Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες για τα φαντάσματα στη μηχανή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες για τα φαντάσματα στη μηχανή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έτσι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα


Θυμάμαι τη μέρα που μίλησε ο Ταμπούκι στη Στοά του Βιβλίου.

Ήταν Οκτώβριος μιας χρονιάς δόξας και κλέους, οι Ολυμπιακοί είχαν γίνει πριν λίγους μήνες με επιτυχία, η λωρίδα ταχείας ολυμπιακής κυκλοφορίας δεν είχε ξεθωριάσει ακόμα στην Κηφισίας και όλα κόστιζαν πολύ ακριβά. Αλλά ο χρόνος παρήχετο, ακόμα, αφιλοκερδώς. Είχαμε καιρό.


Θυμάμαι ότι έτυχε να πάω να δω την ομιλία του Ταμπούκι γιατί μόλις είχα τελειώσει τον Τριστάνο που πέθαινε, και πεθαίνοντας αναρωτιόταν αν το σήμερα άξιζε τις θυσίες του παρελθόντος. Έλα μου ντε, θα σφύριζε κάποτε το μέλλον. Ο Τριστάνος βέβαια δεν ήταν Περέϊρα, δεν έκανε την προσωπική του επανάσταση ενάντια σε κάποια δικτατορία, που ακόμα κι αν δεν ήταν πραγματική όπως του σαλαζάρ, ήταν εντούτοις μια εξωπραγματική δικτατορία. Βέβαια είχε την τύχη να βιώσει μια χάρτινη ζωή και να πεθάνει προτού το δόγμα του σοκ ανατείλει στο στερέωμα.

Ελεγα λοιπόν ότι θυμάμαι τη μέρα που πήγα να δω την ομιλία του Ταμπούκι, και το θυμάμαι αυτό γιατί χτες ο Ταμπούκι πέθανε, 8 χρόνια μετά από τον Τριστάνο και μετά από την εποχή της αθωώτητας. Καλό ταξίδι φίλε.

Αλλά δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Βέβαια σήμερα, δεν έχει πια σημασία αυτό αλλά τι ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.
Να ο ορισμός της ανελευθερίας.

Θυμάμαι λοιπόν μια ομίχλη που περιλαμβάνει τον έρωτα και το θάνατο και την ανάσταση. Θυμάμαι να γεννιούνται μια κόρη κι ένας γιος. Θυμάμαι την τελευταία ηλιαχτίδα της Αμοργού κι ένα κοτέτσι στη Νάξο. Θυμάμαι τα πέτρινα της Ευδοκίας στους Αρκιούς κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο βότσαλα. Θυμάμαι έναν άντρα γυμνό στο μπαλκόνι να σκέφτεται αν θα ζει σε λίγα λεπτά και θυμάμαι λίγα λεπτά να περιμένουν μια γυναίκα που κοιτούσε έναν άντρα γυμνό δαγκώνοντας τις πέτσες των νυχιών της ν αποφασίσει. Θυμάμαι την ελευθερία σαν θερινό σινεμά και σαν μουσική του Κοέν σε ένα σοκάκι της Ύδρας.

(Έπειτα επεμβαίνει ο θαλασσινός ταξιτζής της Ύδρας και μου χαλάει την ανάμνηση ζητώντας ακατέβατη την ταρίφα)

Θυμάμαι όσα μπορεί να θυμάται κανείς πού έχει τσούξει τσίπουρα, μια φορά θυμάμαι μ αγαπούσες, θυμάμαι ότι το παπούτσι το πρωτοείπε παπάτσι, θυμάμαι τους καπνούς ομίχλες και τα τσιγάρα βαριά, και ξαφνικά θυμάμαι ένα καρδιογράφημα και δέκα φίλους έξω από το χειρουργείο. Θυμάμαι που όλοι είχαμε λεφτά, όχι απαραίτητα πολλά λεφτά, αλλά θυμάμαι που γελούσαμε, και μπορεί να λένε πως τα λεφτά δεν ε΄χουν σημασία αλλά ξέρετε, είχαν, γιατί δε γελάει κανείς όταν πεινάει, και όταν δεν πεινάει σημαίνει ότι έφαγε, κι όσο δε σφάζουμε εμείς τις κότες τα κοτόπουλα κοστίζουν, αρα ναι, έχουν μια κάποια σημασία, θυμάμαι που γελούσαμε που λες και που διαβάζαμε πολύ και βγαίναμε στα μπαρ και στα ξενύχτια κι ίδρωναν οι παλάμες κι ανάσαινε η ψυχή, κι έπειτα πάλι θυμάμαι που ξαφνικά έπιασε κρύο και δεν είχαμε πετρέλαιο κι ανάβαμε φωτιά στη σόμπα, αλλά αυτή η φωτιά δεν συγκροτούσε εστία, για κάποιο λόγο αν και ζέσταινε δεν έφτανε στο κόκκαλο η ζέστη, θυμάμαι κάποιον κάποτε που είπε σε έναν άλλον πως δεν είναι το κρύο που σε κάνει να υποφέρεις αλλά η απουσία ζεστασιάς, θυμάμαι ότι ανήκαμε κάποτε κάπου, υπήρξαμε, αν δεν ήταν όνειρο, ένα σύνολο που κάποτε μπορούσε να ενωθεί,

μα δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Δε θέλω να μάθω τι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα.

