Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κινηματογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Frost/Nietzsche

Λοιπόν, οι συνειρμοί είναι αξιοπερίεργο και όμορφο πράγμα. Ενώ παρακολουθούσα το Φροστ/Νιξον (να το δείτε) το μυαλό μου θυμήθηκε έναν άλλον Φροστ. Μόνο που στην δική του περίπτωση έχω την αισθηση ότι δεν τάπωσε, παρά ταπώθηκε απο έναν άλλον μεγάλο Ν., πολύ μεγαλύτερο απο τον Νίξον.
Για να το δούμε.
=== TWO roads diverged in a yellow wood, And sorry I could not travel both And be one traveler, long I stood And looked down one as far as I could To where it bent in the undergrowth; 5 Then took the other, as just as fair, And having perhaps the better claim, Because it was grassy and wanted wear; Though as for that the passing there Had worn them really about the same, 10 And both that morning equally lay In leaves no step had trodden black. Oh, I kept the first for another day! Yet knowing how way leads on to way, I doubted if I should ever come back. 15 I shall be telling this with a sigh Somewhere ages and ages hence: Two roads diverged in a wood, and I— I took the one less traveled by, And that has made all the difference.
Ρόμπερτ Φροστ, The road NOT taken
~~~
Θες να τους πιάσεις; Πες τους όπως στα παραπλανημένα αρνιά: "Το δρόμο σας! Ει, χάσατε το δρόμο σας!" Ακολουθούν αυτόν που θα τους κολακεύσει έτσι. "Πως; Είχαμε έναν δρόμο;" συλλογιούνται κρυφά. "Μα ναί λοιπόν, φαίνεται πως είχαμε έναν δρόμο!" Φρειδερίκος Νίτσε, Ταδε Εφη Ζαρατούστρα
====
(Δεν γράφουμε τις ιστορίες, εκείνες μας γράφουν. Μας επιλέγουν και μέσα από εμάς εκδηλώνονται, γιατί είναι ο τρόπος των ιστοριών να γεννιούνται, όπως ο δικός μας είναι οι ωδίνες. Η ωδίνη της ιστορίας που γεννιέται βιώνεται σαν έντονη εγκεφαλική φαγούρα, αλλαγή προσανατολισμού, μια θέαση γεγονότων που μέχρι τότε βρισκόταν εκτός οπτικού πεδίου. Τη στιγμή εκείνη γεννιέται μια ιστορία που καταλαμβάνει μέσα μας το χώρο της, επειδή οι ιστορίες και οι άνθρωποι είναι πλάσματα στενά συνδεδεμένα με σχέση εξάρτησης.
Οι ιστορίες ζουν μέσα στους ανθρώπους και οι άνθρωποι δε ζουν χωρίς μια ιστορία μέσα τους. Ιστορία είναι αναπλασμένη μνήμη. Δεν έχει σημασία αν δεν είναι δική μας, ατομική μνήμη. Η ιστορία αποδεικνύει τη συλλογική μνήμη. Συχνά, η ωραιοποιημένη της μορφή, χρησιμεύει ως υλικό κατασκευής νέων ιστοριών, όμως η φαντασία είναι πάντοτε υποτελής στους κανόνες της μνήμης. Χωρίς μνήμη δεν υπάρχει επινόηση. Ετσι ο καθένας είναι φορέας της ιστορίας του και το μέλλον, καθόσον αφορά τις δικές του ενέργειες τουλάχιστον, έχει απόλυτη συνάρτηση με το είδος της ιστορίας που τον έχει καταλάβει. Γιατί όσες ιστορίες κι αν πει κανείς, υπάρχει μέσα σε όλες μια μεταξωτή κλωστή εμμονής, συνήθως κόκκινη και στραφταλίζουν οι πέρλες, υπάρχουν όμως πολλές. Τα λέει κι ο Πετεφρής στη δεξιά στήλη. Τι διηγείται ιστορία σου στον κόσμο;
-Ο δρόμος, ο δρόμος!
Καλή μου ιστορία, μα πόσο πονηρή απατεώνισσα είσαι! )

buzz it!

