η "Δευτέρα Παρουσία", η "μεταθανάτια ζωή", η Κόλαση και ο Παράδεισος, αλλά και η "ανάσταση των νεκρών" δεν ήταν τα προς συζήτηση θέματα της οικογένειας.

Με παππού μέσα στο σπίτι, που είχε στους ώμους του φυλακές και εξορίες κοντά είκοσι χρόνια, η ζωή στο σπίτι είχε στραφεί στην αναζήτηση της "ανάστασης των ανθρώπων σ΄αυτή τη ζωή".

Έτσι το σχολείο, οι επιδόσεις σ΄αυτό, οι παρέες και η πολιτική δράση να κάνουμε τον κόσμο καλύτερο ήταν οι προτεραιότητες.

Βιβλία, πολιτικά και μη, φεστιβάλ, συνελεύσεις,συνέδρια, πορείες, συλλογή υπογραφών πότε για να φύγουν οι βάσεις και πότε για να απελευθερωθεί ο Μαντέλα...

Με εκείνα και με τ΄ άλλα συνέχιζα να μην αναρρωτιέμαι για την ύπαρξη του Θεού.Σ΄αυτόν τον κόσμο αν υπάρχει θεός, έλεγα,είναι μόνο παρατηρητής.

Και για μένα αυτό ισοδυναμούσε με το : "ανύπαρκτος".

Κάποια στιγμή, θυμάμαι, "θορυβήθηκα" όταν έμαθα ότι ο Γιάννης Σκαρίμπας από τη Χαλκίδα, άθεος κατά δήλωσή του, στις τελευταίες του στιγμές φώναξε τον παπά για να εξομολογηθεί.
Δύο ή τρεις φορές έστειλε τον παπά πίσω όσες τον ξανακάλεσε...

Μετά θυμάμαι τον παππού στα τελευταία χρόνια της ζωής του, την Μεγάλη Εβδομάδα να βάζει την τηλεόραση και να ακούει τροπάρια, ψαλμούς και ευαγγέλια. Του θύμιζαν τα παιδικά του χρόνια, μου έλεγε, όταν η μάνα του τον έπαρνε μαζί του στην εκκλησία τέτοιες μέρες.

Σήμερα κάποιες φορές σκέφτομαι: τόσοι άνθρωποι στον κόσμο βλέπουν στο οτιδήποτε γύρω τους τον Δημιουργό, την Αρμονία και την Ομορφιά που κάποιο Ανώτερο Ον "έφτιαξε".

Δεν βλέπουν ίσως ποτέ το τυχαίο ή τα "παιχνίδια" της ύλης.

Αναρρωτιέμαι αν δεν υπήρχε ο θάνατος, οι αρρώστειες και αν όλα σ΄αυτό τον κόσμο ήταν εξηγήσιμα και κατανοητά θα υπήρχε η "ανάγκη" του Θεού;

Ίσως και όχι λέω.

Όμως σε κάθε περίπτωση έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να με "ενοχλεί" η πίστη των ανθρώπων.Έχω πάψει να το βλέπω ως αδυναμία ή τη δική μου στάση ως υπεροχή.

Ο καθείς και τα όπλα του.

Μαθαίνω να σέβομαι αυτό που πιστεύει ο άλλος, εφόσων η πίστη του δεν τον οδηγεί στην από ψηλά θεώρηση των πραγμάτων, δεν τον οδηγεί στην προσβολή ή τον εξευτελισμό της άλλης άποψης.

Σέβομαι τον όποιο θρησκευόμενο όταν πίσω από την πίστη του κρύβεται η ανάγκη του να καταλάβει, να εξηγήσει, να αναζητήσει.

Ή ακόμη και να στηριχτεί σε κάτι.

Ωστόσο αν θέλω να στηριχτώ σε κάποιον πάντα θα επέλεγα ανθρώπους ποτέ -ίσως- το Θεό.

Εξάλλου μεγαλώνοντας ένιωθα πως η πραγματική ζωή είναι δύσκολη (όσο και όμορφη) και γι΄ αυτό κάποιες φορές με φόβιζε περισσότερο από τον θάνατο.

Αυτός απλώς μας οδηγεί στην ανυπαρξία.
Σ΄αυτό που ήμασταν πριν γεννηθούμε...


...................................


Κύριε νομάδα (ακούγεται κάπως, αλλά επιμένω) αιτιολόγηση δεν μπορεί να υπάρξει σ΄αυτό το θέμα.
Μόνο κάποιες σκέψεις που στην καλύτερη των περιπτώσεων μπορούν να έχουν μία σύνδεση μεταξύ τους.

Αλλά ίσως και όχι.
"Άργησα" στην δημοσίεση αλλά μου αρέσει περισσότερο έτσι.

Nomad είπε...

Κυρία Αύριο είναι μια καινούργια μέρα και νύχτα, ενδεχομένως και απόγευμα και απομεσήμερο,

:ΡΡΡ

Τελικά έχουμε περισσότερα κοινά σημεία απο τις διαφορές μας, συνειδητοποιώ. Εχω και με τον παππού σας, δεδομένου ότι κι εγώ, όπως ο Γουντι Αλλεν αν δεν κανω λάθος, επιθυμώ την αιώνια ζωή Σ ΑΥΤΟΝ τον κοσμο.

Δυστυχώς την πολιτική δράση την εγκατέλειψα σχετικά νωρίς για να πιάσω τη δράση της δουλειάς. Δε με επαιρνε, παρότι ο ρήγας με έχει στιγματίσει. Ετσι είχα το χρόνο να αναρωτηθώ περί του θεού. Η απαντησή μου είναι προφανής.

Ωστόσο, αν και ακραίος υλιστής, τείνω να πιστέψω πως το πιο θρησκευτικό βιβλίο που έχω διαβάσει είναι το Σολάρις, του Στάνισλαβ Λεμ. Θέλω να πω ότι θα μπορούσα να δεχθώ μια νόηση που εμπεριέχει το σύμπαν (κι οχι μόνο έναν ωκεανό) μια ολότητα αυτοδημιουργό που διαιρείται για να υπάρξει, είτε γιατί δε μπορεί να κάνει αλλιώς αν θέλετε. Μιαν αρχική αιτία, μια σούπα κοσμικών διαστάσεων. Ακόμα θα μπορούσα να δεχτώ ότι τον θεό τον εμπεριέχει εξίσου μια πυγολαμπίδα όσο και ο π'αππας, και συνεπώς, υπό αυτή την έννοια, αποδέχομαι τη ρήση του δε θυμαμαι ποιού (γερνάω...) ότι για το σύμπαν, η δολοφονία μιας μέλισσας έχει την ίδια ακριβώς αξία με τη γενοκτονία στο αουσβιτς.

Ενθεος για μένα είναι εκείνος που αποδίδει την αξία της ζωής στη φυσική αντι της μεταφυσικής, κι αυτή τη φυσική τη σέβεται παρότι δεν υπαρχει απολύτως κανένας λόγος.
(Αλλοι τον ίδιον ανθρωπο θα τον έλεγαν άθεο, αλλά ξέρετε, εδώ υπάρχει μια αναλογία με το εξής ανέκδοτο: αισιόδοξος είναι αυτός που πιστεύει πως ο κοσμος δεν θα μπορούσε να ήταν καλύτερος. Απαισιόδοξος είναι αυτός που πιστεύει...ακριβως το ίδιο)

:)))

Την καλησπέρα μου.