Θέλω να ενωθώ ξανά με τη ζεστασιά του να επιλέγεις το άγνωστο, τον δύσκολο δρόμο, από τον γνωστό, περπατημένο, δούλιο δρόμο.
Θέλω να μουτζώσω κι εγώ στις παρελάσεις, τους τραπεζίτες Σαλαζάρ και τις πολιτικές τους μαριονέτες.
Θέλω να μη με νοιάζει που η καρδιά μου είναι πια ασθενική και να μπουκάρω ξανά στα δακρυγόνα κι ας σπάσει.
Θέλω να ερωτεύομαι πέτρες και φωτιές.
Θέλω να ρωτάω, όπως ο Τριστάνος, αν είχε πράγματι αξία να θυσιαστούνε τόσοι πρόγονοι για τέτοιους απόγονους.
Θέλω να ελπίζω πω κάποιες αναλαμπές της μνήμης, θα μου θυμίσουν μια μέρα πως...

"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".

Και θέλω πανω απ όλα τα παιδιά μου να μη μου πούνε κάποια μέρα,

μπαμπά, έτσι  ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.

buzz it!

Μέλισσες στην κάλπη, ψηφοδέλτια στο μελίσσι



Αναρωτιέσαι γιατί οι κάλπες μοιάζουν με μελίσσια.

Νομίζεις πως αν καθίσεις μπροστά στον υπολογιστή, οι λέξεις θα βγουν πειθήνιες από τον θάλαμο του μυαλού σου και θα συνταχθούν στο προαύλιο, θα στοιχίζονται φρόνιμα η μια πίσω απ την άλλη, κι όλες μαζί θα αποδώσουν το υψηλόν-νομίζεις-νόημα που περικλείεται στις σκέψεις σου. Θα εξηγήσουξν την ομοιότητα. Και προσγειώνεσαι στο Απείθαρχο.Οι λέξεις κατέρχονται μπουλουκηδόν, εμφανίζονται μπροστά σου σαν τρίχρονα μωράκια, άλλες σκούζουν, άλλες ολοφύρονται, άλλες δαγκώνουν, άλλες μιξοκλαίνε  -κάποιες απλά κοιτούν εκστατικές το  "λαμπρό βαθιά μαργαριτάρι", αυτές όταν μεγαλώσουν θα γίνουν κραυγές- και συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχει κανένα νόημα στις λέξεις τις ίδιες, πόσο μάλλον εκείνο το «υψηλόν». Μιά λέξη είναι η δολοφονία, αλλά δεν εξηγεί τίποτα για το αίμα.
Είναι η επανάσταση της σιωπής. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιείς πως νόημα είναι κάτι που εκπορεύεται απο τις σχέσεις και τους συνδυασμούς της λέξης ΄"ιδιοτέλεια" με τη λέξη "εγγόνι" και των δυό αυτών μαζί με τη λέξη "ξένος", απο τις συγκρίσεις και τις τριβές, τις αποστάσεις και τις επανασυνδέσεις, και κυρίως απο τις λέξεις που δεν καταγράφονται πλάι στις άλλες. Τι να πεις για παραδειγμα εσύ για τις 11 συνιστώσες που αποτελούν τον εαυτό σου; Ο,τι κι αν θα μπορούσες να πεις, την καλύτερη ερμηνεία σου τη δίνει η σιωπή, η μη καταγραφή των πολλαπλών ειδώλων σου, και ιδίως η απροθυμία τους να διεκδικήσουν την αρχηγία. Ποιάν να ψηφίσεις για αρχηγό σου; Τη συνιστώσα του χαλαρού Σαββάτου ή εκείνη της εργαατικής Τετάρτης; Αυτήν του χαζογλυκούλη μπαμπάκα ή εκείνην του παγερού επαγγελματία που οφείλει να μην στεναχωριέται ακόμα και βλέποντας νεκρά παιδάκια; Την πρώην επαναστατική τοιαύτη ή εκείνη που παει κρυφά κι αγοράζει πανακριβα ηχεία για το αιποντ; Και γιατι να κάνεις τον κόπο να την αναδείξεις, αφού κανένα νόημα δεν υπαρχει αν δεν την συγκρίνεις παραλληλα με κάτι άλλο; Αλλά ποιό άλλο;

Όσο κι αν δεν πιστεύεις στη σιωπή, όσο κι αν ξέρεις καλά πως σπάνια υποκρύπτει κατανόηση και συνηθέστερα σημαίνει αδυναμία και παραίτηση, αυτές τις στιγμές της επανάστασής της δεν μπορείς να τις πολεμήσεις. Το βλέπεις στις λέξεις σου, που λένε τελείως διαφορετικά πράγματα από αυτά που λένε οι σκέψεις σου. Οι σκέψεις σου λένε ότι η μόνη πραγματικά ισχυρή συνιστώσα είναι η απουσία. Οι σκέψεις αρνούνται να τυποποιηθούν, να βγουν από το κεφάλι, να εκφραστούν. Γιατί αυτές παλεύουν παντα  με το μη προσεγγίσιμο, με το μεμέντο μόρι σου που είναι χαραγμένο σαν τατουάζ πάνω στον εγκεφαλικό σου φλοιό. Και ταυτόχρονα, με το ντόλτσε βίτα, και τώρα πως να δακρύσεις με τέτοια ντολτσέζε γύρω σου, μέσα στη νύχτα του πόνου των άλλων;

Πόσο μάλλον να τις επικοινωνήσεις. Κι έτσι μιλάς γι αυτή τη δυσχέρεια, όχι για τις ίδιες. Εκείνες επιλέγουν το ανέκφραστο για να παραμείνουν δικές σου, φοβούνται πως αν εκτεθούν στον κόσμο θα πεθάνουν, ναι, φοβούνται το θάνατο οι σκέψεις και φωλιάζουν, κλείνουν τα μάτια και προσεύχονται να υπήρχε κάτι να προσευχηθούν, γίνονται ικέτιδες, ντροπιασμένες ζητιάνες, σημαδεμένοι φορείς της επανάληψης και της εμμονής, αρρωσταίνουν και ψάχνουν το φάρμακο στο ανείπωτο.