Calvero's partner

Δεν ξέρω γιατί ο φάκελος κατέληξε σε μένα. Γιατί συμβαίνουν τα πράγματα έτσι κι όχι αλλιώς; Ποιός μπορεί να το πει; Πάντως όταν τον άνοιξα και διάβασα τις σημειώσεις στο παλιό τετράδιο, ομολογώ ότι όπως είμαι μη ειδικός σε αυτά που εξιστορούνταν, δεν κατάλαβα αμέσως ποιός ήταν ο συγγραφέας, αφού πουθενά στη διήγηση δεν αναφέρονται επώνυμα, ενώ το πιο χαρακτηριστικό και διάσημο πρόσωπο αναφέρεται με το παρατσούκλι «Καλβερο», δηλαδή το όνομα του ρόλου που ο ίδιος επέλεξε να παίξει στην τελευταία του ταινία. Εσείς ίσως το καταλάβετε νωρίτερα. Υποθέτω ότι αν ο φάκελος έφτανε σε κάποιον με γερή κινηματογραφική παιδεία, η αποκάλυψη θα ήταν άμεση. Πάντως εγώ δεν το κατάλαβα στην αρχή. Όταν, μέρες αργότερα, κατάφερα να βρω μια παλιά μηχανή προβολής και να δω επιτέλους το απόσπασμα της παλιάς ταινίας που ήταν τυλιγμένη στο ρολό που συνόδευε το τετράδιο, τότε μονάχα, μέσα στην ανατριχίλα μου, συνειδητοποίησα όχι μόνο ποιός ήταν ο συγγραφέας του παράξενου τετραδίου, αλλά και τι εννοούσε με όσα κατέγραφε εκεί μέσα. Όμως δεν μου αρέσει να λέω περισσότερα από όσα έχει ήδη να πει το τετράδιο. Για το απόσπασμα της ταινίας θα μιλήσω μετά. «Σου γράφω για να αντιληφθώ επιτέλους τον εαυτό μου. Να είσαι, σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι. Αυτό μου το έμαθε ο Σάμιουελ όταν ήρθε στη Νέα Υόρκη για να γυρίσουμε την ταινία. Πριν λίγο τελειώσαμε. Όταν είδαμε μαζί την κόπια –μόλις 17 λεπτά βγήκε- ο Σάμιουελ μου χαμογέλασε συγκινημένος. Εγώ γύρισα σπίτι κι αποφάσισα να αποκαλύψω το μυστικό μου σε εσένα. Γιατί σε λίγο καιρό θα πεθάνω και το ξέρω. Πρέπει λοιπόν να καταλάβω προηγουμένως ότι ζω. Να με αντιληφθώ. Ο Σάμιουελ μου είπε ότι δεν συνηθίζει να ταξιδεύει μακριά από την Ιρλανδία, αλλά το έκανε για να με γνωρίσει και για να έχει άμεση εποπτεία στην ταινία που γυρίσαμε με σκηνοθέτη τον Σνάιντερ. Μετά μου εξομολογήθηκε ότι έγραψε το Περιμένοντας τον Γκοντό, επηρεασμένος από ένα από τα λιγότερο γνωστά μου έργα, το Loveable Cheat, όπου ο συνεργάτης μου λεγόταν Γκοντό και σε κάποια σκηνή τον περίμενα. Ακόμα κι εγώ το είχα ξεχάσει! Απίστευτο πως μερικά πράγματα που εσύ ο ίδιος δεν αξιολογείς ως σημαντικά μπορούν να επηρεάσουν τους άλλους. Ο Σάμιουελ μου φαίνεται σπουδαίος τύπος. Και το φιλμ, παρότι κι εγώ ο ίδιος ακόμα καλά- καλά δεν το καταλαβαίνω, εντούτοις είναι αυτό που μου άνοιξε τις πύλες της αντίληψης και που τώρα με κάνει να καταγράφω το μεγάλο μου μυστικό. Προτού σου πω αυτό που θέλω, είναι ανάγκη να σου ιστορήσω -πολύ συνοπτικά, μην ανησυχείς μόνο όσα πρέπει- τα του βίου μου. Προέρχομαι από μια οικογένεια θεατρίνων του παλιού Veaudeville. Η οικογένειά μου υπήρξε ένα περιοδεύον μπουλούκι στις αρχές του αιώνα, τότε που οι παραστάσεις αυτές αποτελούσαν καθημερινή τέρψη των γελαδάρηδων. Ο ίδιος ο Χάρι ο άρχοντας των αποδράσεων, μου έδωσε το παρατσούκλι με το οποίο έγινα αργότερα γνωστός. Δεν ήμουν ούτε 3 χρονών, όταν διάσημος φίλος του μπαμπά βρισκόταν μπροστά σε μια