Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεν αυτοκτονούμε γιατί είμαστε αθάνατοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεν αυτοκτονούμε γιατί είμαστε αθάνατοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το δάχτυλο

Δεν είχα να πω κάτι, έτσι έλειψα.
Επιστρέφω για να δημοσιοποιήσω αυτή τη φωτογραφία.
Το οφείλω στη συλλογική ψυχή του Έλληνα.
Αν υπάρχει δηλαδή κάτι τέτοιο.
(Όχι συλλογική ψυχή, αυτή είμαι πεπεισμένος πως υπάρχει)




Αυτό που βλέπετε, είναι ο δυτικός τοίχος της ιματιοθήκης των τηβέννων, δηλαδή του ακαδημαϊκου "βεστιαρίου" της σχολής ανθρωπιστικών επιστημών του πανεπιστημίου του Λάϊντεν. 
Αυτό το πανεπιστήμιο βρίσκεται σε μια μικρή πόλη της Ολλανδίας και είναι το αρχαιότερο της χώρας. Στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Ρέμπραντ. Και στο πανεπιστήμιο αυτό δίδαξαν, μεταξύ άλλων, ο Σπινόζα κι ο Καρτέσιος. Δεν είναι ένα τυχαίο πανεπιστήμιο. 
Η εν λόγω αίθουσα των τηβέννων, βρίσκεται μέσα σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι, που τώρα έχει αναστηλωθεί και μετασκευαστεί σε χώρο του πανεπιστημίου. Χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για την αναγόρευση των διδακτόρων, την απονομή των τίτλων, κλπ. 
Ο καθηγητής του πανεπιστημίου που με συνόδευε, αφού με ξενάγησε στο χώρο, με έβαλε σε αυτή την αίθουσα "επειδή είσαι Έλληνας". Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Τότε, μου υπέδειξε τον τοίχο που βλέπετε. "Αυτοί που εικονίζονται στους 12 περιφερειακούς πίνακες, είναι κάποιοι από τους ευεργέτες και συνιδρυτές του πανεπιστημίου", μου είπε. Μετά με ρώτησε τι βλέπω στον κεντρικό πίνακα. Έβλεπα έναν ακαδημαϊκό της αναγέννησης να ακουμπάει το χέρι του σε μια υδρόγειο σφαίρα. "Πράγματι", επιβεβαίωσε. "Για δες καλύτερα"
Και τότε είδα.
Δεν ακουμπούσε απλώς το χέρι του στην υδρόγειο. Έδειχνε με το δάχτυλό του ένα σημείο επάνω της. 
Την  Ελλάδα.
"Είναι για να θυμόμαστε από που προέρχεται η έννοια της Ακαδημίας, από που ξεκίνησαν όλα αυτά", μου είπε, χαμογελώντας, ο Ολλανδός καθηγητής. "Εσείς δεν λέγατε πως ο ομφαλός της γης βρισκόταν στους Δελφούς;", το χαμόγελό του έγινε  πιο πλατύ. 
"Και σήμερα στο κέντρο του κόσμου βρισκόμαστε.. Και σήμερα μας δείχνουν με το δάχτυλο...", του είπα.
Γελάσαμε και οι δύο. Ευτυχώς, αντιλήφθηκε το χιούμορ μου.
Δεν ξέρω γιατί δεν συγκράτησα το όνομα του ακαδημαϊκού της αναγέννησης στο πορτρέτο. Η μάλλον,  νομίζω πως ξέρω. 
Μα δεν έχει σημασία..





buzz it!

Ο Ξένος (οχι του καμύ, του γαμεί)

"Ασφαλώς οι άνθρωποι που σε βοηθούν να ωριμάσεις δεν είναι παρά οι φίλοι που φεύγουν κι έρχονται, και καμιά φορά το πετυχαίνουν με τον θάνατό τους. Δεν υπερβάλλω λέγοντας πως ένα παρόμοιο σοκ σε παρακινεί να διακρίνεις, αναδρομικά, στο χαμό του άλλου, μια διάσταση ακραίας προσφοράς, έστω αθέλητης. Για να το κάνουμε λιανά, ο άλλος γίνεται δικαστικός κλητήρας των μυστηρίων της χρονικότητας. Μεταφέρει τους απολογισμούς μιας δύσκολης προόδου μέσα στα χρόνια, και σου ζητάει να τους εγκρίνεις• μεμιάς, είναι σαν να βγαίνεις από έναν λήθαργο. Αν έλαβες το μήνυμα, θα ντραπείς για το σκάνδαλο της δικής σου ψυχικής ακινησίας, όπου η εμπειρία της σχέσης με τον εαυτό σου λιμνάζει σ' έναν βάλτο επισφαλών βεβαιοτήτων. Διότι ο θάνατος του ενός είναι μια κίνηση προς τα έξω τόσο απότομη ώστε υποχρεώνει τους πολλούς, όσους μένουν πίσω, να νιώθουν ακίνητοι. Ηταν ανέκαθεν πιο νωχελικοί απ' ό,τι θα έπρεπε, όμως τώρα το συνειδητοποιούν. Η θεραπευτική αυτή επίγνωση της αργοπορίας μας, όταν δεν διοχετεύεται σε πανικόβλητους αντιπερισπασμούς διά της φυγής προς τα εμπρός αλλά λοξοδρομεί σ' έναν βαθύ και εγκάρδιο χειρισμό της αναπόλησης, ονομάζεται πένθος (…) είναι αδύνατο να πενθήσουμε οποιονδήποτε ή οτιδήποτε, περιλαμβανομένου του ιστορικού παρελθόντος μας, όσο τα παρασκήνια στεγάζουν την αναπαραγωγή του διχασμού: εν ολίγοις, είναι αδύνατο για τον νεκρό να βρει ανάπαυση όσο εμείς αρνούμαστε να βγούμε στη σκηνή, σαν πολιτισμένοι άνθρωποι, και να συμφωνήσουμε ως προς το ποιος ακριβώς πέθανε. Διαπληκτιζόμαστε για το αν θα δώσουμε το όνομά του σ' έναν αστεροειδή, σ' έναν κομήτη ή σ' έναν ήλιο και ξεχνάμε πως η απάντηση θα υπαγορευτεί απ' τον ίδιο, αρκεί να τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή και να τον ακούσουμε. Είναι όλα ήδη γραμμένα, όπως λένε οι Αραβες." Ευγένιος Αρανίτσης για την απώλεια του φίλου του ποιητή Ηλία Λάγιου Από εδώ: http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=05.10.2008,id=94016960 ~~~ Του έλειπε ο Ξένος. Αυτός που δεν θα μπορούσε να πληγώσει με καμιά του αλήθεια, που όλα θα μπορούσε να ξεστομίσει χωρίς να σκέφτεται διαρκώς ότι κατέχει ένα όπλο που σκοτώνει. Θυμόταν έναν στοχασμό του τον Λεοπάρντι: «Η ειλικρίνεια βοηθάει μόνο όταν είναι προσποιητή ή όταν, λόγω της σπανιότητάς της, ουδείς πλέον πιστεύει σ αυτήν» Του έλειπε ο Ξένος που δεν θα αγαπούσε. Αυτός που θα μπορούσε να αγκαλιάσει και να κλάψει στον ώμο του χωρίς να τον νοιάζει πως θα γινόταν ρεζίλι κι ούτε να σκέφτεται διαρκώς πως πρέπει να είναι δυνατός γιατί οι οικείοι έχουν την ανάγκη της δύναμής του. Του έλειπε ο Ξένος που θα δεχόταν να τον αφήσει σιωπηλό. Να μην του μιλάει, να μην απαιτεί εξηγήσεις, μα να τον νοιώθει. Γιατί πίστευε πως ο άνθρωπος οφείλει στον εαυτό του να μην πολυμιλάει για τις τραγωδίες που τον συναντούνε, αφού ο κάθε άνθρωπος θα γνωρίσει στη ζωή του νομοτελειακά αρκετές. Και να ο Πεσσόα: «Αυτό που ο καθένας οφείλει στον εαυτό του, ως καλλιτέχνης, είναι είτε να φανεί άντρας και να μην πει τίποτα, ακόμα κι αν χρειαστεί να γράφει και να υμνεί άλλα πράγματα, είτε να αντλήσει από αυτή την τραγωδία, με μεγαλοπρέπεια και με αυστηρότητα, ένα μάθημα με πανανθρώπινο χαρακτήρα» Του έλειπε ο Ξένος στον οποίον θα μπορούσε να ιστορήσει. Το πανανθρώπινο μάθημα από τη ζωή και ιδίως το θάνατο του φίλου του, από τη ζωή και τον μελλούμενο δικό του θάνατο, από τις ζωές και τους θανάτους τριγύρω, από το αέναο τίποτα που αυτο-ολοκληρώνεται σαν το φίδι που καταβροχθίζει την ουρά του. Αυτός ο σπάνιος Ξένος που θα μπορούσε να καταλάβει πως το τίποτα έχει το νόημα του να μην έχει νόημα και η ελευθερία έχει αξία μονάχα σε συνθήκες δουλείας. Του έλειπε ο Ξένος που θα κατανοούσε τον κόσμο όπως πράγματι είναι. Που θα διέκρινε την ομορφιά σε έναν καμβά ζωγραφισμένο με κόπρανα, θα εντόπιζε το συναίσθημα αφοσίωσης στις μοιχείες που τελούνται από αγάπη, θα διέβλεπε το χρώμα του χρήματος πίσω από τους κανιβαλισμούς των προσφιλών μας και θα συγχωρούσε τις αυτοκτονίες από αλτρουισμό. Πως το έλεγαν οι του ’60; Να σκοτώνεις για την ειρήνη είναι σα να γαμάς για την παρθενιά; Του έλειπε ο Ξένος που δεν θα σκότωνε για το γαμήσι και θα ειρήνευε τις μωρές παρθένες. Τις ανόητες μωρές παρθένες που δεν θα κατανοούσαν ποτέ πως "ο ανθρωπος είναι οι αντιφάσεις του" και πως, η καθεμιά με το δικό της "πελώριο δίκιο", κατέστρεψαν, διέλυσαν, ποδοπάτησαν και άφησαν να κρέμεται άψυχος στους σωλήνες αυτός που, λέγαν, αγαπούσαν. Του ήταν αδύνατο να βρει ανάπαυση όσο ο Ξένος αρνιόταν να βγει στη σκηνή, σαν πολιτισμένος άνθρωπος, και να συμφωνήσουν ως προς το ποιος ακριβώς ζούσε. Του ήταν αδύνατον να ηρεμήσει αν δεν έβρισκε αυτόν τον Ξένο. Και τι που ήξερε πως αν τον εβρισκε θα τον αγαπούσε, θα τον απο-Ξένωνε, θα τον οικειο-ποιούσε και τελικά θα τον σκότωνε; Ετσι δεν κάνουν οι συγγενείς και οι φίλοι; Μα εκείνου του έλειπε, παρόλα αυτά, ο Ξένος του ενός λεπτού Εσύ. ~~~~~ Σημείωση για τους συγγενείς και φίλους: Φοβάμαι πως δεν θα βγάλετε νόημα. Αλλα δεν έχει σημασία, έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν έχει νόημα. Επίσης αφήνω ανοικτά τα σχόλια (ντρεπομαι, είναι αλήθεια, όταν τα κλείνω, είναι κόντρα στις πεποιθήσεις μου, αλλα παρακαλώ συγχωρέστε με αν απαντήσω επιλεκτικά ή καθόλου. Δεν θα είναι απο αγένεια. Ευχαριστώ) Επίσης ευχαριστώ όσους, με οποιονδήποτε τρόπο, μου χτύπησαν φιλικά την πλάτη μετά απο το προηγούμενο ποστ κι επίσης τους ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ.

buzz it!

