Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πες μου παραμύθια να χαρείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πες μου παραμύθια να χαρείς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί αν δεν υπήρχαν τα παραμύθια θα τα γράφαμε

"Στις κοινωνικές μας επαφές, πάντοτε ερμηνεύουμε έναν ρόλο. Ως ερμηνευτές, συχνά έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση των προτύπων που θα μπορούσαμε να είχαμε ακολουθήσει αλλά δεν το κάναμε, παρά εκείνων που ακολουθούμε χωρίς να το σκεφτούμε. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε ότι η εντύπωση της πραγματικότητας που καλλιεργεί μια παράσταση είναι κάτι το λεπτό και εύθραυστο. Η εκφραστική συνοχή που απαιτείται στα δρώμενα καταδεικνύει μια κρίσιμη ασυμφωνία ανάμεσα στον αναπόφευκτα ανθρώπινο, και στον κοινωνικοποιημένο εαυτό μας. Ως ανθρώπινα όντα είμαστε, απ ό,τι φαίνεται, πλάσματα με ποικίλες παρορμήσεις, με ψυχική ενέργεια και διάθεση που μεταβαλεται απο τη μια στιγμή στην άλλη. Ως χαρακτήρες όμως που εκτίθενται σε ένα κοινό δεν πρέπει να παρουσιάζουμε μεταπτώσεις. Οπως υποστήριξε ο Ντύρκεμ, δεν επιτρέπουμε στην ανώτερη κοινωνική μας δραστηριότητα να ακολουθεί την τροχιά των σωματικών μας καταστάσεων, όπως κάνουν οι αισθήσεις μας και η όλη σωματική μας συνείδηση. Οπως λέει ο Σανταγιάνα, η διαδικασία της κοινωνικοποίησης όχι μόνο μεταμορφώνει, αλλά και παγιώνει:Αλλά είτε η όψη που παίρνουμε είναι χαρωπή είτε λυπημένη, υιοθετώντας και τονίζοντάς την, ορίζουμεε τον κυρίαρχο χαρακτήρα μας. Στο εξής, και για όσο τελούμε υπό την επήρεια αυτής της αυτογνωσίας, δεν ζούμε απλώς, υποδυόμαστε. Συνθέτουμε και παίζουμε τον εκλεκτό μας χαρακτήρα, φοράμε το μεγαλόπρεπο ύφος της περίσκεψης, υπερασπιζόμαστε και εξιδανικεύουμε τα πάθη μας, ενθαρρύνουμε πειστικά τον εαυτό μας να είναι αυτό που θέλουμε να είμαστε, αφοσιωμένος ή περιφρονητικός, ή απρόσεκτος ή αυστηρός, μονολογούμε (μπροστά σε ένα φανταστικό κοινό) και τυλίγουμε γύρω μας με χάρη το μανδύα του αναπαλλοτρίωτου ρόλου μας. Ετσι ενδεδυμένοι, επιζητούμε το χειροκρότημα και προσδοκούμε να πεθάνουμε εν μέσω καθολικής σιγής. Διακηρύσσουμε ότι ο βίος μας συνάδει προς τα λεπτά αισθήματα που έχουμε εκφράσει, όπως προσπαθούμε να πιστέψουμε στη θρησκεία που διακηρύσσουμε. Οσο μεγαλύτερες οι δυσκολίες, τόσο πιο μεγάλος και ο ζήλος μας. Κάτω απο τις διακηρυγμένες αρχές και δεσμεύσεις του λόγου μας πρέπει να κρύψουμε επιμελώς όλες τις ανισότητες των διαθέσεων και συμπεριφορών μας, κι αυτό δίχως υποκρισία, εφόσον ο ακούσια επιλεγμένος χαρακτήρας μας είναι πιο αληθινά ο εαυτός μας απ ό,τι η ροή των αθέλητων ονείρων μας.Το πορτρέτο που έτσι φιλοτεχνούμε κι επιδεικνύουμε ως το αληθινό μας πρόσωπο, μπορεί κάλλιστα να είναι μεγαλόπρεπης τεχνοτροπίας, με τον κίονα και την αυλαία και το απόμακρο τοπίο κι ένα δάχτυλο να δείχνει τη γήινη σφααίρα ή το κρανίο του γελωτοποιού Γιόρικ και της φιλοσοφίας. Αλλά αν το ύφος μας αυτό είναι εμφυτο και η τέχνη μας καίρια, όσο πιο πολύ μεταμορφώνει το μοντέλο της, τόσο πιο βαθειά κι αληθινή τέχνη θα είναι. Η αυστηρή προτομή ενός αρχαϊκού αγάλματος, που μόλις και εξανθρωπίζει τον μαρμάρινο όγκο, εκφράζει πολύ πιο εύχτοχα ένα πνεύμα απ ό,τι η μουντή πρωινή όψη ή οι περιστασιακοί μορφασμοί ενός ανθρώπου. Οποιος νοιώθει σιγουριά για το μυαλό του η περηφάνεια για το αξίωμά του ή αγωνιά για το καθήκον του, υιοθετεί ένα τραγικό προσωπείο. Το εξουσιοδοτεί να είναι ο εαυτός του και του μεταφέρει όλη του τη ματαιοδοξία. Ενω παραμένει ζωντανός και υποκειται, όπως καθετί που υπάρχει, στην υπονομευτική ροή της ίδιας του της υπόστασης, έχει αποκρυσταλλώσει την ψυχή του σε μια ιδέα και, υπερήφανα μάλλον παρά με θλίψη, έχει προσφέρει τη ζωή του στο βωμό των μουσών.