απαράμιλλη τούμπα που έφαγα από κάποιες σκάλες κι έσκασα στο έδαφος χωρίς να πάθω το παραμικρό. –Οh my god, what a buster! ,αναφώνησε με ενθουσιασμό, κι από τότε κανείς δεν με ξαναείπε Τζόζεφ. Ο πατέρας μου, όταν κατάλαβε το χάρισμά που είχα μυστηριωδώς αναπτύξει να πέφτω σα γάτα και να μη χτυπάω, άρχισε να σκαρώνει παραστάσεις όπου με πέταγε με χίλιους τρόπους στον αέρα κι εγώ έπεφτα σε απίθανα σημεία. Με εκσφενδόνιζε για χρόνια ολόκληρα κι οι θεατές γελούσαν και γελούσαν και γελούσαν. Όπως τα βλέπω τώρα, νομίζω πως αυτό το γεγονός, το γέλιο εκείνων των ανθρώπων με τον παιδικό πόνο μου –γιατί όσο κι αν μάθει κανείς να πέφτει καλά πάντα μερικές φορές χτυπάει- συντέλεσε στην απόφασή μου να διαμορφώσω αυτό που αργότερα έγινε γνωστό σαν «Πέτρινο Πρόσωπο». Ο πατέρας μου απαγόρευε να εκφράζω στο πρόσωπό μου τον πόνο, ώστε οι θεατές να μην καταλαβαίνουν ότι είχα χτυπήσει και να μπορούν εκείνοι να γελούν. Έτσι κι εγώ, ασυνείδητα νομίζω, αποφάσισα ότι δεν θα τους επέστρεφα ποτέ το γέλιο, αφού το γέλιο για μένα ήταν ταυτόχρονα η τιμωρία κι η ανταμοιβή μου, αφού για να γελούν αυτοί και να ζούμε εμείς, εγώ έπρεπε καθημερινά να υποφέρω. Πάνω από 50 χρόνια κράτησα αυτή την εσωτερική μου δέσμευση. Όλα αυτά ευτυχώς τέλειωσαν γρήγορα και ήμουν μόλις 20 χρονών και κάτι, όταν ξεκίνησα τον κινηματογράφο. Γρήγορα τα στούντιο με αποδέχτηκαν, και το ταλέντο μου στις παράτολμες ενέργειες και στα ακροβατικά αποδείχθηκε οικονομικά επωφελές. Οι ταινίες πήγαιναν πολύ καλά και νομίζω ότι μερικές, ιδίως αυτές που σκηνοθέτησα κιόλας όταν πλησίαζα τα τριάντα, θα γίνουν σημεία αναφοράς στον αυριανό κινηματογράφο. Δεν είμαι φαντασμένος, όμως έχοντας στη συνέχεια διανύσει ανάποδα τη διαδρομή απ τον παράδεισο στην κόλαση, είμαι πια σε θέση νομίζω, τώρα λίγο πριν το θάνατο, να πω ότι αυτό κι εκείνο ήταν τα καλά μου έργα, εκείνο και το άλλο δεν ήταν. Μέχρι το 1928 το αστέρι μου έλαμπε και οι ταινίες –τις περισσότερες τις κάναμε μαζί με τον τον χοντρούλη (Φάτι), αδερφικό φίλο και μέντορα- πήγαιναν πολύ καλά. Τότε όμως η απληστία με έσπρωξε να κάνω το μεγαλύτερο λάθος στη ζωή μου: παράτησα τη δική μου εταιρεία για να ενταχθώ στο δυναμικό της Μέτρο Γκόλντουιν Μάγιερ. Ασυνείδητα όπως πάντα, διέπραξα το μεγαλύτερο έγκλημα, πούλησα μια βιοτεχνία ιδεών σε μια βιομηχανία θεάματος. Απορώ τι περίμενα. Σε λίγα χρόνια δεν ήμουν πια το μυαλό και ο αρχηγός στις ταινίες μου. Το στούντιο μου επέβαλλε σιγά σιγά τη δική του άποψη, η οποία φυσικά ήταν ηλίθια. Δεν έχω παράπονο, ακόμα κι ο Κάλβερο, με τον οποίον την εποχή εκείνη ήμασταν ακόμα άσπονδοι φίλοι και ανταγωνιστές, με είχε προειδοποιήσει: «Καλέ μου φίλε Πετρόφατσα (ο Κάλβερο χρησιμοποιούσε πάντα αυτό το δεύτερο παρατσούκλι μου) , φοβάμαι ότι αυτοί θα σε καταστρέψουν. Σύντομα θα αναγκαστείς να διαφωνήσεις μαζί τους για πράγματα που εσύ θα ξέρεις ότι είναι σωστά. Αλλά αυτοί θα έχουν τα λεφτά» Δεν τον άκουσα. Τώρα λοιπόν που τα ξαναθυμάμαι αυτά, νομίζω πως ήταν φυσικό κι επόμενο, ότι το λαμπρό