Κι οταν αυτοκτονούμε παραμένουμε αθάνατοι

Επειδή δε φοβήθηκες το θάνατο όσο φοβήθηκες τη ζωή χωρίς αξιοπρέπεια. Επειδή το "αδύναμο του χαρακτήρα σου" για το οποίο μιλάνε εγώ το λέω "αγάπη μέχρι θανάτου". Επειδή δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι όσο εσύ τους αγαπούσες εκείνοι δεν σε αγάπησαν, αλλιώς δε θα έφτανες εδώ... Το εκκρεμές που έγινες με τη ζώνη στους σωλήνες θα μείνει αθάνατο. Το δίδαγμά σου στους άλλους. Το είδα απ την αρχή Κωστή, υπήρξες ο αμνός του θεού, ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου. Ευχομαι να το κατανοήσουν κάποτε και ν αντεξουν να ζήσουν με αυτό. Ισως έτσι να ησυχάσει η ψυχή σου. Καλο ταξίδι αδελφε μου. Με την κατανοησή σας, το βλογ αναστέλει για οσο. Ευχαριστώ.

buzz it!

Οσο...

Οσο κι αν βρέξει, το θαλασσινό ελάφι μου θα ζει στο καλοκαίρι.
Κι όταν το qwerty μου θα μείνει χωρίς δάχτυλα, πάλι θα ζει.
Στο καλοκαίρι πάντα.
Είμαστε αλήθεια αθάνατοι μωρό μου.

buzz it!

Το ευτυχισμένο σαλιγκάρι

Η αγωγή σου ήταν μια εκπαίδευση δεσμώτη.
Αν δεν μπορείς να πετάξεις, είναι γιατί σου είπαν ότι οι άνθρωποι δεν πετάνε. Το μάθημά σου διδασκαλία της υποτέλειας σε θεσμούς, έθιμα, τρόπους ζωής των άλλων, σε επινοημένες συμβάσεις. Χωρίς ακόμα να καταλαβαίνεις γιατί, απο τα μικρά σου χρόνια άρχισες να εξαπατάς τους δασκάλους σου. Ανέπτυξες πολλές προσωπικότητες. Τόσες όσες σου χρειάζονταν για την ικανοποίηση των δικών σου αναγκών. Μερικές για το σχολείο, άλλες για την οικογένεια, κάποιες για τους φίλους και το άλλο φύλο. Αργότερα τελειοποίησες την πολυπροσωπία στον εργασιακό στίβο. Κάθε φορά ανασύρεις εκείνη που εξυπηρετεί καλύτερα αυτό που θες. Και γίνεσαι, είσαι πράγματι αυτή η προσωπικότητα. Είσαι όλοι αυτοί. Σαν τα ετερώνυμα του Πεσσόα, στο αίμα σου κυλάνε εξίσου οι συμπόνοιες και οι φόνοι, είσαι εξίσου ο λογιστής κι ο βαρόνος. Και πάντα νοιώθεις φυλακισμένος στην ετερότητα. Δεν το επέλεξες να βλέπεις το πολλαπλό σου είδωλο κάθε που ξυπνάς, σου επιβλήθηκε. Εσύ ήθελες πάντα να είσαι ένας. Αλλα αυτό το ένα δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ, για κανέναν. Μιλάς για πολλά, τα πάντα αναλύεις, μα πάντοτε αποκρύπτεις την πιό ισχυρή από τις προσωπικότητές σου: αυτήν του φυλακισμένου. Γιατί γνωρίζεις πως η ελευθερία σου θα σημάνει θανάτους. Κάθε σου ελεύθερη πράξη είναι μια δολοφονία κάποιας σύμβασης, παρότι μέσα σου αποτελεί η ίδια πράξη, απόδειξη λατρείας στο παράλογο του βίου. Και η πιο ελεύθερη πράξη σου θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Γιατί κάθε σου απόπειρα να λειτουργήσεις σαν ελεύθερος άνθρωπος θα καταλήξει σε αισθήματα ενοχής, σε μια κόλαση ελευθερίας χωρίς νόημα, αφού αυτό που σε κρατάει φυλακισμένο είναι το καλό. Ολα όσα σε έδεσαν είναι, κατά μείζονα λόγο, καλά. Οσα σου έμαθαν είναι καλά. Οσα δεν είναι καλά, μπορείς να αμφισβητήσεις εύκολα: Θεέ, δεν υπάρχεις. Εργασία, είσαι δουλεία. Φασίστα, ψόφα. Μα όσα δεν αμφισβητούνται μέσα σου, είναι καλά. Κι εσύ ο ίδιος ακόμα ως καλά τα αναγνωρίζεις. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πως είσαι φυλακισμένος του καλού, μα δεν είσαι κακός. Οι κακοί είναι στις φυλακές τις άλλες, αυτές χωρίς κάγγελα, και φορούν γραββάτες. Αυτό που απαιτεί από εσένα η ζωή για να ζήσεις χωρίς να τρελαθείς, είναι να μη δείξεις ποτέ σε κανέναν πως αντιλαμβάνεσαι την ειρκτή σου και τον λόγο που σου έχει επιβληθεί. Να μη δείξεις ποτέ πως γνωρίζεις πως ελεύθερη βούληση δεν υπάρχει και πως μονάχα η υποτέλεια στο καλό, η ίδια η φυλάκισή σου δηλαδή, είναι η ευτυχία σου. Η απόδειξη του παράλογου είναι πως μόνο ως φυλακισμένος μπορείς να ευτυχείς και μόνο χρησιμοποιώντας τα λαγούμια ελευθερίας των ετερώνυμων μπορείς να είσαι ελεύθερος. Μόνο όταν δυστυχείς ευτυχεί ο άλλος κι εσυ αγαπάς τον άλλον πιο πολύ απο σένα. Κι έτσι αντί να ζεις, γράφεις. Στο μυαλό σου υπάρχει εκείνη η κοινωνική θέσμιση που θα γκρέμιζε τον τοίχο του κελιού χωρίς να καταπλακώσει τους απέξω. Ναι, θα μπορούσε, λες. Θα μπορούσε αν η διαπαιδαγώγησή μας δεν ήταν μια εξοικείωση στα δεσμά. Μα είναι αργά γιαυτό. Αν ξεφύγεις, αν επιχειρήσεις να γίνεις εσύ ο "ήρωας" που σχηματίζεις, αν προσπαθήσεις να διαλαλήσεις το παράλογο, η κατάρρευση θα συμπαρασύρει τα πάντα. Νομίζεις πως μιλάω για σένα; Ειδικά για σένα; Είναι γιατί υπάρχει κάτι καθολικό στη φυλακή του καλού, κάτι γνώριμο σε όλους στην πααράσταση. Το καταλαβαίνεις στα όνειρα , εκεί που το καλό και το κακό δεν διαχωρίζονται και ο ένας εαυτός, εκείνος που στο ξύπνιο αποτελεί συγχώνευση ρόλων, εγείρεται και παίρνει τη σκυτάλη. Η ελευθερία που γεύεσαι τότε, δεν είναι μια ελευθερία του κακού, δεν χρειάζεται να σταματήσει εκεί που αρχίζει του άλλου, αφού μπορείτε να είστε ελεύθεροι μαζί. Κάθε σου κύτταρο το νοιώθει. Μα είναι μια ελευθερία ανέφικτη στο ξυπνητό, επειδή το κόστος της κοινωνικής ζωής είναι το ταξίδι του ατομικού σου Πέτρου ερημίτη. Γελάς. Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβεις το νόημα της εσωτερικής εξορίας. Χρόνια μέχρι να συνειδητοποιήσεις πως η δυστυχία της ύπαρξης είναι η ευτυχία της φυλακής. Πέρασαν χρόνια για να καταλάβεις πως οι παιδαγωγοί σου δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, γιατί αν πεις στο παιδί πως μπορεί να πετάξει θα γκρεμοτσακιστεί απ την ταράτσα. Και για να αντιληφθείς πως κι εσύ, ναι, κι εσύ που τα κατανόησες πια, την ίδια σχεδόν διαπαιδαγώγηση θα αφήσεις στα παιδιά σου. Και γελάς. Γελάς τρελά και χαίρεσαι που θα το κάνεις, που θα τα βασανίσεις όπως βασανίστηκες. Επειδή δρόμος που στον δείχνουν δεν έχει ενδιαφέρον. Τα χρόνια που πέρασαν σου έχουν αφαιρέσει τα φτερά. Δε θα πετάξεις ποτέ. Η γνώση, η επιγνωση, μόνο επίγειες χαρές θα σου φέρει. Να, σαν αυτήν εδώ, τον οικειοθελή σου εγκλεισμό στην ευτυχία. Και ξαναγελάς, γελάς ακατανόητα, έχοντας πια ξεκαθαρίσει μέσα σου την απάντηση στο ερώτημα του δυστυχισμένου πελαργού που έφαγε ένα ευτυχισμένο σαλιγκάρι.

buzz it!

Το παγκάκι

Οι μεταφορές του έρωτα συνήθως έχουν ρόδινα χρώματα, αναλογίες σε ύψος, πετάγματα, σκιρτήματα, τιτιβίσματα.
Λέξεις επινοημένες με κριτήριο την τονικότητα, ένρινα και χειλικά, πολλά υποκοριστικά, ένα χαμόγελο παγιωμένο από άκρη σε άκρη σε ροδοκόκκινα μάγουλα, φως, καλοκαίρι, ο έρως που ίπταται, ο έρως που εφορμά, φτερωτός θεός και δε συμμαζεύεται.
Η σκέψη του ερωτοχτυπημένου περιορίζεται και προσδιορίζεται από τον πόθο της εξαφάνισής του μέσα στον άλλον, της σύζευξης και ενοποίησης των παλμών της καρδιάς σε χτύπους κοινούς.
Είναι τέτοια η φύση κι η ένταση του συνεπαρμού, που κανείς δεν κατορθώνει εκείνη τη στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι, σε αντίθεση με τα κοινώς νομιζόμενα, να ερωτευτείς δε σημαίνει απογείωση αλλά πτώση.
Σε βαθύ πηγάδι.
Στο τέλος της διαδρομής, στον πάτο του πηγαδιού, εκεί που ασπρίζουν τα κόκκαλα των πολλών, υπάρχει κάπου μια τρύπα που οδηγεί ξανά προς το φως.
Οποιος κατορθώσει να βγει ξανά, θα αντικρύσει ένα παγκάκι δίπλα από ένα δέντρο στη θάλασσα.
Και αν παραείναι τυχερός, δυό γερόντια θα κάθονται εκεί αγκαλιά.
Θα σωπαίνουν μαζί.

buzz it!