Η αυτογνωσία, όπως κάθε τέχνη ή επιστήμη, αποδίδει το υλικό της μέσα από ένα νέο μέσο, το μέσο των ιδεών, όπου αυτό χάνει τις παλιές του διαστάσεις και την παλιά του θέση. Οι ζωώδεις έξεις μας μεταλλάσονται από τη συνείδηση σε δεσμούς και καθήκοντα, και τότε γινόμαστε "πρόσωπα' ή προσωπεία." Ερβιν Γκόφμαν, Η παρουσίαση του εαυτού http://www.protoporia.gr/product_info.php/products_id/289724 ~~~ Ηταν κάποτε δυό νέοι που ερωτεύτηκαν. Η ζωή τους κυλούσε ανταμωμένη κι όλα είχαν ένα νόημα από φως και σιωπή. Μια μέρα, εκείνη του χάρισε ένα κρυστάλλινο φυλαχτό. -Εδώ μέσα, του είπε, βρίσκεται ολόκληρη η αγάπη μου για σένα. Είναι ενα σπάνιο φυλαχτό, δώρο μακρινού αυτοκράτορα προς τον πατέρα μου. Είναι μοναδικό στον κόσμο γιατί μπορεί να περιβάλλει το πιο δυνατό συναίσθημα. Στο δίνω γιατί σε αγαπώ. Αν παρατηρήσεις καλά στο σκοτάδι, θα δεις να λάμπει για σένα. Πρόσεξέ το όσο εμένα. Τρελός απο τη χαρά του εκείνος, τοποθέτησε το κρυστάλλινο φυλαχτό σε ενα τραπέζι και το παρατηρούσε όπως έλαμπε τα βράδια. Του κρατούσε παρέα όσο εκείνη έλειπε. Τα μεσημέρια αναζητούσε την καλή του και τα βράδια την αντάμωνε πάλι στις φωτεινές ανταύγειες του. Ηταν το πιο πολύτιμο αντικείμενο που είχε ποτέ στη ζωή του. Ομως ένα βράδι που ο νέος είχε πιει λίγο κρασί παραπάνω, παραπάτησε, σκόνταψε, εσπρωξε το τραπέζι και το φυλαχτό έπεσε. Σαν σε αργή κίνηση, με την απελπισία να παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του, το είδε να συντρίβεται στο έδαφος και σβήνοντας να γίνεται χίλια κομμάτια. Γονάτισε απο πάνω κι έκλαψε. Από την επόμενη κιόλας ημέρα, εκείνη σταμάτησε να τον θέλει. Οταν τον ρώτησε αν έλαμψε το προηγούμενο βράδι το φυλαχτό, εκείνος της είπε την αλήθεια. Δεν μπορούσε να της το κρύψει. Το πρόσωπό της πέτρωσε. -Σου είχα πει πως ήταν ένα σπάνιο δώρο. Ηταν εκεί μέσα όλη η αγάπη μου για σένα. Κι οταν σπάσει το γυαλί, δεν ξανακολλάει.. Μάταια ο νέος προσπάθησε να εξιλεωθεί. Οσα συγνώμη κι αν ζήτησε, όσο κι αν καταράστηκε το κρασί και την κακιά την ώρα, εκείνη παρέμεινε αμετάπιστη. Πέρασαν μέρες, γιναν μήνες κι έγιναν χρόνια που εκείνος προσπαθούσε να τη γλυκάνει ξανά, όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους μεταχειρίστηκε για να συγχωρεθεί, έπεσε πολύ χαμηλά κι έφτασε ακόμα και να γονατίσει εκλιπαρώντας την, μα εκείνη πάντοτε την τελευταία στιγμή, ύψωνε εναν τοίχο ανάμεσά τους και του έλεγε πως το κρύσταλλο δεν υπάρχει πια και δε θα λάμψει ξανά ποτέ. Ακόμα κι όταν απείλησε πως η ζωή του δεν είχε πια νόημα και δεν τη θέλει, εκείνη παρέμεινε ψυχρή κι απόμακρη. Μια μέρα, μετά απο πολύν καιρό, από τον νέο είχε απομείνει πια η σκιά του. Κοιτάχτηκε στο νερό και είδε τον αντικατοπτρισμό αυτού που κάποτε ήταν ο εαυτός του. Τότε αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στην αγωνία του. Αποφασιστικά, πήγε και τη βρήκε. -Είσαι ελεύθερη απο μένα, της είπε. Θα με ξαναδείς μονάχα αν κι εσύ με λαχταρήσεις. Ξέρεις, όταν δυο που αγαπήθηκαν πεθαίνουν ένας, θολώνει το φως σε όλα τα κρύσταλλα της γης. Και φεύγοντας της άφησε ενα κουτί με το τελευταίο του, όπως είπε, δώρο. Εκείνη παρέμεινε αμίλητη κοιτώντας τον να φεύγει. Αφησε το δώρο του στο τραπέζι της και δεν το άγγιζε για αρκετή ώρα. Δεν ήθελε τίποτα δικό του, μόνο να την αφήσει ήσυχη ήθελε. Τελικά, πριν πέσει για ύπνο, αποφάσισε να το ανοίξει. Εβγαλε απο μέσα το κρυστάλλινο φυλαχτό. Το κοίταξε ξανά. Ηταν το ίδιο εκείνο φυλαχτό. Δεν πίστευε στα μάτια της. Επειτα το κοίταξε πάλι, πιο προσεκτικά. Τώρα βλέπει. Κι αυτό που βλέπει, κάνει τα μάτια της να υγραίνονται. Το φυλαχτό έχει ξανακολληθεί. Εκείνος μάζεψε ενα προς ένα όλα τα κομμάτια. Είχε μπροστά του ενα παζλ χιλίων κομματιών γυαλιού. Κάθισε και το ξαναταίριαξε. Φαίνονται επάνω του οι γραμμές των ραγισμάτων. Μα η δουλειά είναι τέλεια. Πρέπει να του χρειάστηκαν μήνες. Τι μήνες, χρόνια. Το σχήμα είναι το ίδιο όπως πριν. Οι χαραγματιές έχουν προσεγγίσει η μια την άλλη με απίστευτη ακρίβεια. Δουλειά χειρουργείου. Οι αντανακλάσεις των ματιών της πάνω στο φυλαχτό, δεν είναι τόσο καθαρές όπως ηταν πριν, όμως δίνουν το ιδιο περίγραμμα. Βλέπει το πρόσωπό της μέσα στα ραγίσματα. Είναι σα να έχει επιμελημένες ρυτίδες. Της πηγαίνουν οι ρυτίδες. Κι όπως το βράδι σκεπτική κοιτούσε το κρυστάλλινο φυλαχτό, εκείνο φεγγοβόλησε. (Το μισό κείμενο είναι αντιγραφή απο το εξαιρετικό βιβλίο του Γκόφμαν και το υπόλοιπο μεταφορά-τροποποίηση απο Μουλτιμπλογκς.τζιαρ)