μου αστέρι θα έσβηνε μόλις η εταιρεία ανέλαβε σπόνσορας της εμπνευσής μου κι ότι τα πολλά λεφτά που ονειρευόμουν για μένα και την οικογένεια, θα αποδεικνύονταν αργύρια. Σε λίγα χρόνια κανείς πια δεν με αποζητούσε, κανείς δε μιλούσε για μένα και οι ταινίες μου αγνοούνταν. Δεν είχα κρατήσει τίποτα για μένα, όλα τα είχα δώσει στην εταιρεία. Η εταιρεία από την πλευρά της διέδιδε ότι για όλα ευθυνόταν ο ομιλών κινηματογράφος που είχε γίνει τώρα της μόδας, κι ότι η πτώση μου είχε συμβεί επειδή, όπως και άλλοι ηθοποιοί της εποχής, ήμουν πολύ καλός στον βωβό, αλλά δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στον ομιλούντα. Εγω αυτό το έβρισκα φτηνή δικαιολογία, αφού ποτέ δεν υπήρξα επηρμένος και έχω επίγνωση πως ήμουν εξίσου καλός και με φωνή, αλλά οι ταινίες που με έβαζαν να παίξω ήταν απλά, κακές. Το μόνο που αρνήθηκα πεισματικά να κάνω, ήταν να αλλάξω την Πετρόφατσα. Παρότι και γι αυτό με πίεσαν, εκεί τουλάχιστον πάτησα πόδι εξ αρχής. Σε λίγο η εταιρεία με έδιωξε κι εγώ έπεσα σε μελαγχολία. Και στο ποτό. Και στην άρνηση της ζωής. Ήταν τη δεκαετία του 30 που χώρισα με την πρώτη γυναίκα μου και που ο κόσμος με ξέχασε. Ο παλιός μου ανταγωνιστής ο Κάλβερο, μου κουνούσε το δάχτυλο σε κάθε αφίσα και σε κάθε κινηματογράφο. Ο άλλοτε αντίζηλός μου θριάμβευε πλέον χωρίς αντίπαλο κι εγω βυθιζόμουν ολοένα και περισσότερο στη μοναξιά και τη σιωπή. Νόημα, δεν έβρισκα νόημα σε όλα αυτά. Λίγο πριν τον πόλεμο κατάφερα να ξανασταθώ στα πόδια μου, να περιορίσω το ποτό, να ξαναπαντρευτώ και να κάνω παιδιά. Όπως ήμουν πια άφραγκος, πήγα και παρακάλεσα την εταιρεία να με ξαναπροσλάβει έστω ως υπάλληλο για να μπορέσω να συντηρήσω τα παιδιά. Ευτυχώς εκείνη την εποχή ετοίμαζαν τις καινούργιες ταινίες των αδελφών Μαρξ και έτσι με πήραν. Παράλληλα, κάποιες μικροδουλειές στο θέατρο και περιοδείες με τσίρκα (ευτυχώς θυμόμουν ακόμα το ένδοξο βοντεβιλιανό παρελθόν της φαμίλιας μου) μου εξασφάλιζαν τον επιούσιο. Αλλά κανένας πιά δεν θυμόταν ότι υπήρξα κάποτε πρωταγωνιστής, και μάλιστα αντίπαλος του τότε διασημότερου ηθοποιού της γενιάς μου. Ο Κάλβερο με είχε νικήσει κατά κράτος. Αλλά ο Κάλβερο δεν ήταν μόνο θριαμβευτής. Δεν με είχε ακόμα συντρίψει για τα καλά. Αυτό που δεν μπόρεσα ποτέ να νικήσω σε αυτόν τον άνθρωπο, ήταν το γέλιο του κι ο τρόπος να γίνεται συμπαθής ακόμα και στους αντιπάλους του. Έτσι, το 1952 πια, όταν εγώ ήμουν ήδη 57 χρονών και με το ζόρι τα έβγαζα πέρα κι εκείνος κάπως μεγαλύτερος κι ετοιμαζόταν να αποσυρθεί, ο Κάλβερο μου έκανε τη μεγαλύτερη έκπληξη, τη μεγαλύτερη τιμή μα και τη μεγαλύτερη πρόκληση που μου είχαν κάνει ως τότε: με κάλεσε να παίξω στην τελευταία του και νομίζω σημαντικότερη ταινία. Για πρώτη φορά θα βρισκόμασταν μαζί στο σανίδι! Οι δυο πρώην αντίπαλοι, μαζί. Με τον έναν να έχει πια νικήσει κατά κράτος. Το σκέφτηκα πολύ. Ο Κάλβερο δεν είναι κακός άνθρωπος και οι προθέσεις του ήταν πιθανότατα καλές, αφού γνώριζε την κακή μου οικονομική κατάσταση. Παράλληλα όμως έπαιρνε και την