Εκεί που τελειώνει η θάλασσα

Το εικονιζόμενο κόκκινο μπλιμπλίκι είναι ένας τίκις. Αλλοι τον λένε τέντερ. Είδα έναν τέντερ σε ακριβό γιότ, ο οποίος -μόνο αυτός- πρέπει να κόστιζε όσο ένα δυο σπιτάκια μαζί με την επίπλωση. Ο τίκις πάντως, ακόμα κι αν μοιάζει με τον ταπεινό εικονιζόμενο με μόλις 2 ίππους μηχανή, είναι το πιο χρήσιμο από τα εργαλεία ενός σκάφους. Αυτός σε βγάζει στη στεριά όταν είσαι αρόδου, αυτός σε επαναφέρει στο λίκνισμα, αυτός περιπολεί τριγύρω και με αυτόν πετάς τη δεύτερη άγκυρα. Αυτός προσμένεις να σε σώσει αν κάτι πάει στραβά. Δεν υπάρχει σκάφος χωρίς τίκι, όπως δεν υπάρχουν διακοπές χωρίς επιστροφή -αλλιώς δε θα τις έλεγαν και διακοπές. Εντέλει, αυτός είναι το τελευταίο σκαλοπάτι σου για την ξηρά, όταν φτάσει η ώρα να εγκαταλείψεις το σκάφος όπως όλα τα ποντίκια. Για τους τίκιδες η θάλασσα δεν τελειώνει, ακόμα κι όταν τελειώνει για σένα.
Γειά σου τίκι.

buzz it!

Αδεια εξόδου

Οπως στο στρατό: Απογευματινή άδεια εξόδου...
Εύχομαι σύντομα οι άδειες να είναι μεγαλύτερες φίλε.
Κι όταν θα παρουμε το εξιτήριο θα πιούμε μπύρες κι ας αρνείσαι, χαπάκια.
Και να βρεις κάτι να ασχοληθείς. Στο κενό ζωή δεν κρατιέται.

buzz it!

Η σπόντα


Οπως ξέρεις καλά, δεν παίζω αμερικάνικο μπιλιάρδο. Ούτε κι εσύ το προτιμάς.
Τις παλιές εποχές προσπαθούσαμε μαζί να βρούμε τραπέζια γαλλικού. Ολοένα και τα εξόριζαν απο τα μπιλιαρδάδικα. Απο εκεί που επικρατούσαν, σταδιακά έγιναν μειοψηφία. Σαν κι εμάς. Εφερναν σνούκερ στη θέση τους. Ακόμα έτσι είναι. Σε κάθε μπιλιαρδάδικο με 10 τραπέζια, ζήτημα αν θα υπαρχει ένα γαλλικό. Ενα μόνο.
Οπως σε κοιτούσα λοιπόν να ιδρώνεις και να ξεφυσάς που δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα για το 250 χάπι της ημέρας και τι θα κάνεις, θυμήθηκα αυτές τις εποχές. Κι έψαξα και βρήκα κάτι σχετικό που είχα γράψει τότε. Μιλάει κι αυτό για έναν θεό, σαν κι αυτόν που μας χρειάζεται τώρα. Δικό μας θεό όμως, παράταιρο, τρελό, αλλιώτικο.Είναι λίγο υπερβολικό, το ξέρω, αλλά μήπως με την υπερβολή μας δεν ανακαλύψαμε την αρμονία της απλότητας κάποτε; Που πηγαν ρε φίλε εκείνες οι γνώσεις; Που πήγε η γνώση πως αν δε μπορούμε να χττυπήσουμε άμεσα τις μπίλιες χτυπάμε πρώτα σπόντα; Που είναι η σπόντα σου βρε;
Στο αφιερώνω. Για τη μέρα που θα ξαναπάμε για μπιλιάρδο.
Που θα ζητήσεις το τραπέζι 7 αντί του θαλάμου 7.
ΥΓ. Μου λες οτι δεν έχει νόημα να βγαίνουμε τα Σάββατα γιατί γυρνάς πίσω με άγχος. Τι να σου πω ρε φίλε... Ετσι, αφού μούδωσες "άδεια", πήγα κι εγώ το ΣΚ με τη Λ. και τα παιδιά και καναμε το πρώτο μας μπάνιο. Σε σκεφτόμουν. Το επόμενο Σάββατο θά'θελα να πάμε μαζί. Κι ας έχεις άγχος στην επιστροφή. Βλάκα.
~~~~~~
Ο από σφαίρας Θεός.
~~~~~~
-Σε παρακαλώ Θεέ μου, βοήθησέ με τώρα, είπε απο μέσα του ο Νικήτας.
Ηταν η σειρά του αντιπάλου του να παίξει κι εκείνος μόλις είχε χάσει την καραμπόλα. Αυτήν που αν έβγαζε θα τελείωνε το κορδόνι -και μαζί μ αυτό θα κέρδιζε τον τελικό αγώνα τρίσπονδων στο πανευρωπαικό τουρνουά μπιλιάρδου που αυτή τη χρονιά διεξαγόταν στο παλαί ντε σπόρ της Λισαβώνας. Ο Νικήτας είχε προπονηθεί σκληρά γιαυτόν τον αγώνα. Εδω και τρία χρόνια, απο τότε που αγόρασε με τις αιματηρές του οικονομίες κι ένα γερό δάνειο το 17, το παλιό μπιλιαρδάδικο στο υπόγειο πάνω απο την πλατεία Μεσολογγίου στο Παγκράτι, θυμόταν τον εαυτό του να προπονείται τουλάχιστον 3 ώρες τη μέρα στις τρίσπονδες. Επειδή στο μαγαζί υπήρχε μόνο ένα γαλλικό μπιλιάρδο -τα υπόλοιπα 7 ήταν αμερικάνικα- αναγκαζόταν συνήθως να προπονείται μετά τα μεσάνυχτα, συχνά ακόμα και ξημερώματα. Οι εποχές ηταν δύσκολες και δεν μπορούσε να αγκαζάρει το μοναδικό γαλλικό για πάρτυ του την ώρα που εκείνος ήθελε. Νοσταλγούσε την εποχή που τα μπιλιάρδα ήταν ανάποδα, όλα γαλλικά κι ένα μόνο αμερικάνικο. Τον εκνεύριζε όλη αυτή η στροφή στο αμερικάνικο. Θεωρούσε οτι το μπιλιάρδο αυτό δεν είχε αισθητική, δεν μετέτρεπε τη γεωμετρία σε ρέουσα τέχνη, παρά σηματοδοτούσε τον τρόπο σκέψης της νέας τάξης πραγμάτων: όλα στην τρύπα κι όπου νάναι. Εκτός απο τη μαύρη που έπρεπε να χαθεί σε δεδομένη τρύπα και την άσπρη, ναι, πάντα την άσπρη, που δεν θα την έτρωγε καμία τρύπα, επι ποινή χασίματος σειράς. Κάπως έτσι δε γίνεται; Τον μαύρο τον ρίχνουμε στην τρύπα τελευταίο, τον άσπρο τον κρατάμε έξω. Επιπλέον, δεν ήθελε να τον παρακολουθούνε οι νεώτεροι παίχτες, μια που γελοιοποιούσαν την αγάπη του για τις τρίσπονδες με την θανατηφόρα αθωώτητα της νεότητάς τους και τον μπέρδευαν: -Ρε μπάρμπα, γιατι δεν παίζεις κι εσυ αμερικάνικο; Κάνεις πόζα μπας και πηδήξεις καμιά μικρούλα; Τώρα πια η κατάσταση είχε αντιστραφεί. Ελάχιστοι αγαπούσαν την λιτή γεωμετρία και την απέριττη μεγαλοπρέπεια των τριών σφαιρών. Η πλειονότητα τρελαινόταν για τη φασαρία και την τυχαιότητα, τρελαινόταν για την πολυχρωμία και το μπουλούκι του αμερικάνικου, ήθελε να χώνει μπίλιες σε τρύπες κι αυτό να το αποκαλεί μπιλιάρδο. Επρεπε εξάλλου να φροντίζει και το μπαρ. Η Ξένια βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά βασιζόταν στην καλή της θέληση και μόνο, δεν ήταν υπάλληλος η φίλη του. Είχε ξοδέψει μια περιουσία για να δηλώσει συμμετοχή στο πανευρωπαικό. Ηταν η πρώτη του συμμετοχή σε διεθνές τουρνουά. Κι είχε ήδη αποκλείσει τέρατα του μπιλιάρδου, όπως τον Ελβετό Χίκλερ, τον προπερυσινό παγκόσμιο πρωταθλητή και τον Νοτιοαφρικανό Βαν Οστεν, μια θρυλική μορφή του παγκόσμιου μπιλιάρδου τρίσπονδων, που είχε κατέβει εφέτος αν και πεσμένος στο πανευρωπαικό, αγωνιζόμενος με την γερμανική του υπηκοότητα. Μια εβδομάδα με συνεχόμενες αναπάντεχες νίκες, τον είχαν οδηγήσει στον τελικό με αντίπαλο τον μυθικό Ιρλανδό Ο 'Χάρα, τρείς φορές παγκόσμιο και 5 πανευρωπαικό νικητή. Οι αθλητικές εφημερίδες οχι μόνο της Πορτογαλίας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης ανέφεραν ήδη το όνομά του συνοδεύοντας τα σχετικά ρεπορτάζ με εκφράσεις όπως «ο Ελληνας που ήρθε απο το πουθενά», το «φαινόμενο απο την Ελλάδα διεκδικεί τον τελικό», «η Ελληνική έκπληξη» και τέτοια τυπικά θριαμβευτικά. Η είδηση είχε περάσει και σε ορισμένες ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες -στα αθλητικά πάντα- κι απο ότι του είχε πεί η Ξένια στο τηλέφωνο, οι Ελληνικές εφημερίδες είχαν αρχίσει απο προχτές που απέκλεισε τον Ελβετό να να αναφέρονται στους τελικούς του πρωταθλήματος τρίσπονδων με εγκωμιαστικά σχόλια για το εως τώρα παραμελημένο άθλημα.