buzz it!

Στους γίγαντες αρέσουν τα σάντουιτς

Υπάρχουν κάμπιες και κάμπιες και κάμπιες. Οπως επίσης υπάρχουν διαφόρων λογιών τσουκνίδες, όπως υπάρχουν και ερωτάκια πολλών χρωμάτων. Η επιλογή είναι το ζήτημα. Ο καπνός που βλέπει κανείς να βγαίνει απ' το τσιγάρο του, μπορεί να είναι κύκλοι, συννεφάκια, ή νεκροταφείο. Αλλά μπορεί να είναι κι ένας ελέφαντας ζόμπι με μεγάαλα πορτοκαλί αυτιά και αλυσοπρίονο κρεμασμένο στους λουλουδένιους χαυλιόδοντες. Κι ύστερα, ποιος θα πει σ' αυτόν που βλέπει το νεκροταφείο πως κάτι πάει λάθος με την όραση του; Κάθε αρχή κι ένα, τουλάχιστον, τέλος. Το τέλος, η αρχή. Η μέση ομως που είναι; Ποια μέση; του έργου; Της ζωής; Της Μπριζίτ Μπαρντό; [παράδοξο: η τελευταία να είναι η μικρότερη και παραταυτα η μόνη χειροπιαστή. Η μόνη που μπορεί να χαϊδέψει κανείς, να την γλείψει, να την διανύσει, να την ψηλαφίσει στα σκοτεινά. Ποιο το νόημα του ψηλαφητού; Τι ορίζει το ουσιαστικό από το επουσιώδες; Ανοησίες. Κάθε αναζήτηση νοήματος είναι ανόητη. κι έπειτα, κάθε νόημα κατά βάθος ανοήματο.] Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως το one man's show. Ολοι είμαστε κομπάρσοι σε μια ασύλληπτων διαστάσεων παράσταση που δεν θ' αξιωθούμε ποτέ να δούμε ολόκληρη, μόνο να βιώνουμε τις διάφορες σκηνές της, άλλοτε κωμικές, κι άλλοτε τραγικές - κι ούτε μπορούμε να το εννοήσουμε, αλλιώς, δεν θα ήμασταν ακόμα...παραμένουμε όμως, σαν παράλυτες πεταλούδες, σαν μαύρα ιγκουάνα και σαν ροζ ελέφαντες που κάνουν αλεξίπτωτο. Υπάρχουμε. Η μελαγχολία είναι το μοναδικό αυθεντικό συναίσθημα. Και θα σας πω ένα παραμύθι. Εφόσον τα παραμύθια εκφράζουν, συνήθως, τις αλήθειες της εποχής που τα παράγουν, ορίστε το παραμύθι της εποχής: Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένας γίγαντας, που συζούσε με ένα ξωτικό, στον γίγαντα άρεσαν τα σάντουιτς ενώ στο ξωτικό τα μήλα κι έτσι τα έβρισκαν μεταξύ τους, ποτέ δεν τσακώνονταν για το φαγητό. Μόνο όταν ερχόταν η βασίλισσα να τους επισκεφτεί και προσπαθούσαν να την εντυπωσιάσουν οι σχέσεις τους θύμιζαν γιο-γιο, μια πάνω-μια κάτω, ο ένας κυνηγούσε άγριους λαγούς και της έφτιαχνε στιφάδο, ο άλλος ριψοκινδυνευε πηγαίνοντας στο ηφαίστειο για να μαζέψει πετράδια να της και της έφτιαχνε κοσμήματα. Παρ' όλ' αυτά το μόνο που ήθελε η βασίλισσα ήταν λουλούδια. Στεκόταν στο παράθυρο και κοίταζε το δέντρο που της θύμιζε τα λουλούδια που δεν είχε, γι αυτό δεν επισκεφτουνταν συχνά τον γίγαντα και το ξωτικό - μελαγχολούσε. Μια μέρα ενώ ο γίγαντας έξυνε το μολύβι του στην αυλή, είδε ένα ποντικάκι που προσπαθούσε να πετάξει χαρταετό. Το ποντικάκι μικρούτσικο, ο γίγαντας πελώριος, πιάστηκε η μύτη του χαρταετού στο ρουθούνι του γίγαντα ο οποίος πάτησε την ουρά του ποντικακίου. δεν είχε σκοπό να το βλάψει, αλλά το ποντικάκι φοβήθηκε και αμέσως είπε στον γίγαντα: "άσε με να ζήσω και θα σου πω πως θα κάνεις τη βασίλισσα να συμπαθήσει εσένα περισσότερο από το ξωτικό". Ο γίγαντας, που έτσι κι αλλιώς δεν είχε άλλο σκοπό από το να αφήσει το ποντικάκι να ζήσει συμφώνησε. Το ποντικάκι έτρεξε στη φωλιά του και βγήκε τραβώντας με τα δόντια ένα σακουλάκι με σκόνη. "Είναι τζέλλι!" είπε στον γίγαντα, "έχει τρομερή γευση, η βασίλισσα δεν έχει ξαναδοκιμάσει κάτι τέτοιο". Ετσι οι δυο τους πήγαν στη μαγική λίμνη με το ζεστό νερό για να παρασκευάσουν το τζέλλι. Εκεί βρήκαν το ξωτικό να κάθεται πλάι σε μια γατούλα κι ένα σκυλάκι. Οι τρεις τους, άκουγαν μαγεμένοι την υπέροχη μελωδία από το ξυλόφωνο που χτυπούσε με τα δυο μπροστινά της πόδια η ζέμπρα. Υστερα από κάμποση ώρα, κι αφού χόρτυασαν την υπέροχη μουσική της ζέμπρας, ο γίγαντας το ποντικάκι και το ξωτικό ξεκίνησαν για το παλάτι - ο γίγαντας το αγαπούσε το ξωτικό κι έτσι αποφάσισε να μοιραστεί μαζί του την εύνοια της βασίλισσας μετά το τζελλο-γεύμα, παρόλο που τόσα χρόνια οι δυο τους αγωνίζονταν ο ένας ενάντια στον άλλον. Καθώς πλησίαζαν στην πύλη ένα τεράστιο πουλί πέρασε από πάνω τους και έριξε ένα πορτοκάλι το οποίο προσγειώθηκε στο κεφάλι του ξωτικού. Αυτό έπεσε λιπόθυμο. Το ποντίκι έτρεξε στο πανηγύρι που εξελισσόταν στην αυλή του παλατιού και αντάλλαξε το τζέλλι με ένα παγωτό, το οποίο ο γίγαντας και αυτό έτριψαν στο κεφάλι του ξωτικού. Το ποντικάκι είχε σκεφτεί πως το σοκ από το κρύο ίσως να βοηθούσε το ξωτικό να ξυπνήσει, όμως αυτό είχε πια κοιμηθεί για πάντα. Είναι μάταιο να προσπαθήσει να περιγράψει κανείς τη θλίψη στο βλέμμα που είχε το ποντικάκι, ενώ έβλεπε τον γίγαντα να ξεριζώνει την καρδιά του και να την θάβει δίπλα στο ξωτικό. Μάταιο όσο κι η χρήση της ομπρέλας που δεν εμπόδιζε το αίμα που έπεφτε από το να πνίξει το ποντικάκι. Ο ελέφαντας ζόμπι που δεν είχε εμφανιστεί ως τώρα γιατί κρυβόταν πίσω απο μια μαργαρίτα, δεν μπόρεσε τότε να κρατηθεί. Με το αριστερό του αυτί έβαλε μπρος το αλυσοπρίονο, εισέβαλλε στο πανηγύρι και πετσόκοψε το μισό βασίλειο, (εμπνέοντας ένα ακόμα σπλάτερ ανοσιούργημα στον κ.κοπολοσο) ενώ το υπόλοιπο μισό υπέστη σοβαρές ζημιές γιατί στον πανικό να την κάνουν απο εκεί, καταπατήθηκαν εκατοντάδες και παραχώθηκαν με τα μουτρα στη λάσπη. Στη συνέχεια η βασίλισσα, που τα παρατηρούσε όλα μυρίζοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, μη μπορώντας να συνέλθει απο το σοκ που της προκάλεσαν όσα είδε, πάτησε το κόκκινο όπως το λουλούδι κουμπί και όλα ανατινάχθηκαν σε μια πελώρια έκρηξη που κατέλυσε τους δεσμούς του συστήματος και προκάλεσε τη διάλυση του πλανήτη σε μικρά μικρά κομματάκια που εξαπλώθηκαν παντού στο σύμπαν. Τα μικρά αυτά κομματάκια περιδιάβαιναν το κενό σπέρνοντας παντού χιλιάδες δισεκατομμύρια τρισεκατομμυρίων πέταλα, σέπαλα και στημόνες ποτισμένα με αίμα και κομμάτια σάρκας. Αυτή η οργανική ύλη σε ορισμένες περιπτώσεις κατάφερε να φτάσει πλανήτες όπου υπήρχαν καλοκαίρια που περίμεναν ζωή να τα γεμίσει και τους γέμισαν με λουλούδια, δέντρα και κουβάδες οργανικής ύλης που αναπαράγονταν μόνοι τους. Μετά απο πολύ καιρό, τόσο πολύ που ως τότε ο αφηγητής θα μπορούσε να στρίψει ένα τσιγάρο, γεννήθηκε ένας γίγαντας που αποφάσισε να συζήσει με ένα ξωτικό. Αυτοί οι δυό τσακώνονταν για όλα, σαν δυο ακροβάτες που μισούνται θανάσιμα που όλη τη μέρα βρίζονται και ραδιουργούν κι ετοιμάζει το θάνατο ο ένας του άλλου, μα όταν ερχόταν η ώρα κι άναβαν τα φώτα και το θέατρο ξεχειλίζε κι ερχόταν η βασίλισσα, απ' την πελώρια αναμονή ορθοί κι οι δυο πάνω στο απέραντο, μοιραίο σκοινί νά, που βρίσκονταν κιόλας πάνω απ' το μίσος και τον κίνδυνο και το θαυμασμό και τον χρόνο ― αδερφωμένοι ξαφνικά μες στην παμμέγιστη αρετή της Tέχνης. Και ζούσαν κι αυτοί κι εμείς.

buzz it!