Κι εσύ κάνεις γκλουπ και τις καταπίνεις, φτύνοντας γραμματική και συντακτικό, παράγεις ήχους και σημεία που σχηματίζουν νέα νοήματα, αλλά κανένα δεν τις περιέχει. Σε λίγες μέρες αυτό το ανείπωτο θα πρέπει να το προσδιορίσεις, να του δώσεις το σχήμα των λέξεων, να γλύψεις την κόλλα ενός φακέλου και να το πετάξεις στα μούτρα αυτών που περιμένουν να βγάλουν νόημα απο τις μαντρωμένες λέξεις.

Δεν ξέρω. Ισως δε θάπρεπε καν να προσπαθώ  να καταλάβω. Σκεφτόμουν πως ίσως να γεράσω όταν τα παιδιά μου θα είναι αρκετά μεγάλα για να περπατήσουμε 12 χιλιόμετρα πορεία, απο το σπίτι στο βουνό, στα μονοπάτια  και παλι πίσω. Θα περνούσαμε κι απο το μελίσσι. Θα τους μιλούσα για τον βασιλικό πολτό. Δεν φανταζεται κανείς ποτέ ότι μπορεί το πρόβλημα να μην είναι αν θα τον κραταν τα πόδια του, αλλά αν θα υπαρχει πια το βουνό, τα μονοπάτια, τα μελίσσια, ο κόσμος που ήξερε.

Οπως μικρότερος σκεφτόμουν πως ο Κύρκος επαιζε ομορφη φυσαρμόνικα, κι αν κάποιος μπορεί να παίξει έτσι τη φυσαρμόνικα δε μπορεί παρά να είνααι καλός ανθρωπος. Ναι, αλλά διαβάζω χτες να αναρωτιέται μια νεαρή υποψηφία βουλευτίνα: "Ο Λεωνίδας Κύρκος είναι στο ΣΥΡΙΖΑ; Έχει πασχίσει για το ΣΥΡΙΖΑ; Η πολιτική του συνεισφορά τους τελευταίους μήνες, είναι οι δηλώσεις του ότι ο ΣΥΝ πρέπει να τα βρει με το ΠΑΣΟΚ και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μας τέλειωσε, πρέπει να διαλυθεί, πρέπει να φύγει ο ΣΥΝ"

Καταλαβες λέξη μου; Αναρωτιέται η κυρία Τάδε Ταδοπούλου, αν ο Λεωνίδας Κύρκος είναι ΣΥΡΙΖΑ. 
Τι να απαντήσεις; Και πως να ψηφίσεις πια αυτό το κόμμα, ακόμα κι όταν τα πρώτα σου πολιτικά παιχνίδια τα επαιξες στην τραμπάλα του;

Το νόημα... Το νόημα που λέγαμε πριν...
Ξαναπροσπάθησα. Τα παιδιά μου θα μεγαλώσουν σε έναν κόσμο χωρίς 12 χιλιόμετρα μονοπατιού χωρίς δάσος τριγύρω και χωρίς μελίσσι, αρα δεν έχει νόημα αν θα μπορώ η όχι να περπατάω τότε. Ο Κύρκος ίσως και να μην είναι αριστερός, ίσως ακόμα ακόμα και να μην ήξερε ποτέ φυσαρμόνικα. Το νόημα των λέξεων βρίσκεται στην αντιπαραθεσή τους, αρα μη εχοντας να αντιπαραθεσω τίποτα στο τίποτα, το τίποτα χάνει όποιο νόημα θα είχε, αν είχα κάτι να αντιπαρατάξω.

Ξαναρώτησα, καταλαβες λέξη μου;
Ποιές εκλογές; Ποιά οικονομία; Ποιος Γιωργάκης και Κωστάκης; Κι ακόμα, ποιός πονος του έρωτα; Ποιά ικανοποίηση του σεξ; Ποια είναι η αλήθεια όταν λες σ αγαπω  και μετά βαριέσαι; Και ποια είναι η αληθεια οταν δε βαριέσαι ποτέ, αλλά αυτό το κάνεις επειδή ζεις διακόσιες εβδομήντα πέντε μυστικές ζωές, εκ των οποίων σε μερικές είσαι βασανιστής της πρώην Σταζι αλλά κατα βαθος τρυφερός άνθρωπας, ή ας πούμε ακροβάτης που πάσχει απο υψοφοβία; Ποια ανθρώπινη αλληλεγγύη, ποιό νεο ξεκίνημα, τι νόημα έχουν όλα αυτα οταν για το σύμπαν ο θάνατος μιας μελισσας έχει την ίδια αξία με τη γενοκτονία των Εβραίων;

Και τότε η λέξη "αξία" με κοίταξε πονηρά και μου ψιθυρισε στο αυτί: "Βζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζζ"
Αυτό νομίζω το καταλαβα:  Οταν παω να ψηφίσω να θυμηθώ να πάρω μαζί αμμωνία.

buzz it!