Τώρα ηταν η σειρά του Ιρλανδού, ενός κοκκινομούρη παχύσαρκου ξεπλυμένου τύπου με σταχτιά μάτια, που έμοιαζε εντελώς ψύχραιμος καθώς μελετούσε τις τροχιές που έπρεπε να ακολουθήσει η μπίλια του. Επαιζε με τη λευκή και η κάμερα του Eurosport που κατέγραφε τον αγώνα -μια γιγαντοοθόνη στο βάθος του παλαί ντε σπορ μετέδιδε απευθείας την εικόνα- είχε καρφωθεί στα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ανέκφραστος ο Ιρλανδός πήγε και στήθηκε στην κάτω δεξιά άκρη του τραπεζιού, μελετώντας ακόμα την κίνηση ενώ έξυνε το τεμπεσίρι στο κεφάλι της στέκας. Χρησιμοποιούσε μια μεσαίου βάρους εβένινη στέκα, που έδειχνε καλοζυγισμένη κι είχε πολύ λεπτό κεφάλι, για να δίνει καλά τα φάλτσα. Τελικά ο Ο Χάρα έβαλε λίγο ταλκ στο αριστερό του χέρι, το σκούπισε προσεκτικά, πήρε θέση και σημάδεψε τη μπίλια του ακουμπωντας αεράτα στη γαλάζια θερμαινόμενη τσόχα. Ο Νικήτας κατάλαβε οτι σχεδίαζε ένα παράτολμο χτύπημα. Σκόπευε να στείλει τη λευκή στην πανω μεγάλη σπόντα με ανάποδο ψηλό φάλτσο, ώστε να κατέβει σε σχεδόν ευθεία γραμμή πρός τα κάτω, να βρεί την αριστερή σπόντα προς το τέλος της, κατόπιν την κάω σπόντα και να χτυπήσει απο πίσω την κόκκινη και τη σημαδεμένη λευκή που είχαν στηθεί σχεδόν ματάκια εμπρός του. Αν δεν έπαιζαν τρίπονδες, ο Νικήτας θα μπορούσε να τραβήξει τουλάχιστον 30 καραμπόλες με αυτά τα ματάκια. Η ιδέα του Ιρλανδού ήταν αρκετά δύσκολη αν όμως έπιανε θα του έδινε αβαντάζ για την επόμενη καραμπόλα και με αυτήν θα έπαιρνε το παιχνίδι, δυο του έλειπαν, αντι της μιας που λίγο πρίν είχε χάσει ο Νικήτας κάνοντας το πολυπληθές κοινό να βουίξει απογοητευμένο.
-Θεέ μου, βοήθα με επανέλαβε απο μέσα του, όπως ο Ιρλανδός ζύγιζε τα βήματά του, την ισορροπία του και τη στέκα.
-Και τι μου τάζεις; άκουσε μια υπόκωφη φωνή. Εκπληκτος κοίταξε τριγύρω και δεν είδε κανέναν. Ο διαιτητής ήταν κοντα στον Ιρλανδό, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και δίπλα του κανείς. Ο Νικήτας ανατρίχιασε.
-Τι έγινε...Ποιός; σκέφτηκε κι αμέσως άκουσε πάλι:
-Ο παπιός. Ακούω, τι μου δίνεις για να σε βοηθήσω; Γρήγορα όμως, δεν μπορώ να σταματήσω και το χρόνο ξέρεις!
Παραλίγο να του πέσει η στέκα. Η φωνή σα να ερχόταν απο το μπιλιάρδο, μόνο που κανείς εκτός απο εκείνον δεν έδινε σημασία, σαν να την άκουγε μόνο αυτός. Κοίταξε στο τραπέζι και του φάνηκε οτι είδε την πικέ, τη σημαδεμένη λευκή μπίλια με την οποία έπαιζε ο ίδιος να του κλείνει το μάτι, τέλος πάντων, την τελεία! Αστραπιαία ο Νικήτας σκέφτηκε πως είτε παρανοεί, είτε κάτι αλλόκοτο συμβαίνει. Του φαινόταν δύσκολο να είχε παρανοήσει ξαφνικά απο την αγωνία, αφου ήταν καθαρός, δεν είχε πιεί παρά ένα ουίσκυ με κόλα εδώ και περίπου τρείς ώρες. Ο Ο Χάρα ήταν έτοιμος για τη βολή.
-Τι θές; ρώτησε ανοιγοκλείνοντας τα χείλη, αλλά με φωνή τόσο ψιθυριστή που ούτε ο ίδιος δεν ακουσε. Ο Ο Χάρα έπαιζε τη στέκα μπρός πίσω.
-Θέλω κάτι απλό. Οταν επιστρέψεις στο 17 θα βγάλεις όλα τα αμερικάνικα μπιλιάρδα και θα βάλεις γαλλικά. Δε θα κρατήσεις ούτε ενα τρύπιο. Κι ούτε θα επιτρέψεις σε κανέναν ποτέ να παίξει στα γαλλικά ρώσσικο, με τις 4 μπίλιες. Αυστηρά με τρείς θα παίζουν όλοι. Κι όποιος θέλει!Ο Νικήτας γούρλωσε τα μάτια κι ο Ιρλανδός χτύπησε απαλά τη λευκή μπίλια με ανάποδο φάλτσο.
-Σ' ακούω, είπε η φωνή. Η λευκή μπίλια πήρε καλά την πρώτη σπόντα κι άρχισε να κατεβαίνει βασανιστικά αργά, να διασχίζει την μεγάλη πλευρά του τραπεζιού ελαφρά λοξά, πρός το τελευταίο κάτω διαμάντι. Η θέρμανση της τσόχας βοηθούσε την πορεία της παρά το απαλό χτύπημα. Ο Νικήτας δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η λευκή χτύπησε τη δεύτερη σπόντα κι ο Ελληνας κατάλαβε οτι η καραμπόλα θα'βγαινε. Κι όμως δε μπορούσε να μιλήσει. Με μάτια ορθάνοιχτα την είδε να παίρνει πολύ όμορφα την τρίτη σπόντα, να ανεβαίνει πολύ σιγά, να σπρώχνει την κόκκινη και κατόπιν, όλο χάρη, να χτυπάει απαλά την πικέ, την δική του. Συνήλθε απο τα χειροκροτήματα των εκατοντάδων θεατών κι είδε τον Ιρλανδό να κατεβάζει μια γουλιά Μακ Φάρλαντ χαμογελώντας του πονηρά. Βρισκόταν κι εκείνος τώρα μια καραμπόλα απο τη νίκη. Κι επιπλέον ήταν σειρά του πάλι. Κι η βολή ήταν απλή. Εσωτερική τρίσπονδη στις μικρές γωνίες. Θα χτύπαγε κόκκινη, πάνω σπόντα, αριστερή κάτω σπόντα, πίσω σπόντα, πικέ. Ούτε κάν παράθυρο δεν μπορούσε να περάσει. Αστεία καραμπόλα. Το παιχνίδι είχε κριθεί.
-Θεέ μου...ξαναείπε ο Νικήτας ιδρώνοντας.
-Κοίτα φίλε το εμπέδωσα ότι ξέρεις το όνομά μου, αν είναι να απαντήσεις επί της πρότασης κάνε το, αλλιώς παράτα μας, είπε η φωνή. Αυτή τη φορά ο Ελληνας φέρθηκε ψύχραιμα. Εκλεισε το μάτι στην πικέ.
-Εντάξει λοιπόν, είπε. Γεννηθήτω το θέλημά σου, ελθέτω ξανά η βασιλεία σου, η βασιλεία της Γεωμετρίας. Σύμφωνοι. Κανένα αμερικάνικο στο μαγαζί μου. Εξω-οι-Αμε-ρικά-νοι!
Το τελευταίο το ψιθύρισε σα σύνθημα, απο αυτά που λένε στις διαδηλώσεις. Η πικέ μπίλια του έκλεισε γι άλλη μια φορά το μάτι. Ο Ο Χάρα ετοιμαζόταν πάλι.
-Εντάξει λοιπόν, είπε η πικέ. Καλά σε κατάλαβα. Αει ο θεός ο μέγας γεωμετρεί, Ελληνα. Καθώς ο Νικήτας ανατρίχιαζε σκεπτόμενος τι να σήμαινε η αναφορά στον Πυθαγόρα από μια μπίλια του μπιλιάρδου, ο Ιρλανδός χαμογελώντας χτύπησε τη λευκή και... ...τσαααααφ!
Οι θεατές έβγαλαν μια ομαδική κραυγή αχχχ...
Ο Ο Χάρα κοκκίνισε σαν πατζάρι κι απο τη λύσσα του πέταξε τη στέκα στον τοίχο. Ο διαιτητής τον επέπληξε κι έδωσε τη σειρά στον Νικήτα. Εκείνος έξυσε λίγο με το τεμπεσίρι το κεφάλι της άσπρης στέκας του, σημάδεψε την πικέ ίσια στο μάτι που ανοιγόκλεινε με νόημα και την έστειλε με δύναμη στην κόκκινη. Απο εκεί η μπίλια χτύπησε τρείς σπόντες και κατέβηκε χτυπώντας τη λευκή ακριβώς στη μέση. Η παρτίδα είχε τελειώσει, οι επευφημίες ξεκινούσαν, ο Ο Χάρα με ιδρωμένο χέρι και ξυνή έκφραση έσφιξε το χέρι του Ελληνα και πήγε να δώσει συνέντευξη στο Eurosport. Ο Νικήτας χαλάρωνε κρατώντας το βλέμμα καρφωμένο στην πικέ. Το ακριβό της ελεφαντόδοντο λαμποκοπούσε στον προβολέα της κάμερας που τώρα στρεφόταν στον μεγάλο χαμένο, αλλά του φάνηκε πως είδε το μάτι της να ανοιγοκλείνει για τελευταία φορά.
-Ξέρεις, άκουσε τη φωνή, το πρόβλημα με αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων είναι που δεν έχει καλή γεωμετρία...
Στο Παγκράτι, το μπιλιαρδάδικο 17 ξεφορτώθηκε όλα τα τρύπια αμερικάνικα μπιλιάρδα με τις πολύχρωμες μικρές τους μπίλιες κι απέκτησε νέα ταμπέλα: «Λέσχη γαλλικού μπιλιάρδου» Ηταν το πρώτο κλάμπ της Αθήνας που επανέφερε την παλιά μόδα του γαλλικού, τη στιγμή που όλα τα μεγάλα μπιλιαρδάδικα συναγωνίζονταν στην ποσότητα των αμετρικάνικων και των σνούκερ. Κι απο την μέσα πλευρά της εισόδου ο Νικήτας έβαλε και μια δεύτερη, μικρότερη ταμπέλα, με αρχαιοελληνικής επιρροής γράμματα:
Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω
Την κοιτούσε πάντα βγαίνοντας από το μαγαζί για να μπει στον έξω κόσμο.