οριστική του εκδίκηση για την αμφισβήτηση που χρόνια πριν είχε αναπτύξει το κοινό σχετικά με το ποιος από τους δυό μας ήταν ο καλύτερος. Αφού θα εμφανιζόμουν σε δεύτερο ρόλο σε ταινία του, με το όνομά μου πίσω από εκείνον, ήταν σαν να αποδεχόμουν πια και ο ίδιος το τέλος της μάχης, σα να αποδεχόμουν δια της υπογραφής μου, ότι ο Κάλβερο υπήρξε καλύτερος κωμικός. Η πείνα δεν σου επιτρέπει πολυτέλειες. Έτσι αποδέχτηκα την πρότασή του και πήγα στα πλατό του στούντιο που έφερε ακόμα το όνομά του (ενώ το δικό μου το είχα πουλήσει στην Μέτρο μαζί με τον εαυτό μου) να παίξω το ρόλο του συνεργάτη του στην ταινία. Θα εμφανιζόμουν το τελευταίο τέταρτο και ο ρόλος μου δεν είχε κάν όνομα, θα με έλεγαν απλά «ο συνεργάτης του Κάλβερο». Το σενάριο ήταν το εξής: ο Κάλβερο, παλιός κωμικός που έχει ξεπέσει κι έχει γίνει πια μέθυσος όπως υπήρξα κι εγώ, σώζει από αυτοκτονία μια χορεύτρια με ψυχολογικά προβλήματα, στην οποία εμπνέει ξανά τον πόθο για ζωή. Η χορεύτρια, την οποία θα έπαιζε η Κλερ, αρχίζει να χορεύει ξανα, και με τη σειρά της προκαλεί στον Κάλβερο τον πόθο της επιστροφής, όμως εκείνος φοβάται πως έχει χάσει πια το κωμικό του ταλέντο. Στο τέλος, ο Κάλβερο μαζί με τον συνεργάτη του, δηλαδή εμένα, επιστρέφουν στη σκηνή με ένα μουσικοχορευτικό κωμικό νούμερο το οποίο είναι πάρα πολύ αστείο και οι θεατές τους αποθεώνουν, μας αποθεώνουν. Ταυτόχρονα όμως, ο ηλικιωμένος πια Κάλβερο παθαίνει καρδιακή προσβολή πάνω στη σκηνή και τελικά πεθαίνει στο παρασκήνιο, ζητώντας να δει για τελευταία φορά την χορεύτρια να χορεύει. Η τελευταία σκηνή, σύμφωνα με το σενάριο, δείχνει εκείνον ξαπλωμένο σε μια πολυθρόνα στο παρασκήνιο να αργοσβήνει κοιτώντας στη σκηνή όπου η κοπέλα χορεύει, κι εγώ βρίσκομαι πίσω του. Εντάξει λοιπόν Κάλβερο, αφού το θέλεις θα το έχεις σκέφτηκα και πήγα. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου όμως είχα κάτι που ακόμα δεν είχε πάρει μορφή. Κατάλαβα τι σήμαινε αυτό που έκανα τότε σε εκείνο το τελευταίο έργο του Κάλβερο μόλις πριν λίγο, χάρη στον Σάμιουελ. Έχουν περάσει πια 13 χρόνια από τότε. Είναι πια 1965 και νομίζω ότι τώρα μπορώ να το αποκαλύψω στον εαυτό μου τι έπραξε τότε, το 1952, όταν συμπρωταγωνίστησα στην τελευταία ταινία του Κάλβερο. Τώρα, επειδή αυτή ίσως να είναι η τελευταία δική μου ταινία. Είμαι 69 χρονών και νοιώθω ότι δεν έχω ακόμα πολύ χρόνο μπροστά μου. Όπως καθόμουν λοιπόν στην πολυθρόνα, παίζοντας στα τελευταία λεπτά της ταινίας του Σάμιουελ και με το ένα μου μάτι (είμαι μονόφθαλμος στον ρόλο αυτόν) κοιτούσα βαθιά μέσα στον ίδιο τον εαυτό μου όπως προβλέπει το σουρεαλιστικό σενάριο, συνειδητοποίησα πως η ζωή τελειώνει για μένα. Σαν ξαφνική φώτιση, αντιλήφθηκα το νόημα της φράσης του Μπέρκλει, ενός ιρλανδού φιλόσοφου τον οποίον συνεχώς επικαλείτο ο Σάμιουελ για να εξηγήσει το νόημα του έργου που γυρίζαμε: «Να είσαι, σημαίνει να το αντιλαμβάνεσαι» Κι εκείνη τη στιγμή, καθισμένος στην πολυθρόνα μέσα σε ένα δωμάτιο, τη στιγμή που η κάμερα για πρώτη φορά