Περί ανεμόμυλου σκιάς

-Τον βλέπεις αυτον τον γελοίο εχθρό απέναντι Σάντσο; Κοίτα πως φουσκώνει απειλητικά τη σημαία του! Νομίζει ότι μπορεί να μας φοβήσει. Αλλά εμείς δε φοβούμαστε από τέτοιους φουσκωμένους από έπαρση και υπεροψία εχθρούς. Ελα, καβάλησε το γάιδαρο κι ακολούθησέ με. Επίθεσηηηηηη!!!!
-Μα Δον, είναι απλά ένας ανεμόμυλος.... -Δεν έχει καμία σημασία Σάντσο τι βλέπεις εσύ. Ο δρόμος μας περνάει από αυτό που λες ανεμόμυλο. Κι εγω, ως ιππότης που είμαι, οφείλω να τον νικήσω για να περάσω. Δεν υποκύπτω εγώ στην αλλαζονεία κανενός, ακόμα κι αν παριστάνει τον ανεμόμυλο! -Δον, γιατί δεν περνάμε απλά από δίπλα του; -Γιατί Σάντσο δεν είναι ανεμόμυλος στην πραγματικότητα. Παίζει ένα ρόλο και οι ρόλοι που παίζουμε περικλείουν ένα κομμάτι του αληθινού μας εαυτού. Ρόλοι για τους ρόλους δεν υπάρχουν. Αυτά ας τα αφήσουμε σε όσους δηλώνουν επαγγελματίες υποκριτές. Ο εαυτός μας είναι ένα παζλ που αποτελείται από πολλά κομμάτια, φανερά, κρυμμένα, θετικά, αρνητικά, όμορφα, άσχημα, καλόβολα, υποχθόνια. Κάτι σημαίνουν για μας οι ρόλοι μας και αυτό που σημαίνουν δεν είναι πια ένας ρόλος, αλλά κομμάτι του εαυτού μας. Η ανάγκη του ανεμόμυλου να φουσκώσει τα πανιά του, δηλώνει σημαντικά πράγματα για τα βιώματα του. -Ομως Δον, κι εμείς οι ίδιοι, σου θυμίζω, δεν είμαστε παρά οδοιπόροι. Δεν καταλαβαίνω σε τι κινδυνεύουμε από έναν ανεμόμυλο. Κι αν δεν παίζει κανένα ρόλο; Τότε είναι πράγματι ανεμόμυλος. Αρα ο αέρας τον φουσκώνει κι όταν κοπάσει θα πέσουν και τα πανιά και θα σταματήσει να στριφογυρνάει έτσι γρήγορα. Ο καιρός είναι που τον κάνει έτσι, οι συνθήκες. Πως είναι δυνατόν να λες ότι είμαστε αυτό που φαίνεται, αλλά ταυτόχρονα να μη βλέπεις τον ανεμόμυλο ως ανεμόμυλο αλλά ως εχθρό; -Κοίτα κι εμένα μου αρέσουν οι ανεμόμυλοι. Αλλά όχι όταν φουσκώνουν προκλητικά την ώρα που πρέπει να περάσω. Θα τους σκίσω τα πανιά τους αλλαζόνες! - Κι έτσι θα προβάλεις κι εσύ αφεντικό ένα κομμάτι του πραγματικού εαυτού σου. Σκέψου: αν κάτσουμε σε ένα κόκκινο φωτισμένο δωμάτιο το βράδυ,κόκκινοι θα φανούμε και αν είναι πράσινο,πράσινοι. Με όλα τα χρώματα είμαστε ικανοι να χρωματίσουμε τον εαυτό μας. Τα πάντα είμαστε και τελικά μάλλον σημασία έχει το περιβάλλον που θα μας χρωματίσει έτσι κι όχι αλλιώς. -Αυτά Σάντσο είναι σοφιστείες για δειλούς και δεν ταιριάζουνε στους ιππότες. Νομίζω ότι απλά φοβάσαι να επιτεθείς, σκιάχτηκες από το φούσκωμα. Μα απορώ, δε βλέπεις πως ο εχθρός μας είναι ένα γελοίο υποκείμενο που το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να φουσκώνει σαν παγώνι για να μας τρομάξει; Αμα φοβάσαι Σάντσο κάτσε παράμερα, εγώ θα ορμήξω και θα τον σφάξω στο γόνατο στο άψε-σβήσε! -Εσύ θα κάνεις αφεντικό αυτό που προστάζει η ψυχή σου. Μα σε παρακαλώ, μην παρασυρθείς από το μακελειό και τον γκρεμίσεις. Γιατί μετά τη μάχη θα είσαι τόσο κουρασμένος που θα θελήσεις να ξαποστάσεις σε μια σκιά, κι αν τον έχεις ολότελα γκρεμίσει δε θάχεις πια σκιά να αναπαυτείς... -Μα τι λες Σάντσο! Εγω να αναπαυτώ στη σκιά του πρόστυχου εχθρού; Νομίζω πως τα χάνεις τελευταία! -Κι όμως Δον, οι ανεμόμυλοι έχουνε και αυτή τη χρήση. Ναι, κύρια δουλειά τους είναι να φουσκώνουν τα πανιά και να αλέθουν το σιτάρι, όμως πάντα μπορεί ο οδοιπόρος να αναπαυτεί στη σκιά τους. Μην ξεχνάς οτι συνήθως οι ανεμόμυλοι χτίζονται σε μέρη που δεν ευδοκιμούνε δέντρα, που φυσάει πολύ και που οι σκιές είναι δυσεύρετες... -Τέτοια σκιά δε τη θέλω Σάντσο. Να ερχόταν να υποκλιθεί και θα του τη χάριζα. Τώρα όμως, που έτσι απερίσκεπτα με προσβάλει, δεν έχω λύπηση γιαυτόν. Θα πεθάνει. -Μαζί του αφεντικό θα πεθάνει και η σκιά του, αυτό σου λέω απλά. Κι αν εμείς σκοτώσουμε τον εχθρό και περάσουμε, σκέψου ότι πίσω μας θα έρθουν κι άλλοι οδοιπόροι, ίσως όχι ιπποτικοί σαν εσένα μα κουρασμένοι, με πληγές από τον ήλιο στα χείλια, οδοιπόροι που ίσως θα εκτιμούσαν μια σκιά περισσότερο από ένα σωρό χαλάσματα. -Μα τι έχεις πάθει με τη σκιά Σάντσο πια; Δε σου αρκεί το καπέλο σου; Εγώ τι να πω που φοράω ετούτη την περικεφαλαία κι οχι ένα άνετο πλατύγυρο καπέλο όπως εσύ. Δεν καταλαβαίνω τι έρωτα έχεις πάθει με τον απαράδεκτο... -Δεν έχω πάθει έρωτα αφεντικό. Ούτε ηλίαση έχω πάθει. Μα η δική μου η καταγωγή είναι ταπεινή, δεν είμαι ιππότης ώστε να εκλαμβάνω ως εχθρό τον οποιονδήποτε φουσκώσει απέναντί μου. Εγώ τον βλέπω για ακίνδυνο ανεμόμυλο. Και δεν με ενοχλεί να τον προσπεράσω αν βρεθεί στο δρόμο μου αντί να τον γκρεμίσω. Κι έπειτα ξέρω πως για να γίνει αυτός ο μύλος κάποιοι άνθρωποι τον έχτισαν πετραδάκι στο πετραδάκι και γι αυτούς τους ανθρώπους, δεν είναι κάποιος υπερόπτης εχθρός, αλλά μια σκιά στο λιοπύρι, ένας τρόπος για να αλέθουν την τροφή τους, κι ίσως κάποιο καταφύγιο ερώτων τους. -Μα τι λες ρε Σάντσο! Γιαυτό είσαι υπηρέτης κι όχι ιππότης... Είναι απίστευτο το πως διαστρεβλώνεις τα πράγματα, σκέπτομαι πως οι αρχαίοι Ελληνες θα σε φώναζαν Στρεψιάδη φτωχέ μου ιπποκόμε... Αντε, τελείωνε με τις σοφιστείες σου και ακολούθησέ με. Επίθεσηηηηηη!!!!!! -Αφεντικό, είμαι υπηρέτης γιατί δε θα μπορούσα να είμαι ιππότης. Αφού τους φανφαρόνους δεν μπορώ να τους δω για εχθρούς. Ακόμα κι αυτοί έχουν κάτι χρήσιμο, ας πούμε τη σκιά τους. Γι αυτό, αν θες οργάνωσε εσύ την επίθεση κι εμένα επέτρεψέ μου αυτή τη φορά να κάνω μια παράκαμψη. Θα σε συναντήσω πιο κάτω. * μεταφορά-τροποποίηση από multiforums.gr