buzz it!

Ο σάκος του μποξ

Ο αμνός του θεού που πιστεύεις. Ο αίρων τες αμαρτίαις του κόσμου. Είκοσι χρόνια έζησες σαν το σάκο του μποξ. Στο ίδιο σπίτι με τη γυναίκα και τη μάνα σου. Να δέχεσαι μόνος τα χτυπήματα της μιας εναντίον της άλλης. Να προσπαθείς να κρατήσεις ισορροπίες. Χωρίς λεφτά για να αλλάξεις σπίτι. Με τη μανα σου να σε έχει ξορκίσει να μην την πετάξεις όταν γεράσει. Είκοσι χρόνια όλα πήγαιναν προς τα εκεί που έφτασαν. Κι αντί να κάνεις κάτι, καθόσουν και έτρωγες τις φάπες. Καργιόλα η μια την άλλη. Σκύλα η απάντηση. Και σιγά-σιγά, τα παιδιά θα πήραν το μέρος της μάνας τους. Που διατυμπανίζει πόσο πιο ισχυρός χαρακτήρας είναι από εσένα. Ακόμα και τώρα. Φανταζομαι ότι σιγά-σιγά και τα παιδιά θα είπαν τη γιαγιά καργιόλα. Τη μάνα σου. Κι όταν εφτασε πια η ώρα να φύγει, γιατί το απροχώρητο είχε φτάσει, δεν αντεξες. Σε φαντάζομαι να μπαίνεις στο δωμάτιό της αποφασισμένος να τους τιμωρήσεις όλους. Να τους πεις «με τελειώσατε». Και να κόβεις τις φλεβες σου. Κι αυτοί είναι έξω. Ολοι ζουν στα σπίτια τους. Γιατί εσύ πήρες με το αίμα σου τη δικιά τους τρέλα. Τη φορτώθηκες μονάχος. Αλλά επίσης, εσύ είσαι τώρα ο δειλός. Αυτοί δεν έχουν καταλάβει κανένας τίποτα. Απορώ τι περίμενα… Ηρθα το Σαββατο και σε πήρα. Βγήκες για πρώτη φορά μετά από 3 μήνες. Για λίγες ώρες, μας επέτρεψαν. Ηταν μαζί και η γυναίκα σου. Προστατευτική, υπεράνω όπως πάντα, να τονίζει πόσο πιο δυνατή είναι από εσένα, μπροστά σου. Σας πήγα σπίτι μου. Η κόρη μου σε αγκάλιαζε, παρότι μοιάζεις με φαντασμα. Σε αγαπησε. Ολη την ώρα σε φώναζε. Σε έκανα να γελάσεις λίγο. Πολύ λίγο. Μετά πήγαμε και φαγαμε. Ξεχάστηκες λιγάκι, αλλα πάντα σου θυμιζαν όλα πως το βραδι επρεπε να επιστρεψεις. Και ιδίως η γυναίκα σου. Μετά σε ψήσαμε να κανεις ακόμα μεγαλύτερη άσκηση θάρρους.Σε πήγαμε σπίτι να δεις τα παιδιά. Μετά από τόσους μήνες. Τι περίμενα να δω, αναρωτιέμαι. Ποιος ξέρει τι σκηνή συγκίνησης είχα πλάσει στη φαντασία μου. Και νασαι αγκαλιά με το γιό σου. Να τρεμεις σαν το ψάρι. Κι εκείνος να παριστάνει πως δεν παθαμε τίποτα. Εσυ, τρεμοντας, να καπνίζεις. Να του λες να μην παρατήσει το Λύκειο για να δουλέψει. Να του λες πως το παλεύεις. Να σε κοιτάει με βλέμμα άγριο. Η κόρη σου να συμπεριφέρεται όπως πριν. Αλλα με μια απόσταση στο βλέμμα. Καθίσαμε μόνο 10 λεπτά. Και πολλά ήταν για πρώτη φορά. Κι όταν σε πήγα πίσω κι είπαμε να ανανεώσουμε τη βόλτα την άλλη εβδομάδα, εγώ επέστρεψα σπίτι σου. Για να μου εκμυστηρευτεί ο μικρός ότι σε είδε χάλια. Να μου λεει την οργή του για σένα. Και να του λέω πως δεν είσαι ο πατέρας του ακόμα, αλλα ο πατέρας του + 18 χάπια την ημέρα. Πως είσαι άρρωστος και θέλεις χρόνο. Φοβάμαι Κώστα μου. Φοβάμαι όμως όχι για σένα πια. Φοβάμαι ότι εσύ θα κάνεις το μεγάλο σου βήμα και θα νικήσεις την καταθλιψη, την τρελα, τον αυτοκτονικό ιδεασμό. Και θα βγεις θριαμβευτής. Και τότε θα επιστρέψεις σε μια οικογένεια που δεν έχει καταλάβει πως οι τρελοί είναι όλοι τους οι έξω κι όχι μόνο εσύ που κατέληξες μέσα. Και θα σε απαξιώσουν. Και θα είσαι το πρόβλημα του σπιτιού. Και θα είσαι ο πιο αδύναμος κρίκος. Και τότε θα σπάσεις ξανά. Πριν βγεις κάτι πρέπει να γίνει. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καταλάβει το μερίδιο της δικιάς τους ευθύνης. Όμως αν δεν το καταλάβουν τώρα, μια μέρα θα σε χάσουν για πάντα. Όσο το σκέφτομαι, είναι τρελό, πραγματικά τρελό. Και οι άλλοι θέλουν θεραπεία, όχι μόνο εσύ. Ετσι νοιώθω. Κιο εαυτός σου, που δυό δεκαετίες αναβάλει τη λύση ώσπου φτάσαμε εδώ. Ο σάκος του μποξ ήσουν ρε φίλε. Τρέμω. Τώρα που κάναμε το πρώτο βήμα προς την έξοδο από το τρελάδικο, τρέμω την έξω τρέλα. Την τρέλα των λογικών. Θα εξιστορήσω την κατάσταση στους γιατρούς σου να σχεδιάσουμε το πλάνο θεραπείας μιας ολόκληρης οικογένειας. Μόνο αν βάλουν τέλος όλοι αυτοί θα μπορέσεις να ησυχάσεις. Τώρα μου είναι πια ξεκάθαρο. Συγχώρα με που σκέφτηκα μια στιγμή πως δείλιασες. Δε δείλιασες φίλε. Απλά σε βρήκαν μπόσικο κι αγαπησιάρη. Εχω τόση οργή. Ελπίζω μέχρι την Παρασκευή που θα τα ξαναπούμε ναχει κοπάσει.

buzz it!

Ο Αγιος Τίποτα



Δεδηλωμένος άθεος ως τα κατάβαθα της ανύπαρκτης ψυχής μου, έχω εξοικειωθεί από παιδί με το Τίποτα. Επειδή νοιώθω πως η πίσω του όψη κρύβει τα πάντα.

Απο το είναι και το μηδέν, το παιχνίδι της πόλωσης και της εναλλαγής των αντιθέτων, απο τους ετερώνυμους και το ανέφικτο της ευτυχίας, από το χαρούμενο τίποτα του υπαρξισμού, ξεπήδησαν σιγά-σιγά οι σκέψεις που με έκαναν πάντοτε να υπομένω τις αντιξοότητες και τους θανάτους.

Στη μεγάλη κοχλάζουσα σούπα από όπου ήρθαμε κι επιστρέφουμε, δεν έχω να προσθέσω παρά λεξούλες και σημεία στίξης. Ούτε έναν κόκκο αλατιού δεν κάνουν. Μα είναι οι δικές μου λέξεις, και για μένα, σαν το λουλούδι του μικρού πρίγκηπα, είναι όλο το αλάτι και το μπαχάρι που έχω. Σκέπτομαι καμιά φορά, πως όπως στο δεξί μου χέρι πρέπει να υπάρχει ένα κύτταρο όμοιο, πανομοιότυπο ακριβώς με΄κάποιο άλλο κύτταρο του αριστερού μου χεριού, τα οποία δε θα συναντηθούν ποτέ και κάποτε το ένα θα πεθάνει πριον γνωρίσει το άλλο, έτσι ακριβώς είναι πιθανό να υπάρχουν παράλληλοι κόσμοι όπου ζούμε αφού πεθάνουμε, όπου οι έρωτες δεν λαμβάνουν τραγική κατάληξη, όπου η ευτυχία είναι εφικτή, κι όπου εσύ Κωστή μου κρατάς το χέρι του παιδιού σου κι όχι την ψυχή του.

Δεν είναι βέβαια ανακουφιστικά ολα ετούτα. οσο κι αν τα πιστεύει κανείς, δεν κάνουν ούτε ενα ντεπόν στον πόνο οι φιλοσοφίες. Ο πόνος εξηγείται, υπομένεται, μα δε νικιέται.

Ετσι λοιπόν, δεν θεωρώ σπουδαία αντίφαση τις προσευχές μου στον Αγιο Τίποτα. Ναι, υπάρχει κι αυτός ο άγιος, είναι ο άγιος των μηδενιστών και των άθεων, ένας επινοημένος άγιος, που δε βρίσκω να έχει τίποτα περισσότερο εξωπραγματικό απο τον Αγιο Σεβαστιανό, τον Βασίλη, τον Νικόλαο, τον Βαλεντίνο.

Οπως η θρησκεία ανακήρυξε τους αγίους της, έτσι η συνείδηση του μηδενός επέλεξε τον δικό της, εναποθέτοντας πάνω από το σεπτό, αόρατο κεφάλι του όχι ένα φωτοστέφανο, ούτε καν κότινο, αλλά τίποτα. Ο άγιος αυτός δεν φωτίζει τα σκοτάδια γιατί τα αποτελεί.

Οπως η θρησκεία, έτσι κι εμείς του υλισμού τα σεβόμαστε τα παραμύθια μας. Ισως ακόμα περισσότερο, γιατί γνωρίζουμε - ή έστω, έτσι λέμε- πως τα παραμύθια που πλάθονται με αγάπη αξίζουν πιο πολύ και πως η ηδονή να δημιουργείς τους μύθους σου είναι ίδια με την ηδονή να τους ζεις. Κι αν η θρησκεία έχει δίκιο και ένας κόκκος πίστης κουνάει βουνά, τότε το ίδιο πρέπει να ισχύει για τον Αγιο Τίποτα: αφού τον πιστεύω υπάρχει. Κι αφού υπάρχει, δικαίως του προσεύχομαι.

Στον Αγιο Τίποτα λοιπόν, αυτόν που με έχει ως τώρα βοηθήσει να αντέξω άλλα κι άλλα, προσεύχομαι ακόμα μια φορά. Εσυ Κωνσταντίνε, όπως και η γυναίκα και οι συγγενείς σου, ας προσευχηθείτε εκεί που πιστεύετε.

Η γυναίκα σου με ενημερώνει πως η πρώτη σου έξοδος θα είναι τελικά ημερήσια. Δεν θα σε αφήσουν να κοιμηθείς σπίτι σου το βράδι. Δεν ξέρει αν θα γίνει ετούτο το Σάββατο, αλλιώς θα σου προτείνει να μείνεις μέσα και το άλλο, γιατί ξεκινάνε οι εξετάσεις του παιδιού και δεν θέλει να τον ταράξεις με την παρουσία/απουσία/τρέλα σου.

Σε κάθε περίπτωση εγώ θα είμαι εκεί και θα τα συζητήσουμε από κοντά την Παρασκευή.

Τώρα θέλω να σου πω, πως υπάρχουν ακόμα ανθρωποι που συγκινούνται. Ανθρωποι για τους οποίους δεν έχουν σημασία μόνο οι ζωές των άλλων, μα και τα δράματα των άλλων. Αυτοί οι άγνωστοι με έχουν συγκινήσει με τα λόγια ενθάρρυνσης που σου δίνουν και μου δίνουν, χωρίς κανείς τους να με έχει γνωρίσει ποτέ. Κι όμως συμμετέχουν στη μάχη σου με τη σκέψη τους. Κι έτσι δεν είμαστε μόνοι.

Και θα σου πω ότι εγώ τέτοιους ανθρώπους τους σέβομαι και νομίζω πως, όποια κι αν είναι η θρησκεία τους, έχουν κοντά τους και τον δικό μου άγιο να τους συνδράμει. Γιαυτό αποφάσισα, μια που η ανάγκη μου να διηγηθώ την ιστορία σου για να γλιτώσω από τη φόρτιση που μου προκαλεί είναι μεγάλη, αλλά ταυτόχρονα μεγάλη κι η επιθυμία μου να μην καταλήξουμε στη λύπηση, στο εξής αποσύρω τον σχολιασμό σε όσα ποστ θα σε αφορούν. Και μόνο σε αυτά.

Με την κίνηση αυτή θέλω να δηλώσω το σεβασμό μου για όσους σε διαβάζουν. Σεβασμό επειδή ήδη εισέπραξα το ενδιαφέρον τους, αλλά δεν θα ήθελα να τους υποβάλω στην υποχρέωση να επαναλαμβάνουν το χτύπημα στην πλάτη. Θεωρώ πως διαβάζουν, πως ενδιαφέρονται και τους απαλλάσω από την καταγραφή. Βρήκα αυτή τη μέθοδο ως μεση λύση, ανάμεσα στην επιθυμία μου για απόλυτη δημοκρατία στην έκφραση και στην επιθυμία μου να διακόψω τον σχολιασμό, χωρίς αυτό να εκληφθεί ως αντιδημοκρατική πρακτική. Γιαυτό αφήνω όσα σχόλια έγιναν ήδη σε προηγούμενα ποστ για σένα, ακόμα και κάποια που ξέφυγαν σε άσχετες αντιπαραθέσεις.

Αυτα για τη διαδικασία της εξιστόρησης της περιπέτειάς σου. Για την ουσία της, χτες που για πολλοστή φορά έκλεισα τα μάτια κι έκαμα νοητά το σήμα του σταυρού στον Αγιο Τίποτα, ο άγιος έκανε το θαύμα του κι είδα αμέσως τη χελώνα να ξεπροβάλει απο τα φυλλώματα. Την ψάχναμε με τα παιδιά προχτές όλη τη μέρα και δεν τη βρίσκαμε. Και νάτη, αργά-αργά, να περπατάει μπροστά μου.