Αξαρλιάν

Ο καινούργιος νεκρός φέρνει στο μυαλό αναλογίες με τον καλτεζά, όμως νομίζω πως η βασικότερη αναλογία του είναι με τον Θάνο Αξαρλιάν. Οταν η βόμβα της 17Νοέμβρη δολοφόνησε εκείνο τον νεαρό, εκδηλώθηκε η απόλυτη μεταστροφή της κοινής γνώμης. Προτού ακόμα ο Κουφοντίνας κατασκηνώσει στο Αγκίστρι, είχε απαξιωθεί στη συνείδηση του λαου που μέχρι τότε, αν δεν σιγοντάριζε, τουλάχιστον ανεχόταν την οργάνωση-μασκοφόρο τιμωρό. Γιατί το αίμα ενός παιδιού δεν αγιάζεται απο κανέναν σκοπό. Το Σάββατο του Αγίου Νικολάου, το αίμα του 15χρονου προκάλεσε μιαν ακόμα μεταστροφή κρίσιμου μεγέθους. Ο Αλέξης έγινε ο Αξαρλιάν της αστυνομίας και του αστικού κράτους. Και οι βιτρίνες της Ερμού έγιναν οι βιτρίνες της πόλης που σκοτώνει τα παιδιά της. Κάτω απο το ολόφωτο αστέρι του Συντάγματος, η μόνη απάντηση σε μια κοινωνία που μας έχει κάνει πουτάνες είναι να την κάνουμε μπουρδέλο. Και θελω να δω με ποιά καραμπίνα οι νοικοκυραίοι θα σταματήσουν τα παιδιά τους.

buzz it!