buzz it!

Εκεί που τελειώνει η γλώσσα

Good News, No News
Παλιά δημοσιογραφική παροιμία
@
Σε ενα παλιό αλχημιστικό ροζάριο που δε θυμάμαι τώρα ποιός τόχε γράψει, ίσως ο Τζων Ντη γύρω στο 1600 αλλα ισως κι άλλος, είδα κάποτε τυπωμένη τη συμβουλή για την εξεύρεση της φιλοσοφικής λίθου: "Αναζητάς σκληρά και δε βρίσκεις. Μην αναζητάς και θα βρείς" Αμέσως στο μυαλό ήρθανε τα λόγια του Λαο Τσε: "...κι οποιος δεν θέλησε να γίνει ο πρώτος, του κόσμου οδηγητής θα γίνει". Οι συνειρμοί έπιασαν το μπαλέτο: να που μούρθε στο μυαλό ο Πουανκαρέ: "pour inverter, il faut pencer a cote" -για να εφεύρεις, πρέπει να σκέφτεσαι παράπλευρα. Ξεσκόνισα τις μυστικιστικές μου αναμνήσεις κι όλες ήρθανε ξαφνικά να κονταροχτυπηθούνε με την αγαπημένη για πολλούς φράση του γνωστού παπαρολόγου :"Οταν επιθυμείς κάτι με όλη σου την καρδιά, το σύμπαν συνομωτεί για να σε βοηθήσει" Μα πως να θές κάτι συγκεκριμένο αν σκέφτεσαι παράπλευρα; Πως να επιθυμείς τη Νιρβάνα (ο Βούδας έλεγε πως η επιθυμία είναι πηγή του πόνου, άρα η Νιρβάνα έρχεται μόνο με την εξάλειψη της επιθυμίας) αφου αυτό είναι εξ ορισμού άτοπο; Σωστός ο Βούδας. Παραδειγμα οι γυναίκες, που όσο πιο πολύ τις πλησιάζεις τόσο απομακρύνονται κι όταν το κόβεις νάτες, τσούπ, μεσα στη θέρμη και το χαμόγελο. Το ίδιο κι οι εφευρέσεις. Θυμήθηκα μερικά παραδείγματα επινοήσεων που γίνανε κατά λάθος η απο σύμπτωση: την άνωση του Αρχιμήδη με το αθάνατο "εύρηκα", τη βαρύτητα με το μήλο στο κεφάλι του Νιούτον, την ανακάλυψη των ελλειπτικών τροχιών των πλανητών απο τον Κέπλερ που προσπαθούσε να αποδείξει οτι οι πλανήτες είναι "χτισμένοι" πάνω στα πεντε τελεια στερεά, κοκ, κοκ. Και φυσικά, το ...βιάγκρα! Ξεσκόνισα μετά τις Ρίζες της Συμπτωσης του Κέσλερ, τον Μονό και κατέληξα στις αμφισβητούμενες μελέτες του Γιούνγκ για το ασυνείδητο αφού πέρασα απο τη συσσώρευση οργονών του Ραιχ κι απο κάποιες μελέτες για το ασυνείδητο, τις νευρωνικές συνάψεις και την εγκεφαλική λειτουργία εν γένει. Τελικά, το βρήκα χωμένο σε ενα παλιό Πλεη Μπόυ: "Η αληθινή δημιουργία αρχίζει εκεί που τελειώνει η γλώσσα: χώστε τη γλώσσα σας μέσα της και σκάστε, επιτέλους" :) Και με αυτό το εμπνευσμένο, μα τι λετε τώρα, παλαιότερο κείμενο για την αχρηστία των εννοιών και τη χρησιμότητα του σάλιου, θα ήθελα να υποδηλώσω ότι 2 και 1 μείνανε για τα μπάνια του λαού* κι ότι όπως με κόβω, χλωμός μου φαίνομαι για να ξαναγράφω ως τότε. Συνεπώς να είστε καλά, κλπ κλπ και μην ξεχνάτε ότι ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου, δεν αξίζει όσο μια μέρα ξεγνοιασιάς κι ένα φιλί στο στόμα, ακόμα κι όταν ξέρεις πως θα γυρίσεις και πως το στόμα που φιλούσες θα σε μπινελικώσει ξανά. Ρωτήστε κανέναν φιλόσοφο. Λοιπόν φίλοι συνδίκτυοι, good news σε όλους μας εύχομαι. *λ' ετά σε μουά, η Λ, η Μ κι ο Π.

buzz it!