Εντάξει λοιπόν, θα περιμένω υπομονετικά. Αλλά θάρθει η μέρα που θα γελάσουμε ξανά. Γιατί φίλε μου παιδικέ, ούτε το τίποτα δεν μπορεί τιποτίσει χωρίς το γέλιο.

buzz it!

Κόκκινο


Οταν γύρισα σπίτι την Παρασκευή το βράδι ένοιωθα ότι τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από τον κήπο. Είχα ήδη αγοράσει τις τριανταφυλιές και βάψει κατακόκκινη την παλιά σκουριασμένη σιδεριά που ακόμα στηρίζει το κλήμα, απο την περασμένη Παρασκευή που σε είδα. Ενα φανταχτερό παιδικό κόκκινο. Αμέσως το παλιό σίδερο μεταμορφώθηκε. Κρέμασα εκεί μια παιδική κούνια. Ο Νίκος πήρε τη δεύτερη και την κρέμασε δίπλα. Το Σαββατο κινητοποιήθηκα κι αγοράσαμε επίσης μια τσουλήθρα, μια τραμπάλα, 15 φαναράκια ηλιακά, 6 θάμνους τύπου αγγελικής για πίσω. Επίσης έφερα το τραπεζάκι του κάμπινγκ και τις καρέκλες παραλίας κι ό,τι ποδήλατο, μπάλα και παιχνίδι υπήρχε και τα έστησα στο χώμα.
Μετά έφτιαξα καφέ και κατέβασα τα παιδιά. Καθίσαμε όλοι γύρω απο τον πρόχειρο παιδότοπο κι ο καθένας μας έκανε τα δικά του. Εγώ σε σκεφτόμουν. Πόση δύναμη μου δίνεις ρε. Που μετά από αυτό που σου συμβαίνει, συνειδητοποιώ πως τίποτα από όσα με απασχόλησαν τόσο σοβαρά τον τελευταίο καιρό δεν είχε σημασία. Πραγματική σημασία.
Που δοκιμάζεις τα όρια για λογαριασμό μας. Που μου δείχνεις πως δεν έχει λύση εκεί. Καταλαβαίνεις;
Πήρα τηλέφωνο το γιό σου και τη γυναίκα σου. Τους είπα ότι σε είδα πολύ καλύτερα από την περασμένη εβδομάδα, ότι μαζί με τον κουνιάδο σου σε πείσαμε να αρχίσεις να σκέφτεσαι την περίπτωση της άδειας. Μια μέρα την πρώτη φορά, και βλέπουμε. Τους είπα οτι το πήρες θετικά. Οτι άρχισες να παραπονιέσαι που είσαι εκεί μέσα. Οτι μας είπες πως δεν έχεις τη δύναμη να ξανακάνεις ό,τι έκανες ξανά. Κι οτι ντρέπεσαι. Τους ντρέπεσαι, γιαυτό δε μιλάς στα παιδιά σου. Είπα στον μικρό ότι είσαι παλικάρι και το παλεύεις και θα νικήσεις. Και να μην ανησυχεί, να μην άγχεται.
-Αλήθεια νονέ; με ρωτούσε.
-Αλήθεια, του είπα. Κι έτρεμα.
Αλλά μίλησα και με τη γιατρό. Επιμένει πως τίποτα δεν υπάρχει που να σε εμποδίζει να γίνεις καλά. Αρκεί να το θελήσεις. Αρκεί να το θελήσεις πραγματικά. Φόβος, ντροπή, άγχος. Αυτό είναι το τρίπτυχο που πρέπει να νικήσουμε. Χαχα ρε. Εδώ νικήσαμε άλλα κι άλλα. Δε μου τη γλιτώνεις. Το άλλο Σάββατο, κι αν δε σ αφήσουν τόσο σύντομα το επόμενο, κι αν όχι το όποιο, θα είμαι εκεί την ώρα που θα πάρεις την άδεια. Μαζί θα παμε σπίτι σου. Επιτέλους μου το ζήτησες. Επιτέλους. Θα έχω εξαφανίσει την καραμπίνα κι ότι μαχαίρι κυκλοφορεί. θα έχω μιλήσει στο παιδί. Θα μείνω μαζί σου το βράδι αν θες. Μαζί θα τον αγκαλιάσουμε. Σ' αγαπάει, βλάκα. Μαζί ρε. Οπως όταν ερχόμουν σπίτι σου να ζητήσω καταφύγιο γιατί είχα φύγει απ' το δικό μου. Οπως όταν ζούσαμε τις διακοπές στην Κρήτη. Οπως όταν σχεδιάζαμε τα ταξίδια μας στη Σουηδία. Οπως ότααν με βοηθούσες, για χρόνια ολόκληρα, με την αρρώστια του πατέρα μου σα να ήμουν αδερφός σου. Κι εμένα να μη με ντρέπεσαι. Δεν έχουνε πολλοί δει πως είσαι όταν μεθάς κι όταν πέφτεις απο μηχανάκι. Δεν έχουνε πολλοί δει πως πηδάς και πως ξεπέφτεις. Και πως κερδίζεις. Ούτε αυτό το έχουν δει πολλοί.
Ακου, η περιπέτειά σου θα τελειώσει. Εχεις σπάσει το πόδι σου και θα συνέλθεις. Σε σακάτεψαν και θα χρειαστεί να παίρνεις φάρμακα καιρό και νάχεις δεκανίκι, μα θα περπατήσεις ξανά. Αυτό είναι. Το ίδιο είναι. Αυτό σου συμβαίνει. Μια αρρώστια που θα περάσει. Δεν υπάρχει άλλη εκδοχή. Κι όλα θα φτιάξουν ξανά. Επρεπε να τον άκουγες πως έσπασε η φώνή του όταν του είπα πως ντρέπεσαι και γιαυτό δεν του τηλεφωνείς, ότι δε θες να σε δει εκεί που είσαι και γιαυτό δεν τον αφήνεις να σε επισκεφτεί και πως τον αγαπας. Να'βλεπες πως συγκινήθηκε.
Γαμήσου. Πάμε να φύγουμε απο εδώ.
Στο ξαναείπα, σημασία έχει η πρόσκρουση. Κι αφου δεν παθαμε τίποτα, πέφτε όσο θέλεις.
Αλλα τελείωνε με την κλαψα και ξεσκονίσου να παμε παρακάτω.
Παρακάτω, εκεί που είναι η κούνια στο παλιό σίδερο. Να το βάψουμε κόκκινο ρε, κι απ το χώμα να φτιάξουμε έναν παιδότοπο, να ζουζουνιάζουν παιδάκια, να γαβγίζουν σκυλιά, να μυρίζουν λουλούδια και να πίνουμε μπύρες. Κι ο γιός σου να παει στη Γ Λυκείου χωρίς ναχει στο μυαλό του εμάς. Εχει τόσα.
Κόκκινο ρε. Τέτοιο κόκκινο θέλουμε.
Και σ' ευχαριστώ για το μάθημα.

buzz it!

Ουσίες

Μάλιστα... Εχουμε και λέμε:

Remeron (Mirtazapine)

Efexor (Venlafaxine)

Serequel (Quetiapine)

Tavor (Lorajepame)

Zyprexa (Olanzapine)

Από 2-3 εκάστου είδους ημερησίως. Και μετά μου λες ότι δεν πας τουαλέτα. Απορώ πως μπορείς και μιλάς ακόμα. Α ρε Κωστή, και στό'λεγα, η τετραυδροκανναβινόλη ήταν τελικά αθώα...

ΥΓ. Μίλησα με τη γιατρό. Βελτιώνεσαι μα θες χρόνο ακόμα, λέει. Μέχρι προχτές της έλεγες ότι θες να πεθάνεις, χτες της είπες ότι φοβάσαι μην πεθάνεις. Κι αυτό είναι πρόοδος, λέει. Σκέφτομαι πόσο χρόνο θέλεις για να συνειδητοποιήσεις ότι θα πεθάνεις έτσι κι αλλιώς κάποτε. Παρασκευή μεσημεράκι σου'ρχομαι.

buzz it!

Θαλαμος 7


Απο το προαύλιο βλέπουμε τα λουλούδια.
Δε σου μιλώ. Περιμένω πότε θα καταλάβεις ότι αυτό που βλέπουμε, είναι μια πολύχρωμη παλέτα, ολόκληρη η άνοιξη και λίγο αίμα. Δε γίνεται αλλιώς το κόκκινο.
Αφού ό,τι θέλεις βλέπεις, περιμένω πότε θα δεις αυτό.
Εγω βλέπω τους γκρίζους όγκους των απέναντι κτιρίων. Κτίριο 10, μονάδα ψυχιατρικής φροντίδας γραφει απέναντι.
-Εχω να παω 2 μέρες τουαλέττα, μου λες ξαφνικά.
Και προσθέτεις ότι είχατε ψάρι σήμερα αλλά δεν έφαγες τις πατάτες.
Σου προτείνω να φέρω αύριο το γιό σου, ντρέπεσαι λες, αυτό είναι υγεία σου λεω, πως να μη ντρέπεσαι εδώ μέσα, αλλα κοίτα απέναντι, τα λουλούδια.
Φοβάσαι λες μήπως σε ξανααγαπήσει και τον απογοητεύσεις ξανά.
Κωστή, όποιου του μέλλει να πνιγεί, αν μέχρι τότε κάθεται και φοβάται πως θα πνιγεί, θα χάσει όση ζωή του μένει μέχρι φτάσει το νερό.
Μετά έρχεται η γυναίκα σου. Σε αγκαλιάζει, Κωνσταντίνε μου σου λεει, σε φιλάει, σου φέρνει καραμέλες και τσίχλες, γκρινιάζεις ότι σου πήρε το μπουφάν ο απέναντι, αλλα δεν τη ρωτάς τι κάνει, ούτε τα παιδιά.
Αν ήξερες όσα ξέρω για το πως νοιώθει, θα την αγαπούσες ακόμα βαθύτερα. Που έρχεται και σε αγκαλιάζει. Ακόμα. Και που όταν βγεις, υπάρχει το ενδεχόμενο να την κερδίσεις. Ακόμα.
Κοιτάω στο βάθος, βλέπω τα λουλούδια για λογαριασμό σου, κλείνω τα μάτια, μυρίζω την ευωδιά τους.
Μετά σε αφήσαμε να επιστρέψεις στο δωμάτιο, την πήρα και φύγαμε. Μου έκλαψε στο δρόμο. Σου έκλαψε. Νομίζω ακόμα σ αγαπάει. Και σε μισεί.
Και τίποτα δε χάθηκε ακόμα.
Και σημασία δεν έχει η πτώση αλλά η πρόσκρουση.
Και ξύπνα.
Χτες πήγα για μπιλιάρδο με το Νίκο. Χρόνια είχαμε.
Σε σκεφτόμουν συνέχεια. Που γκρίνιαζες πως σε αφησα, πως δεν παίζουμε πια.
Κάθε Παρασκευή μεσημέρι θα παίζουμε όταν βγεις. Το προτιμώ από το να περιμένω πότε θα δεις τα λουλούδια εκεί.
Κάθε Παρασκευή μεσημέρι.
Κάθε.
Σε λίγο έρχομαι, θα σου φέρω τον "Μετρ και Μαργαρίτα" του Μπουλγκάγκοφ, το επέλεξα γιατί θα σου διώξει για λίγο το μυαλό απο το φόβο.
Ελπίζω να έχεις διακρίνει τα λουλούδια. Εστω ένα.
Εκεί απέναντι ήταν πάντα.
Πάμε να τα μυρίσουμε Κωστή.

buzz it!

we are still the fucking champions my friend...