σταματάει να με φιλμάρει από την πλάτη και έρχεται μπροστά για να δείξει την τρομαγμένη έκφραση του προσώπου μου, συνειδητοποίησα πως μόλις είχα αντιληφθεί το νόημα της τελευταίας σκηνής στο έργο του Κάλβερο, έτσι όπως εγώ την ερμήνευσα. Με το μυαλό μου πήγα πίσω και κατάλαβα τι είχα κάνει, πόσο είχα νικήσει εκείνη τη στιγμή τον νικητή μου με μια μόνη έκφραση, αλλά και τι εσήμαινε η ακατανόητη ακόμα και τη στιγμή που την ξεστόμιζα απαίτησή μου να του ζητήσω αμέσως μετά, χωρίς να του εξηγήσω το λόγο, να κόψει την τελευταία σκηνή. Αυτήν που ο Κάλβερο, σιωπηλός και χωρίς ποτέ να σχολιάσει το θέμα, δέχτηκε να διαγράψει από την ταινία, επισυνάπτω μαζί με τούτες τις σημειώσεις. Δεν έχω σκοπό να εξηγήσω δημόσια τι κατάλαβα. Μου αρκεί που εγώ το κατάλαβα. Τώρα, αυτή η σκηνή, μόλις 20 δευτερόλεπτα, είναι στη διάθεσή σου. Μπορείς να την κάνεις ό,τι θέλεις μετά τον θάνατό μου, ο οποίος εξάλλου δεν αργεί. Επέλεξα να στείλω αυτό το γράμμα σε εσένα, χωρίς να σε γνωρίζω. Στην τύχη γύρισα την υδρόγειο σφαίρα και με κλειστά μάτια άφησα το δάκτυλό μου να επιλέξει τη χώρα. Κατόπιν αναζήτησα μια τυχαία διεύθυνση στη χώρα αυτή από τον κατάλογο και το όνομά σου είναι η επιλογή της τύχης για το τελείωμα του βίου μου. Από εσένα, τον απολύτως άγνωστο και απολύτως τυχαίο αναγνώστη, εξαρτάται αν ο κόσμος θα μάθει η όχι την πραγματική ιστορία μου. Όσο ζούσα, αγαπητέ άγνωστε, νόμιζα πως αυτό που σου είπα πριν, είχε νόημα: να μάθουν την πραγματική σου ιστορία. Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα πως το νόημα είναι κάτι που οι άνθρωποι δημιουργούμε με τις πράξεις και τις παραλείψεις μας και πως δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα εγγενώς αποθηκευμένο στη ζωή. Νόημα είναι να αντιλαμβάνεσαι πως δεν υπάρχει νόημα σε τίποτα. Και τώρα ο Σάμιουελ μου έδωσε και την παρεπόμενη γνώση: Ε και δεν πειράζει. Αν τίποτα δεν έχει νόημα, τότε το νόημα για κάθε τι υπάρχει εκεί που εμείς αποφασίζουμε. Σχεδόν σε όλη μου τη ζωή λοιπόν άγνωστε, έπαιρνα την εκδίκησή μου από τους ανθρώπους, επειδή εκείνοι γελούσαν με τον πόνο μου όταν ήμουν παιδί. Είχα υποσχεθεί να μη γελάσω ποτέ και σε ολόκληρη την καριέρα μου κέρδιζα το στοίχημα: υπήρξα, μέχρι τέλους, ο ηθοποιός με το Πετρωμένο Πρόσωπο, μια αγέλαστος πέτρα που έκανε τους άλλους να συνταράσσονται από τα γέλια. Ένοιωθα πως έτσι τους τιμωρούσα. Το γέλιο για μένα ήταν τιμωρία. Μα στην ταινία του Κάλβερο, εκεί που αντί για όνομα λεγόμουν απλά «ο παρτενέρ» του κι ο άνθρωπος με είχε, απλά, συντρίψει, έκανα κάτι χωρίς τότε να καταλαβαίνω τον λόγο. Τώρα συνειδητοποιώ λοιπόν ότι ο Κάλβερο δεν ήταν καλύτερός μου. Απλά εγώ είχα κολλήσει και προσπαθούσα, δεκαετίες ολόκληρες, να παγιώσω μονάχα αυτό το χαρακτηριστικό μου. Είχα ξεχάσει να αντιλαμβάνομαι το ρόλο, την ουσία του, και υπέταξα την υποκριτική μου τέχνη σε μια εμμονή, σε ένα απλό στυλ. Αυτό που έκανα σε αφήνω να το δεις και να το χειριστείς όπως θες και σε χαιρετώ» Αυτά ήταν γραμμένα στο τετράδιο. Βρισκόμουν