Θελω διακοπές

Με τη γεύση της αλμύρας στο στόμα. Δυο κύματα που έσκασαν στο βράχο κι έπειτα η θάλασσα ηρέμησε. Και κόπασε ο αέρας κι η υγρασία υποχώρησε. Με τον ήλιο που έκαψε το δέρμα και με το λάδι της γιατρειάς του. Φολίδες ευτυχίας που τώρα ξεπλένεις, το νέο δέρμα σου να βγεί. Με τη δροσιά της σταγόνας και με τα μάτια κόκκινα, με τις τούμπες και τις βουτιές και με τα μακροβούτια. Να κάνουμε σπονδή για τη γενοκτονία των αστακών και των κατσικιών που τρώγανε αρμυρίκια. Με την οσμή του θυμαριού και με το βούισμα της μέλισσας. Με τα χρώματα, από το μπλέ στο μενεξεδί κι από το λευκό στο πορφυρό, πρωί και σούρουπο. Με τον τραγουδιστή τζίτζικα και με το γρύλλο στο βραδυνό μονοπάτι με τα νυχτολούλουδα. Με τις κωλοφωτιές και το ιερό κουνούπι. Μούσκεμα το σαλβάρι σου και σταγονίτσες ιδρώτα στο στόμα σου επάνω. Να τις ρουφώ να δροσίζομαι. Με τη γλύκα του ύπνου χωρίς την αφύπνιση, με το βάρος στα βλέφαρα και τις κινήσεις νωχελικές, με τον έρωτα ακόμα ρορονίζει περισσότερο τρυφερός και λιγότερο αθλητικός απόψε. Με τα παιδιά να αποκοιμιούνται στην αγκαλιά μας αποκαμωμένα. Φευ, αντέχουν πιο πολύ από εμάς! Με την οδοιπορία τη μακρυνή, τη μεγάλη ανάβαση για την κρυφή αμμουδιά, με τη γύμνια που εξηγεί και δεν παρεξηγιέται, με τους γλουτούς να κοκκινίζουνε και τα βυζάκια να κουνιώνται, επανω-κάτω, επάνω-κάτω όπως βουτάνε τα κορίτσια στη θάλασσα. Με τα φύκια και τους αστερίες, πρόσεξε να μην πατήσεις αχινό, με το στόμα στεγνό και το νερό παγωμένο, με τις σελίδες του βιβλίου νωτισμένες και το μαξιλαράκι από τη φούστα σου, με τον καφέ που επινοήσανε οι Ελληνες, με το τσάι και τη λεμονάδα, με το σύκο και το καρπούζι και τη φέτα και τη ντομάτα και το χταπόδι στα κάρβουνα. Με τη σκιά του ανεμόμυλου και τον μυρωδάτο καπνό να φεύγει ισια επάνω από την αυλή στο ξωκλήσι –πως το λέγανε; Με το ανοιχτό βιβλιοπωλείο που έμοιαζε πλοίο, θυμάσαι; Με τις ώρες που ξοδεύαμε στα εξώφυλλα ξέροντας πως δεν μπορείς να κρίνεις από το εξώφυλλο και με ευκολία περιφρονώντας αυτή μας τη γνώση. Με τα κιβώτια τις μπύρες και τη σταγόνα από το μπρούσκο να κυλάει στις άκρες των χειλιών σου. Με τα παγωτά να σου τρέχουν στα δάχτυλα, εγω καιμάκι θέλω εσύ σοκολάτα, και πόσους ρούμπους φρονιμάδας κέρδισες σήμερα για να δικαιούσαι παγωτάκι, με τα καταίφια να σοροπιάζουνε, τις σοκολάτες να λιώνουν και το βύσσινο να κυλάει από το κουταλάκι. Με τα μαντήλια και τα παρεώ, να διαγράφεται η περιφέρεια επάνω από τους σοκολατένιους μηρούς, με τα σορτσάκια και τις μπαντάνες και τα πούλια να χτυπάνε με μανία στο τάβλι, καθαγιασμένο αυτό το μπινελίκι, με τις ρακέτες και το μουσκεμένο μπαλάκι, με τις ετοιμασίες και τα τσαλακωμένα ρούχα, με το υπαίθριο μπαράκι και τα φιλιά στα πεταχτά, το φλέρτ των βλεμμάτων, κοιτάζετε αλλά αν αγγιχτείτε νάναι τυχαίο, με τον πολύχρωμο λαό του κόσμου, με την κυρία Σεβαστή και τον καπετάν Μήτσο, μου λείπουν οι Φούρνοι αγάπη μου, με την τράτα και το βαρκάκι, με τις τηγανητές μαρίδες και τα κοχύλια που σου χάρισε ο ψαράς, με την άμμο να καίει και τα ξώφτερνα, με το πεύκο και το ρετσίνι του να στάζει κι η κάθε σταγόνα νάναι μια μέρα ακόμα, μια ακόμα μέρα, μια μέρα ακόμα που περνάει έτσι ανέμελα, summer time and the living is easy, με τις μουσικές ν' ανταμώνουνε και να βουτάει η σελήνη στο νερό κι ο γαίδαρος να γκαρίζει στα ξαφνικά η ώρα τέσσερις χαράματα. Μ’ αυτά σ' αγαπώ καλοκαίρι μου.

buzz it!

Time

Ο Χαρούν Αλ Ρασίντ ήξερε πως να κερδίζει το χρόνο. "Εχουμε χρόνο", συνήθιζε να λέει γελώντας. Κι επινοούσε ιστορίες. Αλλά δεν τις έλεγε πάντα όλες. Τις καλύτερες τις κρατούσε για μετά. "Εχουμε χρόνο", σκεφτόταν πάντα. Χίλιες και μια νύχτες το κατάφερνε.
Μια νύχτα όμως, κοίταξε την τελευταία γυναίκα του και της είπε δυό λέξεις: «Ο χρόνος...» Κατόπιν μουρμούρισε κάτι στο αυτί της και ξεψύχησε, σαν σήμερα, 24 Μαρτίου του 809. Ηταν η χιλιοστή δεύτερη νύχτα. Αιώνες μετά, οι Πινκ Φλόιντ εξέδωσαν, ανήμερα της επετείου του θανάτου του, σαν σήμερα δηλαδή, τη Σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Ανάμεσα στα τραγούδια που έγραψαν ιστορία, συμπεριέλαβαν και αυτό: Ticking away the moments that make up a dull day
You fritter and waste the hours in an offhand way.
Kicking around on a piece of ground in your home town
Waiting for someone or something to show you the way.
Tired of lying in the sunshine staying home to watch the rain.
You are young and life is long and there is time to kill today.
And then one day you find ten years have got behind you.
No one told you when to run, you missed the starting gun.
So you run and you run to catch up with the sun but it's sinking
Racing around to come up behind you again.
The sun is the same in a relative way but you're older,
Shorter of breath and one day closer to death.
Every year is getting shorter never seem to find the time.
Plans that either come to naught or half a page of scribbled lines
Hanging on in quiet desperation is the English way
The time is gone, the song is over,
Thought I'd something more to say. Ο Χαρούν Αλ Ρασίντ νόμιζε πως πριν πεθάνει θα είχε κάτι ακόμα να πει. Κάτι βαρυσήμαντο, μοναδικό, αντάξιο της Σεχραζάντ, κάτι που θα διέχιζε τους αιώνες να φτάσει ως εμάς εδώ πέρα, κι απο εμάς να ταξιδέψει στους επόμενους. Μόνο την τελευταία στιγμή, εκείνη τη στιγμή που πέρασε το φράγμα του χρόνου, λέγεται πως συνειδητοποίησε πως όσα κι αν είχε να πει στο μέλλον δεν είχαν καμιά σημασία. Οσα είχε ήδη πει, τα παρελθόντα, αυτά μονάχα σήμαιναν κάτι.
Κι έτσι είπε απλά «Ο χρόνος...» Αργότερα η τελευταία του σύζυγος διέδιδε πως της ψιθύρισε στο αυτί «ο χρόνος έφυγε, το τραγούδι τέλειωσε, νόμιζα πως θα είχα κι άλλα να πω» Λένε ακόμα πως έφυγε χαμογελαστός. Αλλά κανείς δεν ξέρει πια αν όλα αυτά είναι αλήθεια.
Οσους ήξεραν, ο χρόνος τους πήρε στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.

buzz it!