Θυμάμαι εκείνη την Πρωτομαγιά που μόλις είχες αγοράσει το πρώτο σου μηχανάκι. Ηταν ένα dax, αυτό το λιλιπούτειο τσαμπουκαλεμένο χοντάκι. Ισα που χωρούσαμε κι οι δυό μας στη σέλα. Με αυτό πάντως φτάσαμε, κακήν-κακώς, στα λιμανάκια και ρίξαμε την πρώτη βουτιά εκείνου του καλοκαιριού που πρωίμως αποχαιρετούσαμε την εφηβεία. Υπό βροχήν. Καπνίσαμε κι έναν απ τους μπάφους του καναβαράκου -που ναναι άραγε τώρα εκείνο το παιδί; Σούρουπο πια, καβάλα στο σαματατζίδικο νανάκι σου επιστρέψαμε στα του άστεως. Θυμάσαι; Που τραγουδούσαμε, τι λεω, που ουρλιάζαμε εκείνο το τραγούδι των Κουήν που από τότε έγινε το τραγούδι της φιλίας μας; Θυμάσαι πως φωνάζαμε οδηγώντας ένα σχεδόν αόρατο μηχανάκι και μέσα μας η φωνή του Μέρκιουρι το μεγάλωνε και το έκανε πήγασο και τα όνειρά μας προβάλλονταν σινεμασκόπ στο άδηλο ακόμα μέλλον; We are the champions... Πρέπει να ήταν το 79; Η μήπως 80; Είχαμε πάντως τη σημερινή ηλικία του γιού σου πάνω-κάτω. Χτες βγήκα με το γιό σου για καφέ. Τον έχεις χάσει φίλε. Η τελευταία πράξη σου σε απαξίωσε για όλες τις προηγούμενες. -Μην κρίνεις τον πατέρα σου από μια πράξη, του είπα. Κι άρχισα να του διηγούμαι τις περιπέτειες της δικιάς μας εφηβείας. Υπερέβαλα στα κατορθώματα λιγάκι. Να τον εντυπωσιάσεις. Με κοίταγε κουνώντας το κεφάλι. Πόσο δεν τον αφορούν όλα αυτα... Οσα κι αν του είπα, όσο κι αν έδωσα έμφαση στις δύσκολες συνθήκες της εποχής, πως να με καταλάβει ένας έφηβος που όταν έπεσε το τοίχος δεν είχε γεννηθεί; Τι να του πουνε οι Ντορς και οι αγώνες σου να τελειώσεις το νυχτερινό; Τι κι αν είμασταν κάποτε ρόκ φίλε, αυτά σήμερα δε μετράνε πια. Τα ολσταράκια βέβαια που φορούσε ήταν τα ίδια που φορούσαμε κι εμείς, αλλα εκεί παύουν οι ομοιότητες. Σήμερα δεν είμαστε πια ροκ. Είμαστε ξοφλημένοι μεγάλοι. Ιδιαίτερα όταν οι πράξεις μας, ακόμα και μεσα στην πιο βαθειά μας απελπισία, εκεί οδηγούνε. Εχεις χάσει το γιό σου, έχεις χάσει την κόρη σου, έχεις χάσει τη γυναίκα σου. Το ξέρω, τους μίλησα. Μιλούν για σένα σα να είσαι ήδη παρελθόν. Η αλήθεια είναι πως ο πιτσιρικάς ελπίζει, μα δεν αφήνεται και να ελπίσει πολύ. Φοβάται μήπως τον απογοητεύσεις ξανά. Δεν τον κακολογώ. Ξέρεις τι μου είπε; -Εύχομαι να πεθάνει η γιαγιά όσο ο μπαμπάς είναι μέσα. Γιατί αν βγει ο μπαμπάς, ακόμα κι αν έχει θεραπευτεί, νομίζω ότι θα ξανακυλήσει αν η γιαγιά πεθάνει μετά. Καταλαβαίνεις Κωστή μου τι έχεις κάνει; Ο γιός σου εύχεται να πεθάνει η μανα σου εγκαιρα για να ζήσεις εσύ. Η γυναίκα σου εύχεται να συνέλθεις γρήγορα απο την τρέλα για να μπορέσει να σε εγκαταλείψει υγιή κι όχι άρρωστο. Νοιάζεται μην την πούνε τομάρι, δεν την κινεί πια η αγάπη. Αδερφέ μου, δεν έχεις μόνο να παλέψεις με τον εαυτό σου. Μόλις συνέλθεις πρέπει να δώσεις εναν αγώνα τιτάνιο για να ξανακερδίσεις αυτά που έχασες με τη στάση, τις πράξεις και τις παραλείψεις σου ως τώρα. Ισως γιαυτό είσαι μέσα και δε βγαίνεις, επειδή το ξέρεις. Αυριο θα εμφανιστώ ξαφνικά μπροστά σου θες δε θες και θα σε ρωτήσω "Γιατί είσαι εδώ μέσα Κωστή; " Να δω τι θα μου πεις. Και θέλω να σε πάρω να παμε βόλτα στα λιμανάκια. Ισως το χοντάκι να έχει πια μεγαλώσει, ίσως ο μπάφος να έχει δώσει τη θέση του στο πούρο κι οι εφηβικές μας ανησυχίες στις φοβίες των μεγάλων, μα το ξέρω Κωστή, το ξέρω, δεν μπορεί, είσαι ακόμα εκεί μέσα, σ αυτό το αδυνατισμένο σαρκίο παλλεται ακόμα εκείνη η καρδιά του νέου που δεν είχε τίποτα και καταμόναχος παλεψε τη ζωή για να φτιάξει απο το τίποτα δυο παιδιά , ένα σπίτι, μια οικογένεια. Κωστή, τα έχασες όλα. Δεν έχεις πια τίποτα να χάσεις παρά μόνο τα δεσμά σου. Ελα να το παλαίψουμε. Είμαι σίγουρος πως θα κερδίσουμε ξανά. Οπως τότε. Θυμάσαι; I've paid my dues Time after time I've done my sentence But committed no crime And bad mistakes I've made a few I've had my share of sand kicked in my face But I've come through We are the champions my friend And we'll keep on fighting till the end We are the champions We are the champions No time for losers 'Cause we are the champions of the world I've taken my bows And my curtain calls You brought me fame and fortuen and everything that goes with it I thank you all But it's been no bed of roses No pleasure cruise I consider it a challenge before the whole human race And I ain't gonna lose We are the champions my friend And we'll keep on fighting till the end We are the champions We are the champions No time for losers 'Cause we are the champions of the world

buzz it!

Φιλω το αίμα σου.

Η σταγόνα πρέπει να κύλησε απο τη φλέβα σου, να ακολούθησε το βραχίονα, να έβρεξε την κοιλια, να γλύστρισε στους μηρούς κι εντέλει, να προσγειώθηκε στην καρδιά του γιού σου. Κατόπιν πρέπει να ακολούθησε το κόκκινο ποτάμι. Κι εκείνος σε βρήκε και σε έσωσε. Βούτηξε στο αίμα σου. Και σε εσωσε. Το ίδιο το παιδί σου. Εκτοτε νοσηλεύεσαι στο τρελαδικο μαθαίνω. Αδερφέ μου, φίλε μου παιδικέ, δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε μέσα σου το κλικ. Ξέρω όμως ότι ένα παιδί 16 χρονών, το παιδί σου και το πνευματικό παιδί μου, αυτό το παιδί που κλάψαμε μαζί αγκαλιά όταν γεννήθηκε, και που με τόσο κόπο και στερήσεις μεγάλωσες, πλήρωσε με την οριστική απώλεια της εφηβείας του τη δική σου απόπειρα φυγής. Σ αγαπάω αδερφέ. Κι αν είχαμε χαθεί τόσον καιρό και καθυστερημένος εμαθα τα νέα σου, το ξέρεις, σ αγαπάω αδερφε μου... Ευχομαι να βγεις νικητής, κανένα τρελάδικο να μη σε κρατήσει πολύ, καμιά οδύνη να μην οδηγήσει ξανά το μαχαίρι. Αλλα απορώ, ειλικρινά, με όλη μου την ψυχή απορώ. Καταλαβαίνεις πως τον γέρασες σε μια στιγμή; Ισως να είναι κι αυτός ένας τρόπος ενηλικίωσης. Με το αίμα. Μα θαθελα τι αίμα να συμβολίζει τη θυσία όπως στα κόκκινα αυγα, κι όχι την παραίτηση από τους ανθρώπους μας, τα παιδιά μας. Κι αν σε έβρισκε αντί για εκείνον η μικρή; Πως μπόρεσες αγαπημένε μου να μη σκεφτείς τι θα συνέβαινε σε ενα δεκάχρονο κορίτσι αν έβλεπε τον μπαμπά της σφαγμένο; Κωστή, η ζωή δε μας ανήκει πια εξ ολοκλήρου. Ευθύνη μας και χρέος τα παιδιά μας. Ο,τι κι αν συμβεί. Μα ό,τι. Ξερω, δεν σε ανακουφίζει, μα μουχει περάσει απ το μυαλό αυτό που έκανες. Το παλεψα, το νίκησα. Κι εσύ θα το νικήσεις. Δε θα ξανασυμβεί. Ευχομαι να το κατανοήσεις όταν σκοτώσεις την τρελα. Γιατί είμαι σίγουρος, θα τη νικήσεις τη γαμημένη τη σκρόφα. Θα τη νικήσουμε. Θα τη νικήσεις αδερφέ μου. Ως τότε μην ανησυχείς. Εχω 4 παιδιά. Σ αγαπαω.

buzz it!

Το όνειρο της πέτρας

"Αισθάνομαι ότι κομμάτια της ψυχής μου μπορούν να βρεθούν ανάμεσα σε άλλα ανθρώπινα όντα, ανάμεσα σε καμήλες, ανάμεσα σε πέτρες και φυτά. Το όνειρο κάποιου άλλου πήρε υλικό απο το σώμα της ψυχής μου και χτίζει το σπίτι του κάπου μακριά απ'αυτήν. Γιατί οι ψυχές ζητούν για την τελειοποίησή τους τη συνεργασία άλλων ψυχών, έτσι οι ψυχές βοηθάνε τις ψυχές"
Μίλ.Πάβιτς, Το λεξικό των Χαζάρων
Χτες το βράδι είδα το όνειρό ενός άλλου.
Ησουν, λέει, δική του κι εγώ δεν υπήρχα στη ζωή σου. Δεν ζήσαμε ποτέ μαζί, δεν κάναμε παιδιά, δεν ταξιδέψαμε στο πέλαγος και τις στεριές, ποτέ δεν είπαμε εκείνα τα λόγια, δεν αντικρύσαμε τη δύση στον κεράτειο, κι ούτε ποτέ με κοίταξες μ' αυτό το βλέμμα. Μα επειδή ήμουν εγω που έβλεπα το ξένο όνειρο, με έναν παράδοξο τρόπο και πάλι ήσουν δική μου κι όλα υπήρχαν όπως πριν, μονάχα εγώ έλειπα. Στη θέση μου ήταν εκείνος.
Τότε σταμάτησα να παρατηρώ εσένα κι άρχισαν να προσπαθώ να καταλάβω αυτός ποιός ήταν και γιατί σε είχε πάρει. Μου έδειξες μια λακκούβα που είχε σχηματίσει η βροχή. Κοίταξα μέσα κι αυτός ο άνθρωπος μου έμοιαζε. Ημουν εγώ με πρόσωπο θολό, όπως σ' εκείνη την ταινία του Γούντι Αλλεν που παίζει φλουταρισμένος, ενώ η υπόλοιπη εικόνα είναι ευκρινής. Ημουν εγώ όπως με παραμόρφωνε η κίνηση του νερού. Μα τότε, αναρωτήθηκα, γιατί αισθάνομαι πως είναι ξένο ετούτο το όνειρο κι εσύ πως είσαι πιο ξένη ακόμα; Τότε μου έδειξες ξανά στο νερό, παρακινώντας με να προσέξω καλύτερα.
Κι εκεί που πρώτα νόμιζα πως μου έλεγες να δω τον εαυτό μου, τώρα διέκρινα στον πάατο της λακκούβας, κάτω από το νερό, κάτι να αστράφτει λιγάκι. Εσκυψα και το ανέσυρα. Ηταν ένα μαύρο βότσαλο με λευκές κηλίδες, όμοιο με πέτρα δαλματίας. Αυτό που είχα πετάξει πίσω μου όταν τσακωνόμασταν.
Γιατί την τελευταία έστω στιγμή, είχε ο άλλος που ήμουν τώρα κι όχι εγώ, θυμηθεί τη φράση που είχαμε πει τότε, παλιά, που η εκδρομή μας είχε βγάλει στο Αιγαίο κι αναζητούσαμε μια μαύρη πέτρα να ρίξουμε πίσω μας για να ξεχάσουμε ο ένας τον άλλον. Τότε που ακόμα δεν ξέραμε πως η ζωή μας προόριζε αντάμα. Θυμάσαι;
-Αν είναι να ρίξεις μαύρη πέτρα στην αγάπη, φρόντισε να βρεις μια πέτρα δαλματίας.
Κι έτσι κατάλαβα πως είδα το όνειρο της πέτρας

buzz it!