λοιπόν ενώπιον μιας παράξενης κατάστασης, όπου ένας παλιός ηθοποιός που ακόμα δεν είχα καταλάβει ποιος ήταν , στέλνει γράμμα σε έναν άγνωστο σε άλλη χώρα μαζί με την κομμένη σκηνή της τελευταίας ταινίας του ανταγωνιστή του. Αντιλαμβάνεστε ότι η περιέργειά μου ήταν πελώρια, δυσκολευόμουν όμως να βρω μηχανή προβολής κι έτσι υπέμεινα για λίγες μέρες κάνοντας υποθέσεις. Ωσπου βρήκα τη μηχανή και με τη βοήθεια ενός φίλου είδαμε εκείνη την τελευταία σκηνή. Η κάμερα στην αρχή δείχνει τον Κάλβερο ετοιμοθάνατο στην πολυθρόνα, να τον έχουν μόλις μεταφέρει δίπλα στο προσκήνιο. Στη συνέχεια βλέπουμε την Κλερ να χορεύει στη σκηνή. Η κάμερα επανέρχεται και ζουμάρει στο πρόσωπο του Καλβερο, που σιγα-σιγά λαμβάνει την έκφραση της νεκρικής μάσκας. Η κάμερα τώρα ανεβαίνει και συναντά το πρόσωπο του συνεργάτη του ο οποίος στέκεται από πίσω. Ζουμ. Και τότε, ο συνεργάτης του Κάλβερο, αργά και αδιόρατα, με την κάμερα να ακολουθεί κάθε κίνηση και σπασμό του προσώπου του, ξεκινά ένα αδιόρατο χαμόγελο. Στα επόμενα 10 δευτερόλεπτα βλέπουμε μια απίστευτη έκφραση χαρμολύπης, ώσπου το χαμόγελο σταδιακά βαθαίνει και ολοκληρώνεται σε ένα γέλιο που όμοιό του δεν έχω ξαναδεί. Ένα γέλιο απόλυτο, χωρίς ήχο, ένα γέλιο μόνο της έκφρασης και της ψυχής, ένα γέλιο που σου μένει αξέχαστο και επισκιάζει τον θάνατο που συμβαίνει ακριβώς από κάτω, επισκιάζει την ερμηνεία του Τσάρλι Τσάπλιν στην ίδια του την τελευταία ταινία. Ένα γέλιο που λες και αυτό ήταν ο μεγαλύτερος ρόλος της ζωής του, παίζει μόνο με το βλέμμα και δεν επιδιώκει τίποτα. Απλώς κάνει να συμβεί αυτό που ποτέ δεν συμβαίνει. Ο Μπαστερ Κήτον γελά. ~~~ Χαρι=Χαρι Χουντίνι Σαμιουελ=Μπεκετ Film= Η μοναδική ταινία (μικρού μήκους) που γύρισε ο Μπεκετ με τη βοήθεια του σκηνοθέτη Αλαν Σνάιντερ το 1965, με προσωπική του επίβλεψη –για την ταινία αυτή ταξίδεψε στις ΗΠΑ παράα την αρνησή του να ταξιδεύει- και πρωταγωνιστή τον Μπάστερ Κήτον. Φάτι= Ρόσκο «Φάτι» Αρμπακλ, γνωστός ηθοποιός του βωβου κινηματογράφου Κάλβερο=Τσάλς Τσάπλιν, το όνομα του ρόλου στην ταινία Τα φώτα της ράμπας (Limelight 1952) Είναι η μοναδική ταινία όπου Τσάπλιν και Κήτον παίζουν μαζί. Ο Κήτον παίζει τον συνεργάτη του Κάλβερο. Ακολουθούν φήμες ότι ο Τσάπλιν έκοψε την τελευταία σκηνή. Ο Κήτον δεν το παραδέχεται ποτέ. Κλερ=Κλερ Μπλουμ, συμπρωταγωνίστρια του Τσαπλιν στα Φωτα της Ραμπας Σημείωση: Όλες οι αναφορές σε γεγονότα και καταστάσεις, εκτός από την μυθοπλαστική εκδοχή του τέλους, στηρίζονται στην πραγματικότητα. Τα φώτα της Ράμπας: Η τελευταία παρασταση του Καλβερο με τον συνεργάτη του τα φώτα της ράμπας: Η τελευταία σκηνή Η ταινία του Σάμιουελ Μπεκετ: Μερος1 Μέρος 2 Μέρος 3

buzz it!

Slumdog Millionaire

Το απόλυτο λαβ στόρι. Και το πιο καθηλωτικό μάθημα ιστορίας μιας ξένης χώρας.
Ποιός Τιτανικος, ποιός Μπεντζαμιν Μπάτον. Ο Ινδός να δεις.
Κι ενα υπόδειγμα σκηνοθεσίας. Με έναν μαγικό τρόπο να ακροβατεί ανάμεσα στις σκηνές φρίκης και ρομάντζου, με εναν υπέροχο τρόπο να δίνει χαπι εντ χωρίς να γίνεται σαχλό.