Το φυλαχτό

Ηταν κάποτε δυό νέοι που ερωτεύτηκαν. Η ζωή τους κυλούσε ανταμωμένη κι όλα είχαν ένα νόημα από φως και σιωπή. Μια μέρα, εκείνη του χάρισε ένα κρυστάλλινο φυλαχτό. -Εδώ μέσα, του είπε, βρίσκεται ολόκληρη η αγάπη μου για σένα. Είναι ενα σπάνιο φυλαχτό ετούτο, δώρο ενός μακρινού αυτοκράτορα προς τον πατέρα μου. Είναι μοναδικό στον κόσμο γιατί μπορεί να περιβάλλει το πιο δυνατό συναίσθημα. Στο δίνω λοιπόν επειδή σε αγαπώ. Αν παρατηρήσεις καλά στο σκοτάδι, θα δεις να λάμπει για σένα. Πρόσεξέ το όσο εμένα. Τρελός απο τη χαρά του εκείνος, τοποθέτησε το κρυστάλλινο φυλαχτό σε ενα τραπέζι και το παρατηρούσε όπως έλαμπε τα βράδια. Του κρατούσε παρέα όσο εκείνη έλειπε. Τα μεσημέρια αναζητούσε την καλή του και τα βράδια την αντάμωνε πάλι στις φωτεινές ανταύγειες του φυλαχτού. Ηταν το πιο πολύτιμο αντικείμενο που είχε ποτέ στη ζωή του. Ομως ένα βράδι που ο νέος είχε πιει λίγο κρασί παραπάνω, παραπάτησε, σκόνταψε, εσπρωξε το τραπέζι και το φυλαχτό έπεσε. Σαν σε αργή κίνηση, με την απελπισία να παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά του, το είδε να συντρίβεται στο έδαφος και σβήνοντας να γίνεται χίλια κομμάτια. Γονάτισε απο πάνω κι έκλαψε. Από την επόμενη κιόλας ημέρα, εκείνη σταμάτησε να τον θέλει. Οταν τον ρώτησε αν έλαμψε το προηγούμενο βράδι το φυλαχτό, εκείνος της είπε την αλήθεια. Δεν μπορούσε να της το κρύψει. Το πρόσωπό της πέτρωσε. -Σου είχα πει πως ήταν ένα σπάνιο δώρο. Ηταν εκεί μέσα όλη η αγάπη μου για σένα. Κι οταν σπάσει το γυαλί, δεν ξανακολλάει.. Μάταια ο νέος προσπάθησε να εξιλεωθεί. Οσα συγνώμη κι αν ζήτησε, όσο κι αν καταράστηκε το κρασί και την κακιά την ώρα, εκείνη παρέμεινε αμετάπιστη. Πέρασαν μέρες, γιναν μήνες κι έγιναν χρόνια που εκείνος προσπαθούσε να τη γλυκάνει ξανά, όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους μεταχειρίστηκε για να συγχωρεθεί, έπεσε πολύ χαμηλά κι έφτασε ακόμα και να γονατίσει εκλιπαρώντας την, μα εκείνη πάντοτε την τελευταία στιγμή, ύψωνε εναν τοίχο ανάμεσά τους και του έλεγε πως το κρύσταλλο δεν υπάρχει πια και δε θα λάμψει ξανά ποτέ. Ακόμα κι όταν απείλησε πως η ζωή του δεν είχε πια νόημα και δεν τη θέλει, εκείνη παρέμεινε ψυχρή κι απόμακρη. Μια μέρα μετά απο πολύν καιρό, ο νέος είχε απομείνει πια η σκιά του. Κοιτάχτηκε στο νερό και είδε τον αντικατοπτρισμό αυτού που κάποτε ήταν ο εαυτός του. Τότε αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στην αγωνία του. Αποφασιστικά, πήγε και τη βρήκε. -Είσαι ελεύθερη απο μένα, της είπε. Θα με ξαναδείς μονάχα αν κι εσύ με λαχταρήσεις. Ξέρεις, όταν δυο που αγαπήθηκαν πεθαίνουν ένας, θολώνει το φως σε όλα τα κρύσταλλα της γης. Και φεύγοντας της άφησε ενα κουτί με το τελευταίο του, όπως είπε, δώρο. Εκείνη παρέμεινε αμίλητη κοιτώντας τον να φεύγει. Αφησε το δώρο του στο τραπέζει της και δεν το άγγιζε για αρκετή ώρα. Δεν ήθελε τίποτα δικό του, μόνο να την αφήσει ήσυχη ήθελε. Τελικά, πριν πέσει για ύπνο, αποφάσισε να το ανοίξει. Εβγαλε απο μέσα το κρυστάλλινο φυλαχτό. Τα μάτια της ανοιξαν διάπλατα. Το κοίταξε ξανά. Ηταν το ίδιο εκείνο φυλαχτό. Δεν πίστευε στα μάτια της. Επειτα το κοίταξε πάλι, πιο προσεκτικά. Τώρα βλέπει. Κι αυτό που βλέπει, κάνει τα μάτια της να υγραίνονται. Το φυλαχτό έχει ξανακολληθεί. Εκείνος μάζεψε ενα προς ένα όλα τα κομμάτια. Είχε μπροστά του ενα παζλ χιλίων κομματιών γυαλιού. Κάθισε και το ξαναταίριαξε ένα προς ένα. Φαίνονται επάνω του οι γραμμές των ραγισμάτων. Μα η δουλειά είναι τέλεια. Πρέπει να του χρειάστηκαν μήνες. Τι μήνες, χρόνια. Το σχήμα είναι το ίδιο όπως πριν. Οι χαραγματιές έχουν προσεγγίσει η μια την άλλη με απίστευτη ακρίβεια. Δουλειά χειρουργείου. Οι αντανακλάσεις των ματιών της πάνω στο φυλαχτό, δεν είναι τόσο καθαρές όπως ηταν πριν, όμως δίνουν το ιδιο περίγραμμα. Βλέπει το πρόσωπό της μέσα στα ραγίσματα. Είναι σα να έχει επιμελημένες ρυτίδες. Της πηγαίνουν οι ρυτίδες.

buzz it!