Η είδηση των 25 αιώνων

...Πέρασε, όπως είναι αναμενόμενο, στα ψιλά. Και πάλι καλά.
Εαν μου ζητούσαν να αξιολογήσω τις σημαντικότερες ειδήσεις για την ανθρωπότητα απο την κλασσική αρχαιότητα ως τις μέρες μας, θα ψήφιζα την επιστροφή μιας παραλλαγμένης Μήδειας ως εκείνη που περιγράφει καλύτερα τι είναι στ' αλήθεια ο άνθρωπος κι ως που μπορεί να φτάσει. Φαντάζομαι ότι άλλοι θα επέλεγαν την προσελήνωση, τη Χιροσίμα, τον ηλεκτρισμό, κλπ. Ομως αυτά είναι επιτεύγματα, ενώ η είδηση που ακολουθεί είναι η ανθρώπινη ζωή η ίδια. Οποιος είναι γονιός μπορεί να τη νοιώσει στο πετσί του. Οποιος δεν είναι μπορεί τουλαχιστον να την κατανοήσει. Αναρωτιέμαι αν, γονιός η όχι, μπορεί κανείς μας πραγματικά να την καταλάβει, να ανατρ5ιχιάσει το πετσί του και να ορκιστεί στον εαυτό του πως τα δικά μας παιδιά θα συνεχίσουν να γεννιούνται. και μετα να δαγκώσει τη γλώσσα του που μίλησε για τα "δικά μας" τα παιδιά. Να τη ματώσει.
Απο τα σημερινά "ΝΕΑ"
~~~
ΒΑΘΙΑ στις ζούγκλες του Γκίμι, στα ανατολικά οροπέδια της Παπούας Νέας Γουινέας, υπάρχουν φυλές που ζουν σε συνθήκες οι οποίες παραπέμπουν στη Λίθινη Εποχή.
Ελάχιστα πράγματα από όσα συμβαίνουν εκεί μαθαίνονται στον υπόλοιπο κόσμο. Είναι γνωστό όμως πως είκοσι χρόνια τώρα, διαφυλετικοί πόλεμοι φέρνουν τον θάνατο και την καταστροφή στα χωριά των ιθαγενών. Εκείνο που κανείς δεν γνώριζε είναι πως εδώ και δέκα χρόνια όλες οι γυναίκες σκοτώνουν στη γέννα, σε ρόλο Ηρώδη, τους νεογέννητους γιους τους με την ελπίδα ότι έτσι θα μειωθεί ο αριθμός των ανδρών που συμμετέχουν στις μάχες και μια μέρα θα σταματήσουν οι πόλεμοι...
Η αποκάλυψη Την απίστευτη αυτή αποκάλυψη έκαναν δύο γυναίκες από αντίπαλες φυλές, οι οποίες συμμετείχαν στην Γκορόκα, την πρωτεύουσα της περιφέρειας, σε μια διάσκεψη με στόχο την ειρήνη και τη συμφιλίωση. «Όλες οι γυναίκες συμφώνησαν να σκοτώνουν τα νεογέννητα αγόρια τους γιατί δεν άντεχαν άλλο τους πολέμους των ανδρών και τη δυστυχία που φέρνουν», δήλωσε η Ρόνα Λούκε, από το χωριό Αγκίμπου και η Κιπιγιόνα Μπέλας, από το αντίπαλο χωριό Αμόζα.
«Είναι ένα φρικτό έγκλημα, αλλά έπρεπε να το κάνουν. Στην πραγματικότητα, εξαναγκάστηκαν να το κάνουν, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος που με τον οποίο μπορούσαν να βάλουν τέλος στους φρικτούς πολέμους. Είναι σχεδόν αδύνατο να βρούμε φαγητό για τα παιδιά μας με τους άνδρες μας συνεχώς στον πόλεμο».
Κάποιοι διαφυλετικοί πόλεμοι γίνονται για εδάφη, οι περισσότεροι ωστόσο ξεκινούν έπειτα από κατηγορίες για μαγεία. Κι όταν ακόμα οι δύο πλευρές διαπραγματεύονται μια λύση, η ειρήνη σπανίως διαρκεί.

buzz it!

Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο

Δυο κοντινά πεύκα, μετά απο καιρό σιωπής, έπιασαν τη συζήτηση. "Η αλήθεια είναι ότι το έχω ρίξει πολύ έξω τελευταία σε σχέση με την εσωτερική κλεισούρα που τόσο έντονη ήταν ώστε μου διεύρυνε την κουφάλα τους τελευταίους μήνες", είπε το ένα. "Βέβαια δεν είναι πάντα εύκολα. Κλείνω ένα χρόνο σε λίγο που δεν ήρθαν οι μελισσες και τις τελευταίες μέρες με έπιασαν τα νοσταλγικά μου. Είναι ίσως που οι κακιασμένες μου έστειλαν μια κάμπια να μου μηνύσει χρόνια πολλά [δεν απάντησα] και με σακάτεψε. Πάντως τελευταία έχω αρχίσει να σηκώνω κεφάλι και να γνωρίζω κάποια πολύχρωμα πουλιά αντί να δέχομαι μόνο τα κοράκια στα κλαδιά μου. Ανακάλυψα ότι έχω το πρόβλημα που είχα πάντα με τις μελισσες… Αυτές τις ράτσες που μ’ αρέσουν, δεν τις γουστάρω. Και αυτές που γουστάρω, δε μ’ αρέσουν… Γενικά οι επιλογές μου για πευκόμελο ήταν πάντα αδιέξοδες. Ποτέ δε διάλεξα τις μέλισσες που θα έπρεπε. Δεν το έκανα συνειδητά, απλά έτσι μου ‘βγαινε. Ίσως, λόγω του γεγονότος ότι ήταν αυθόρμητες και όχι υποκείμενες στους νόμους της λογικής και της κοινής αντίληψης των δέντρων περί ορθολογισμού. Έτσι μόνο κάνεις καλό πευκόμελο όμως, νομίζω" Το άλλο πεύκο απάντησε: "Φίλε μου εδώ στις παρυφές, είναι κοινές οι ιστορίες των δέντρων καμιά φορά. Η διαφορά μας είναι μόνο ότι ο κορμός μου είναι διπλός, κάτι που μου κάνει μια συντροφιά -όσο νάναι. Ομως κατά τα άλλα είμαι όπως εσύ: ούτε σε μένα ήρθαν οι μέλισσες φέτος. Αλλά να σου πω κάτι απο την πείρα μου; Αυτή την κάμπια που εσένα σε σακατάτεψε, μακάρι