Το ρίζωμα

http://www.kodv.gr/d_apotelesmata.htm
"Τότε, πότε σ' έβλεπαν με μορφή ανθρώπου, πότε με μορφή λιονταριού, πότε ήσουν εξαγριωμένος κάπρος, πότε φίδι φριχτό στο άγγιγμα. Πότε σου φύτρωναν κέρατα και σε έκαναν ταύρο, πότε έμοιαζες με πέτρα, κι άλλοτε πάλι, ή και συχνά, με δέντρο"
Οβίδιος, Μεταμορφώσεις VIII Η Ελένη είναι δέντρο. Βαθειά ριζωμένη, στέκει αδιάφορη για τα γυρίσματα του καιρού. Στη σκιά της αναπαύονται πλήθη πουλιών και κουρασμένοι οδοιπόροι. Όταν σουρουπώνει, οι σκιές των φυλλωμάτων της παίζουν παιχνίδια με το φως κι ολόκληρες παραστάσεις εξελίσσονται στην απέναντι μάντρα, όπου οι σκιές πέφτουν πάνω. Η Ελένη είχε κάθε δυνατότητα να είναι οτιδήποτε άλλο. Μπορούσε να είναι στην Τροία και να απολαμβάνει τον πόλεμο απο το μπαλκόνι της. Μπορούσε να είναι λιοντάρι, ύαινα, γεράκι, φίδι, δελφίνι. Μπορούσε να φορά τη μάσκα του μυστηρίου, να είναι μοντέλο για οδοντόπαστες, παρουσιάστρια στην τηλεόραση, πολύφερνη νύφη, μπορούσε να πολιορκηθεί και να ανοίξει τις πύλες σε όποιον ήθελε, να γράφουν γι αυτήν τα περιοδικά και να τη δείχνουν με το δάχτυλο στους κινηματογράφους. Μπορούσε να είναι πλούσια και να φοράει κοσμήματα του Καίσαρη. Επέλεξε να γίνει δέντρο. Να αποποιηθεί όλα εκείνα που μπορούσε να είναι γιατί δεν της έλεγαν τίποτα. Τα έβρισκε περιττά. Η διασκέδασή της μια αγκαλιά, μια βόλτα στο πουθενά, ένα κουτούκι ξεχασμένο, το φεγγάρι που ανέτειλε, μια εκδρομή μονοήμερη, ένα νησάκι της άγονης γραμμής. Επέλεξε να είναι ακριβώς αυτό που βλέπεις. Τη μεγαλύτερη δύναμη τη χρειάζεσαι για να νικήσεις την τάση να είσαι μυστήριο, να προκαλείς τον άλλον με τις πραγματικές ή τις δήθεν, κρυφές σου χάρες. Και να προβάλεις τις φανερές. Εκείνη το μίσησε αυτό. Αντί να αναζητήσει την ηδονή της σαγήνης, πήγε και ρίζωσε. Αντί να εξελιχθεί σε πουπέ και να απαιτεί τη φροντίδα όλων, έγινε σκιά για τον οδοιπόρο και καταφύγιο πουλιών και τζιτζικιών. Η Ελένη είναι ακριβώς αυτό που βλέπει κανείς, τίποτα κρυμμένο, τίποτα λιγότερο. Δεν έχει απολύτως τίποτα κρατήσει στο σκοτάδι, είναι γυμνή κάτω απο τον ήλιο και τη βροχή εν πλήρει συνειδήσει. Ξέρει όμως πως να κάνει το παιχνίδι των σκιών όταν σουρουπώνει, για τον τυχερό που ξεκουράζεται στη σκιά της. Οταν σου γελάσει η παιχνιδιάρικη σκιά της στην απέναντι μάντρα, δεν υπάρχει καμιά αναρώτηση μέσα σου για τον ορισμό της ευτυχίας. Αν είσαι τυχερός ταξιδιώτης, μόνο αν είσαι πολύ τυχερός ταξιδιώτης και καλός άνθρωπος, μπορεί να συναντήσεις τέτοιο σπάνιο δέντρο στο δρόμο σου. Κι αυτό θα συμβεί μονάχα μια φορά. Οταν επιτέλους ακουμπήσεις την πλάτη σου στον κορμό και γλυκοκοιμηθείς με τις φωνές των τζιτζικιών στη ρίζα της, θα καταλάβεις. * μεταφορά-τροποποίηση απο multiforums.gr

buzz it!

Η αντίσταση σ' αυτό που έχει σημασία



C’est l’histoire d’un mec qui tombe d’un immeuble de cinquante étages;

au fur et à mesure de sa chuteil se répète sans cesse pour se rassurer:

jusqu’ici tout va bien,

jusqu’ici tout va bien,

jusqu’ici tout va bien…

mais l’important, c’est pas la chutec’est l’atterrissage.

La Haine (1995) Mathieu Kassovitz




http://www.angeloferreiradesousa.net/blog/?cat=1&paged=2

Η πρόσκρουση, σκεφτόταν όπως οδηγούσε, αυτή έχει σημασία. Η πρόσκρουση… Η πρόσκρουση… Σκεφτόταν τα δυο είδη της πρόσκρουσης.


Τη μέρα εκείνη, 8 χρόνια πριν, η πρόσκρουση της μοίρας –ή της τύχης, ανάλογα τι πιστεύει κανείς- είχε πάρει από τη ζωή τον καλύτερό του φίλο. Σα σήμερα. Στα 43 του χρόνια. Εκείνον ο θάνατος τον είχε προσπεράσει μερικά εκατοστά δεξιά. Είχε μαύρο χρώμα, σήκωνε αέρα και μύριζε καμένο λάστιχο. Η πρόσκρουση έσπασε το φίλο του.

Το δεύτερο είδος της πρόσκρουσης είναι αυτό που εμείς οι ίδιοι επιβάλουμε στα γεγονότα. Μοιάζει με τον κρότο του κεφαλιού στον τοίχο, έχει τη γεύση του αίματος και την οργή του μίσους. Αυτή η πρόσκρουση δεν τον είχε προσπεράσει. Τον κυνηγούσε στα χρόνια που έπεφτε. Ως εδώ όλα καλά της φώναζε εκείνος, κι αυτή τον χνώτιζε με τη βρωμερή της ανάσα. Καταπόδας. Την έβλεπε σε αργή κίνηση να επελαύνει εναντίον του, με το σιδερόφραχτο άλογο της μανίας που έσταζε σάλια από τα ρουθούνια του κι είχε τα μάτια πελώρια και ματωμένα σα κόκκινες σπίθες.

Αυτοκαταστροφή σημαίνει αρνητική επανερμηνεία του παρελθόντος. Τα γεγονότα σκοτώνουν κι αφού συμβούν, δεν είναι σαν τα πράγματα. Με αυτό τον ορισμό, η θετική επανερμηνεία πρέπει να σημαίνει δημιουργία. Τίνος πράγματος όμως; Ποιού εαυτού; Δεν ήξερε. Οδηγούσε και δεν ήξερε. Δε μπορούσε να ερμηνεύσει κάτι που δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Ποιος θα ήταν μετά; Δεν είχε ιδέα.

Η πρόσκρουση… Σκεφτόταν το φίλο του. Για εκείνον δεν υπήρχε μετά, δεν υπήρχε επανερμηνεία. Υπήρχε μόνο παρελθόν. Η όποια ερμηνεία του δεν θα γινόταν από τον ίδιον. Η ζωή του, χωρίς αυτόν. Μονοδιάστατη η μνήμη: συντρίφτηκε. Τέλος.

Κούνησε το κεφάλι. Απέναντι ο τοίχος. Αν πατήσω γκάζι τώρα τελείωσε, είπε. Τόσο απλά. Μια απότομη κίνηση του ποδιού. Τέλος. Έστριψε το τιμόνι την τελευταία στιγμή και συνέχισε την πορεία του. Άναψε τσιγάρο. Παρακάπνιζε τελευταία. Επιλογή μου, σκέφτηκε, είναι να αντισταθώ στα γεγονότα. Κάθε μνήμη φιλοξενεί πλάι-πλάι το θαύμα της ανάστασης και τη θλίψη της ταφής. Αλλά η μνήμη είναι επιλογή ενώ η ζωή δεν είναι.

Δεν είχε ιδέα ποιός θα γινόταν τώρα. Ηξερε όμως πως θα ήταν καλύτερος. Κι έτσι θυμήθηκε εκείνο το ποίημα του Τίτου Πατρίκιου.

Εξέταζε ο νέος ερευνητής πάλι απ' την αρχή τους λόγους που η αφοσίωση στην πίστη σ' άλλους έφερνε θάνατο και σ' άλλους υλικά οφέλη, που η λατρεία μεταβαλλότανε σε μίσος ο θαυμασμός σε αποστροφή, που ανέκκλητες αποφάσεις ανατρέπονταν μέχρι κι από τους ίδιους δικαστές.


Διέκρινε τώρα τους μηχανισμούς που αλλάζανε τις ιδέες σε ρητορική των ιδεών το συνταίριασμα των φίλων σε αστυνομευμένες συνευρέσεις τ' αγκαλιάσματα των ερωτευμένων σε ασκήσεις γυμναστηρίων, ξεχώριζε στις φωτογραφίες της νέας εποχής τα στίγματα του γήρατος.


Αλλά ούτε αυτός μπορούσε να συλλάβει τι ένιωθαν εκείνοι που έφταναν με τη θέλησή τους στη θυσία ή εκείνοι που μάταια προσπαθούσαν να την αποφύγουν, ακόμα κι όσοι είχαν για δουλειά να θυσιάζουν και ν' αρχειοθετούν ανθρώπους.


Όλα ήσαν μέσα στο παιχνίδι του αιώνα που ψυχορραγάει ακόμα ή μάλλον όχι, ήταν η αντίσταση των γεγονότων, συλλογιζόταν ο ερευνητής καθώς χτυπούσε τα πλήκτρα του υπολογιστή του.

buzz it!