Νομίζω πως αξίζει ολα τα οσκαρ για τα οποία προτείνεται. Κε Ντάνι Μποιλ τα σέβη μου. Οπως και στους Ινδους ηθοποιούς, που απο τον πρώτο ως τον τελευταίο είναι έξοχοι.
Και για μας τους οπαδούς της θεάς τύχης, μια ευκαιρία να σκάσουμε ενα τόοοοσο χαμόγελο στο "πεπρωμένο". Ε, δεν μπορείς να πολεμήσεις τέτοιο πεπρωμένο όσο κι αν δεν το πιστευεις, απλά το δέχεσαι κι αυτό δημιουργείται.
Μην το χάσετε.

buzz it!

Θερινό σινεμαδάκι: The absolute Gardener

President of USA: Mr. Gardner, do you agree with Ben, or do you think that we can stimulate growth through temporary incentives?
[Long pause] Chance the Gardener: As long as the roots are not severed, all is well. And all will be well in the garden. President: In the garden... Chance the Gardener: Yes. In the garden, growth has it seasons. First comes spring and summer, but then we have fall and winter. And then we get spring and summer again. President: Spring and summer... Chance the Gardener: Yes. President: Then fall and winter. Chance the Gardener: Yes. Benjamin Rand: I think what our insightful young friend is saying is that we welcome the inevitable seasons of nature, but we're upset by the seasons of our economy. ~.~ To "Being There" (σε ελληνική μετάφραση "Να είσαι εκεί κ.Τσάνς") είναι για μένα μια απο τις απολαυστικότερες κωμωδίες έβερ, ο καλύτερος ρόλος του Πίτερ Σέλλερς (πιο καλός κι απ τον Πανθηρα, τον ΦουμανΤσου η τον Ινδό στο Πάρτι) ένας από τους πιο ξεκαρδιστικούς ρόλους της Σιρλει μακΛέιν (η σκηνή του κωμικού οργασμού της μπροστά στον ασάλευτο Τσάνς είναι από αυτές που θα έπρεπε να διδάσκονται στις νεαρές ηθοποιούς) και ταυτόχρονα, ένα έργο τόσο σοφό και τόσο έξυπνα μασκαρεμένο σε κωμωδία που σου μένει αξέχαστο. Ο Τσανς, ένας κηπουρός που έμεινε απο παιδί έγκλειστος στον κήπο του αφεντικού καθώς είναι εντελώς χαζός και μόνο να ασχολείται με τα φυτά και να βλέπει τηλεόραση ξέρει, αναγκάζεται να βγει για πρώγτη φορά στη ζωή του απο τη βίλα, όταν το αφεντικό πεθαίνει, η βίλα πουλιέται και του κάνουν έξωση. Με την εξοδο του Τσανς, που δεν εχει ξαναδεί στη ζωή του την πόλη, ξεκινάει ένα απίθανο γαιτανάκι συμπτώσεων, που τον φέρνει τελικά στον...Λευκό Οίκο να συνδιαλέγεται με τον πρόεδρο! Επειδή ο Τσάνσι μιλούσε παντα για θέματα του κήπου, οι συνομιλητές του, δυσκολευόμενοι να αντιλήφθούν πως πρόκειται περί ηλιθίου, θεωρούν ότι είναι...φιλόσοφος που μιλάει μεταφορικά για την πολιτική και αμέσως αναλαμβάνει ο ιματζ μεικερ, να κάνει τον χαζούλη κηπουρό, τον νεο "γκουρού" της οικονομίας και της πολιτικής. Ακόμα και την ιδιότητά του τους λέει ο άνθρωπος (Γκάρντνερ) αλλά αυτοί το εκλαμβάνουν ως επίθετο-παρωνύμιο του ιδιόρρυθμου φιλόσοφου. Ταυτόχρονα, τον εκκολαπτόμενο αυτόν αστέρα της οικονομικοπολιτικής σκηνής, ερωτεύεται σφόδρα η Σίρλει, η οποία επίσης νομίζει ότι έχει να κάνει με σοφό. Το εργάκι αυτό, που όσες φορές και αν το έχω δει δεν χάνει τίποτα απο τη φρεσκάδα του και παραμένει εντελώς σύγχρονο, συνοδεύεται απατραιτήτως απο ζεστά ποπ κορν και κοκα κολα ή μπυρίτσα. Συνίσταται οταν το παρακολουθήσουμε, να έχουμε στην πίσω άκρη του μυαλού μας τη φιγούρα του κ.Λιάπη, η, εαν είστε πιο κοσμοπολίτες, των κ.Μπους, μπαμπά και γιού. Θα πέσετε ξεροί απο το γέλιο!

buzz it!