να την είχα λάβει κι εγω, το σακατιλίκι δεν ξέρω πότε είναι χειρότερο. Ενίοτε, η ελεημοσύνη των άλλων, που τόσο τη μισούμε και διεκδικούμε να μη μας διεκπεραιώσουν αλλα να είναι αυθεντικοί, είναι ταυτόχρονα και το τελευταίο μας καταφύγιο κι οταν δεν έρχεται κάτι μέσα μας ξεψυχάει. Καταλαβαίνεις; Αποζητάμε τις μέλισσες με την ψυχή μας και δηλώνουμε πως δεν τη θέλουμε την κάμπια του οίκτου τους. Οταν όμως οι μέλισσες δεν έρχονται, αυτή η ανεπιθύμητη η κάμπια θα ήταν η μόνη μας παρέα. Εγώ λοιπόν δε μπορώ να δεχτώ παρά μόνο κοράκια ακόμα" Τα δύο απομακρυσμένα δέντρα κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν. *μτφρ απο αλλου

buzz it!

Για την καύλα της

Ambulator nascitur, non fit
Ολα τη θέλουν, όμως η επανάσταση, κυρίως αυτή, θέλει την καύλα της.
Ερχεται η ώρα που ο καθένας στέκεται μπροστά στη σκηνή και βλέπει εκεί πάνω εναν καθρέφτη, αλλά δεν βλέπει πια την αντανάκλασή του μέσα. Ειναι η ώρα να κάνει την επανάστασή του και να τον σπάσει.
Συνήθως αυτές οι επαναστατικές ώρες είναι μοναχικές και τις θεωρούμε μελαγχολικές γιατί είναι οι ώρες που γεννιέται ο νέος άνθρωπος, ο επαναστατημένος άνθρωπος. Ειναι οι ώρες που κάτι σου λείπει. Στην πραγματικότητα όμως, παρότι οδυνηρές, είναι ώρες εσωτερικής λαγνείας και ηδονής. Γιατί πάντα η επανάσταση, κάθε επανάσταση, γίνεται για την καύλα της. Αν δεν γίνει γιαυτήν, δεν είναι αληθινή επανάσταση.
Την επαναστατική ώρα 3.46 νύχτα Τρίτης ξημέρωμα Τετάρτης 3 Σεπτεμβρίου ημέρας σημαδιακής, ο Χ. πήρε πάλι αγκαλιά το αγαπημένο βιβλίο. Ο Χένρυ Ντ. Θορώ (η Θόροου) γεννήθηκε το 1813 στη Μασσαχουσέτη. Οσο ζούσε, δεν ηταν κανένας διάσημος κι ουτε μετα θάνατον εγινε αυτο που θαλεγε κανείς «σημείο αναφοράς για πολλούς». Και όμως, όταν ο Γκάντι σπούδαζε στο Χάρβαρντ, έπεσε πάνω στο ένα απο τα 3 βασικά, πολύ σύντομα δοκίμιά του Χ.Ντ.Θ. Το Civil Disobediance -Πολιτική Ανυπακοή. Επιστρέφοντας στην Ινδία το 1914 ο Γκάντι υιοθέτησε την επαναστατική πρακτική που διηγιόταν σ αυτό ο Θορώ, η οποία εμεινε στην ιστορία ως παθητική αντίσταση. Αλλα μονο παθητική δεν ήταν τελικά -εκτός αν δεχθούμε πως η ιστορία αλλάζει παθητικά. Η τακτική της αποδόθηκε στον Γκάντι, αλλα το σπέρμα της ανήκει στον Θορώ. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον εχουν τα αλλα δυο δοκίμια.Το Life Without Principle -Ζωή χωρίς αρχές και το Walking -Περπατώντας. Ειδικά το τελευταίο, ήταν για τον Χ. μυστικό ευαγγέλιο.
«....στην πορεία της ζωής μου συνάντησα μονον εναν-δυο ανθρώπους ικανούς να κατανοούν την τέχνη του περιπατείν, δηλαδή να κάνουν περίπατους προικισμένοι με το πνεύμα του «αγιοτοπισμού», λέξη που προέκυψε απο τους αργόσχολους του Μεσαίωνα που περιδιάβαιναν τη χώρα με το πρόσχημα οτι θα πήγαιναν a Sainte-Terre, ώσπου τα παιδιά παραφράζοντας τα λόγια τους, τους απέδωσαν το σχετικό προσωνύμιο «αγιοτοπίτες». Ορισμένοι ετυμολογούν τη λέξη απο το sans terre -απάτριδες, η αλλιώς, με πατρίδα όλη τη γή. Ομως αυτοί ηταν πλάνητες απατεώνες. Αντίθετα, κάθε περίπατος αληθινός είναι μια σύντομη σταυροφορία την οποία κηρύσσει εντός μας ένας Πέτρος Ερημίτης ώστε να πάμε μπροστα και να ανακτήσουμε τους Αγιους τόπους απο τα χέρια των απίστων...»
Η επανάσταση, κάθε επανάσταση, είτε εναντίον του κράτους είτε εναντίον του καθρέφτη στο παλκοσένικο και των πραγμάτων που μάθαμε να θεωρούμε δεδομένα, δεν είναι θέμα συντονισμού -κατ αρχήν. Είναι θέμα εσωτερικό, θέμα ατομικό. Θέμα περίπατου. Οι συλλογικότητες μόνες τους, οσο κι αν συντονιστούν, όσο κι αν μιλάει ο ένας με τον άλλον σε ενα φιλικο τραπέζι, σε μια παραλία, σε ενα φόρουμ η μπλογκ, παραπλανώνται. Ο ενας απο τον άλλον. Αθέλητα. Γιατι η κοινοτοπία και η συνήθεια είναι ισχυρότερες απο την πρωτοτυπία.
Η πραγματική καύλα θέλει αλήθεια, θέλει απουσία συγκεκριμένης δομής -κι οχι χαριεντίσματα του τύπου "καλέ μου Γιώργο, εκλεκτέ μου Βαγγέλη". Σκατά στα μούτρα σας, καλοί μου. Αυτό θέλει. Μοναδικές μοναχικότητες που συμπλέκονται. Κι επάνω στη διανοητική παρτούζα προκύπτει η επανάσταση και η εγγύτητα. Τότε ναι, τότε "καλέ μου". Τότε όμως, οχι πρίν.