Ο πληθυντικός του σκύλου

Εκείνη την Πρωτοχρονιά το βράδυ ο Στέφανος είχε σκοπιά. Σκεφτόταν οτι χιλιάδες άνθρωποι θα γιόρταζαν την αλλαγή του χρόνου δουλεύοντας, πεινώντας, διψώντας, πεθαίνοντας. Ομως ποτέ δεν βοηθάει κάποιον που πονάει να σκέφτεται οτι στην άλλη άκρη του κόσμου ένα παιδί απο την Ουγκάντα πονάει ακόμα περισσότερο. Δεν περνάει έτσι ο πόνος. Δυστυχώς. Οσο χαρούμενες είναι οι γιορτές όταν έχεις κοντά τους αγαπημένους σου, όταν μπορείς να μοιραστείς στην αγκαλιά τους το νόημα ενός κόσμου που μονάχα με την αφή και τη σιωπή κατανοείται, τόσο σκληρές είναι για τους μοναχικούς. Κι ίσως η βαρύτερη μοναξιά είναι εκείνη του φαντάρου που τη στιγμή της αλλαγής του χρόνου φυλάει σκοπιά. Ο Στέφανος είχε δυό μέρες πριν τσακωθεί άσχημα με τη γυναίκα που αγαπούσε. Στην προηγούμενη έξοδο. Χωρίς ουσιαστικό λόγο. Καταπονημένος από το άσκοπο της θητείας και το παράλογο του στρατού, την είχε αναίτια πονέσει, σίγουρος πως όσο εκείνος έπηζε στο φυλάκιο, εκείνη... Εκείνη ποιός ξέρει τι έκανε και δέ σήκωνε το γαμημένο της τηλέφωνο. Είχαν τσακωθεί και παρότι η Σοφία προσπάθησε, ο Στέφανος την εγκατέλειψε χωρίς ένα φιλί, παίρνοντας εκείνο το ηλίθιο ύφος του θιγμένου, το απονενοημένο στυλάκι του αδικημένου, χωρίς κι ο ίδιος να ξέρει γιατί το έκανε. Είχαν χωρίσει αμίλητοι και εκείνος ένοιωθε τώρα να τον τσακίζει το δόκανο της μοναξιάς, να του σκίζει τις σάρκες το αλύπητο μαχαίρι του ενικού αριθμού. Ενοιωθε πως καμιά αγκαλιά περα από της μάνας του δεν υπήρχε για να χωθεί και να γιορτάσει μαζί της, να κάνει όνειρα για το μέλλον μαζί της, να τη σκεφτεί έστω και να πει "δεν πειράζει" για την αβάσταχτη μοναξιά της γιορτής. Ο Στέφανος αισθανόταν ολότελα, αμετάκλητα, οριστικά, σπαρακτικά μονάχος του. Και κανένα μέλλον, καμία λογική, κανένας ορθολογισμός δε μπορούσε εκείνη τη στιγμή να γιατρέψει αυτή την πληγή του ενός που διαβαίνει το χρόνο παραμένοντας ένας. Στις 11.55 παράτησε τη σκοπιά. Απο μακρυά άκουγε τους αχούς της μικρής πόλης που διασκέδαζε. Εσυρε τα βήματά του στη μέση του σκοτεινού γηπέδου -το φυλάκιό του βρισκόταν πίσω απο το επάνω πέταλο. Δεν υπήρχε περίπτωση να γινόταν έφοδος πριν απο τις 12.15 υπολόγισε. Είχε μαζί του το παλιό ΦΝ και γεμιστήρα. Τι ωραία που θα ήταν να τίναζε τα μυαλά του στον αέρα εκεί, στη μέση του γήπεδου, ακριβώς στην αλλαγή του χρόνου. Αλλά πολύ μελό του φαινόταν. Και εξαιρετικά προβλέψιμο. Και καθόλου συμβολικό. Ηλίθιο. Το απέρριψε. Στις 11.56 έπιασε ψιλόβροχο. Στάθηκε στη σέντρα, εβγαλε το κράνος κι έστρεψε το πρόσωπο στον σκοτεινό ουρανό. Συνήθως ο Ντουμάνης, ο σκύλος του στρατώνα συντρόφευε στους σκοπούς. Ηταν η κοινή, η μόνη κοινή αδυναμία του διοικητή και των φαντάρων. Ενα υπέροχο κοπρόσκυλο, διασταύρωση κόκερ με αλητόβιο μπάσταρδο. Ετσι κυκλοφορούσε χύμα και χορτάτος, παρότι οι σκύλοι μέσα στα στρατόπεδα δεν επιτρέπονται τυπικά. Αλλά τώρα που τον ήθελε, ακόμα κι ο Ντουμάνης ήταν εξαφανισμένος. Στις 11.57 αναψε τσιγάρο κρύβοντας την κάφτρα και προσέχοντας να το καλύπτει . Για να μη φαίνεται και να μη βρέχεται. Ειχε ηδη γίνει μούσκεμα και η βροχή δυνάμωνε. Tρείς τζούρες πρόφτασε να ρουφήξει προτού μουσκέψει κι αυτό. Ενοιωθε το κρύο να τον περονιάζει αλλά αδιαφόρησε. Κάρφωσε το όπλο με τη λόγχη βαθειά στο νοτισμένο έδαφος. 20 μέρες φυλακή είναι αυτο, σκέφτηκε. Αδιαφόρησε ξανά. Στις 11.58 αναπόλησε τη ζωή ως τώρα. Τίποτα σπουδαίο. Κι εκείνη, ποιός ξέρει με ποιόν θα φιλιόταν σε λίγο, με ποιόν θα καλωσόριζε τον καινούργιο χρόνο. Στη θέση του. Τη δική του θέση. Τη δική του γυναίκα. Μα τί είναι στα αλήθεια δικό μου; σκέφτηκε ξανά. Ακόμα και τα ρούχα που φοράω είναι του κράτους, το όπλο της πατρίδας, ο ρόλος μου προκαθορισμένος, η πόλη ετούτη ξένη... Ακόμα κι ο σκύλος που αναζητώ είναι κοινός. Ουτε καν αυτός δεν είναι δικός μου... Στις 11.59 γονάτισε στο έδαφος. Αρχισε να μετραει ανάποδα τα δευτερόλεπτα. Θέλω να έχω! φώναξε. Θέλω να έχω τα δικά μου πράγματα! Θέλω να γίνω ευτυχισμένος! Κι άλλες αστραπές. Καταιγίδα. Και βροντές. Στο πέταλο διέκρινε τη φιγούρα του ζώου να έρχεται τρέχοντας κατεπάνω του. Αλλά με τα ζεστά δάκρυα να ανακατεύονται με την κρύα βροχή, δεν έδωσε πια σημασία. Δεν έχω τίποτα... Δεν είμαι κανείς... Είμαι μόνος μου... φώναξε δυνατά. Ούρλιαξε. Στο αιώνιο δευτερόλεπτο ανάμεσα στις 11.59.59 και στις 12.00 έπεσε ο κεραυνός. Χτύπησε το όπλο που ειχε καρφώσει στη γη στη μέση του γηπέδου και τον Ντουμάνη τη στιγμή που πηδούσε πάνω του κουνώντας χαρούμενα την ουρά. Ο ηλεκτρισμός διαπέρασε κι εκείνον τόσο ώστε να χάσει τις αισθήσεις του. Ξυπνησε στο στρατιωτικό νοσοκομείο. Ειχε 1 μήνα αναρρωτική άδεια και 10 μέρες φυλακή -επιεικώς. Η Σοφία ήταν εκεί και του χάιδευε τους κροτάφους με το γλυκό της χαμόγελο και τα μάτια υγρά από αγάπη. Συνειδητοποίησε ότι την είχε στο πλευρό του. Είχε μπόλικα εγκαύματα κι επιδέσμους. Είχε λόγους να αναρρωτιέται. Φαγητό στο κομοδίνο. Μια καινούργια πίστη. Τρείς φίλους στο καπνιστήριο. Ενα αυτοκίνητο στο πάρκινγκ. Ενα σπίτι να τον περιμένει. Μια ευκαιρία ακόμα. Τη ζωή μπροστά του. Τη θλίψη πίσω του. Την τύχη μαζί του. Τον πληθυντικό ξανά. Αλλά οι πρώτες του φράσεις, όπως τα συνειδητοποιούσε όλα αυτά ξυπνώντας από το λήθαργο, ήταν: "Θα'θελα να ΕΙΧΑΜΕ τον Ντουμάνη...." (Πρώτη δημοσίευση: multiforums.gr)

buzz it!