Αλλά ο κόσμος αγαπάει τη σύμβαση και την ψευδοευγένεια. Και καταλήγουν ετσι οι δυνητικοί επαναστάτες απατεώνες δήθεν Αγιοτοπίτες, είτε αλώνουν την Πόλη κι οχι την Ιερουσαλήμ σαν τους σταυροφόρους το 1204, είτε καταλήγουν σε μαυσωλεία και σε αδριάντες -κι εκατόμβες νεκρών. Ο Χ. θυμήθηκε με ποιον τρόπο η Φρατερνιτέ-Λιμπερτέ-Εγκαλιτέ γέννησε Ροβεσπιέρους και κατόπιν Ναπολέοντες.
«...Εχουμε την αίσθηση οτι είμαστε σχεδόν οι μόνοι εδω γύρω που ασκούμε αυτη την ευγενή τέχνη (σ.σ. του περπατήματος) παρόλο που για να πω την αλήθεια κι εφόσον βέβαια αποδεχτώ τις διαβεβαιώσεις τους, οι περισσότεροι συμπολίτς μου θα ήταν πότε-πότε πρόθυμοι να περπατήσουν όπως εγω, αλλά δεν έχουν την ικανότητα. Γιατί κανένας πλούτος δεν μπορεί να εξαγοράσει τον αναγκαίο ελεύθερο χρόνο την ελευθερία και την ανεξαρτησία που συνιστούν το κεφάλαιο του επαγγέλματος αυτού. Για να γίνεις περιπατητής, απαιτείται να έχεις γεννηθεί στην οικογένεια των Περιπατητών. Ambulator nascitur, non fit. Γεννιέται ο πλάνης, δεν κατασκευάζεται...»
Ετσι κι ο Μάης. Η το Πολυτεχνείο. Η Αλλαγή. Η 3η του Σεπτέμβρη. Η η εσωτερική σου αλλαγή. Γεννιώνται με τις ωδίνες της αλήθειας τους, δεν κατασκευάζονται. Αν κατασκευαστουν, δεν θαναι Μάης, δε θαναι εξέγερση, δε θάναι Αλλαγή, δε θάναι ο Δρόμος σου. Αν η επανάσταση οργανωθεί, δεν θαναι επανάσταση. Το ζήτημα δεν είναι «στις 6 ερχονται τα οπλα, στις 7 αρχίζει η επανάσταση» -με η χωρίς εσένα, εμάς, και να τους βρούμε στο δρόμο. Το ζητημα, σκεφτόταν ο Χ. είναι να συναντήσω Εσέναν στο "βουνο", τυχαία η απο ανάγκη, και να ερωτευτούμε παράφορα. Εχοντας πλήρη επίγνωση οτι κανείς δεν είναι του αλλουνού κι οτι θα πεθάνουμε περπατώντας. Οτι δεν έχει δικό μου και δικό σου, μόνο Δρόμο έχει.
Βήμα-βήμα γίνεται η επανάσταση, απο ερωτευμένους συνενόχους. Κι εντέλει, ειτε κάνουμε επανάσταση, είτε επιδοθούμε σε γαιολαγνεία κι άλλες αμαρτίες, πάντα εκεί είναι το ζήτημα. Στην τύχη και στην αναγκαιότητα. Και στην απελπισία του έρωτα που δεν καθρεφτίζεται. Ο Χ. κοιτούσε την άδεια σκηνή με τον καθρέφτη που δεν καθρέφτιζε και κατανοούσε επιτέλους το πραγματικό νόημα του να είσαι καυλωμένος. "Ακόμα κι αν ο δυνάστης είναι γνωστός, ποιός ξέρει αν συναντηθούμε, η κι αν τότε που θα συναντηθούμε θα έχουμε αυτή την άγια κάβλα ώστε να κάνουμε την επανάστασή μας", σκεφτόταν. Γιατί και η επανάσταση, κυρίως αυτή, θέλει την καύλα της.
Κι έτσι ο Χ. για ενα ακόμα πρωί Τετάρτης κοιμήθηκε επαναστατικά ερεθισμένος αγκαλιά με τη σκέψη του Θορώ, το πρωί εκανε λίγο τον Αμπουλάτορα -και το μεσημέρι επέστρεψε στη δουλειά. Στο ραδιόφωνο μιλούσαν για την 3η του Σεπτέμβρη. θυμήθηκε τότε, που μαθητής ακόμα, πανηγύριζε στους δρόμους του '81, πιστεύοντας, μέσα στη μετεφηβική του αφέλεια, πως μόλις είχε γίνει το πρώτο βήμα μιας δημοκρατικής επανάστασης.
Χώνοντας το κεφάλι στα χαρτιά της ξκαθημερινότητας χαμογέλασε συγκαταβατικά, συνειδητοποιώντας για πολλοστή φορά, πως οι στύσεις των ανθρώπων διαρκούνε συνήθως λιγότερο απο όσο χρειάζεται η επανάσταση για να τελειώσει. Η πιο δύσκολη γκόμενα..

buzz it!

Ερωτευμένος σαν Ελβετός

Κάποτε, παλιά, υπήρχε μια πριγκήπισσα. Η Φυλλίς, κόρη ενός βασιλιά του Θρακικού κόσμου. Ερωτεύτηκε τον Δημοφώντα, που ο θρύλος θέλει να ήταν γιός του Θησέα. Εζησαν μαζί στη Θράκη για κάμποσο καιρό, ώσπου κάποια στιγμή, ο Δημοφών χόρτασε τον έρωτα, μπούχτισε τη συχνή επαφή και νοστάλγησε την πατρίδα του την Αθήνα. Είπε στην Φυλλίδα ότι χρειάζεται λίγο χρόνο, να πάει να προσκυνήσει τη γεννέτηρά του κι εκείνη συμφώνησε, καθώς της υποσχέθηκε ότι θα γύριζε πίσω σύντομα. Σύντομα, είναι ένας χρονικός προσδιορισμός δίχως νόημα, αφού εξαρτάται από το τον τρόπο που ο καθένας μας βιώνει το πέρασμα του χρόνου και τον πόθο του.Ετσι η Φυλλίς έμεινε πίσω και περίμενε. Περίμενε για εβδομάδες, που εγιναν μήνες, κι επειτα χρόνια, ακους, χρόνια περίμενε την επιστροφή του. Μα ο χρόνος είναι αδυσώπητος. Οταν ξεγελάει τις πασχαλιές κι εκείνες ανθίζουνε πρόωρα, έρχεται μετά η βαρυχειμωνιά και τις ξεραίνει. Κι έτσι, όπως τα χρόνια περνούσαν κι ο Δημοφών δεν επέστρεφε, η ερωτευμένη Φυλλίδα μαράζωνε και γερνούσε πρόωρα, όπως γερνάει η αναμονή αυτούς που περιμένουν. Ο έρωτας νομίζει ότι μπορεί να νικήσει το χρόνο, όμως ο χρόνος είναι εντέλει ο ανίκητος κι οχι ο έρωτας, ό,τι κι αν έλεγαν οι πρόγονοί μας. Μια μέρα πέθανε από το μαράζι. Οι θεοί [ο κόσμος εκείνη την εποχή είχε ακόμα θεούςπου ένοιωθαν τους πόνους των ανθρώπων] από οίκτο, την μεταμόρφωσαν σε δέντρο. Καιρό μετά, ο Δημοφών -που έχοντας χορτάσει την Αθήνα είχε περιπλανηθεί σε άλλους τόπους- επέστρεψε στη Θράκη. Ανάμεσα στις περιπλανήσεις του, μια μέρα νοστάλγησε τη δοτική Φυλλίδα, όπως όταν ήταν μαζί της είχε νοσταλγήσει την πατρίδα του και την περιπλάνηση. Οταν μας λείπει κάτι το εκτιμούμε, τέτοια είναι η θλιβερή μας φύση. Μα εκείνη δεν ήταν πια εκεί. Οι άνθρωποι που ρώτησε του υπέδειξαν ένα γυμνό δέντρο χωρίς φύλλα και άνθη. Ηταν η αμυγδαλιά. Τον πληροφόρησαν για τη μεταμόρφωση που έπραξαν οι θεοί.Τότε ο Δημοφών, συντριμμένος για το κακό που προκάλεσε με την ευρεία αίσθηση του χρόνου, συνειδητοποίησε ότι ο χρόνος κυλάει με διαφορετικούς ρυθμούς για τους ερωτευμένους και για τους ταξιδιώτες. Απελπισμένος αγκάλιασε το δέντρο και το πότισε δάκρυα συγγνώμης. Η αμυγδαλιά ξαφνικά πλημμύρισε από λουλούδια. Η Φυλλίδα, τον είχε συγχωρήσει. Αλλά δεν ήταν πια μια γυναίκα, με σάρκα ζεστή κι αγκαλιά έτοιμη να ζεστάνει, ήταν ένα δέντρο που ανθιζε απο αγάπη, μα ένα δέντρο. Μια ξύλινη αγκαλιά που ανθιζε, γιατί δεν μπορούσε αλλιώς να δείξει πως συγχώρεσε ακόμα και το θάνατό της από το μαράζι του χρόνου. Κοιτάξτε στον τοίχο, ή στον καρπό σας. Κάπου θα βρείτε ενα ρολόι. Κι επειτα, σκεφτείτε λιγάκι. Εχετε ακούσει ποτέ να λένε "ερωτευμένος σαν Ελβετός" ; Οταν σας ζητάνε χρόνο να τον δίνετε. [Ξέρω, όταν σας ζητάνε αγκαλιά, μολών λαβέ, υποστηρίζει η Δημουλά. Αλλά εκείνη είναι ποιήτρια και τους ποιητές τους αντιμετωπίζει σαν παιδιά ο χρόνος] Και να εύχεστε αυτός που τον ζητάει, να συνειδητοποιήσει ότι η ροή του χρόνου είναι διαφορετική για εσάς που περιμένετε, απο εκείνον που αμέριμνος περιπλανιέται. Αν η Φυλλίδα δεν έδινε χρόνο στον Δημοφώντα, εκείνος και πάλι θα εφευγε. Κι εκείνη, αγανακτισμένη για την εγκατάλειψη, θα τον ξεχνούσε και δεν θα γινόταν δέντρο. Μα πόσο αληθινή είναι μια αγάπη που λησμονιέται; Που δεν πεθαίνεις γιαυτήν; Οταν σας ζητάνε χρόνο να τον δίνετε, γιατί μόνο τότε μπορείτε να είστε σίγουροι πως αγαπάτε αληθινά, ακόμα κι αν αυτή σας η αγάπη σας μετατρέψει σε ξύλο που ανθίζει. Τουλάχιστον, δε θα σας μετατρέψει σε Ελβετούς. *μεταφορά-τροποποίηση απο multiforums.gr

buzz it!

Η αιώνια λιακάδα ενός επαναστατικού μυαλού *

Κουράζει την άνοιξη ο πόλεμος. Εκλεισε την τηλεόραση να μη βλέπει, να μην ακούει. Σταμάτησε να αγοράζει εφημερίδα. Εβαλε απαλή μουσική στο ραδιόφωνο, έναν μουσικό σταθμό χωρίς ειδήσεις. Αφου δεν έχουν νέα ευχάριστα να πουν, καλύτερα να μη μας πούν κανένα. Αποφάσισε να κάνει αντίσταση στα γεγονότα. Ξεκίνησε τις βόλτες –μεγάλωσε η μέρα κι ο καιρός γλύκανε. Πλάι στη θάλασσα είναι αλλιώς η ζωή. Το αίμα ξορκίστηκε και οι συζητήσεις άλλαξαν περιεχόμενο –«μη μου μιλάς για τον πόλεμο, δεν το αντέχω άλλο». Οι παθιασμένες αναλύσεις για το δίκιο και το άδικο, για την αλλαγή του κόσμου ολόκληρου που προετοιμάζεται, για το περιεχόμενο της δημοκρατίας και της δικτατορίας, για την πάλη των εθνών και των ιδεολογιών, όλα ξαφνικά ησύχασαν. Οι αρχικές φλογισμένες φωνές για αντιδράσεις σιώπησαν ανάμεσα στο μαριδάκι και το ουζάκι του ξεμεσημεριάσματος. Το συλλαλητήριο έγινε αφορμή για κοπάνα και βόλτα στην παραλία, τα παιδιά από το σχολείο εθεάθησαν στο σχολαρχείο και στους Διόσκουρους. Το Σαββατοκύριακο κανόνισε μια κοντινή εκδρομή και στο σινεμά προτιμάει κωμωδίες, τα λευκά, καιρός να βγούνε τα άσπρα μας ρούχα από το μπαούλο, να αεριστούνε. Φύτεψε τριαντάφυλλα στην αυλή, ήπιε κρασάκι από τη Νεμέα κι άκουσε το σφύριγμα του καινούργιου έρωτα. Ναι, διδακτικός ο πόλεμος, σε κάνει να εκτιμάς αυτό που έχεις όταν είσαι εκτός, σκέφτηκε, κι ένοιωσε το μέσα του να γλυκαίνει, που πήρε κι εκείνος το πολεμικό του μάθημα. Και μετά ήρθε ο έρωτας. Καβάλα στο πυρωμένο ηλιοβασίλεμα μιας ευλογημένης στιγμής, ήρθε με τα υγρά του τα φιλιά και τα ηλεκτρισμένα του μάτια, με το δικό του τρόπο να ανταριάζει το αίμα, με τις στύσεις και τις λαγνείες του, ήρθε επιτέλους ο έρωτας που περίμενε και δεν υπάρχει κανένας πόλεμος που να νικάει τον έρωτα, είναι γνωστά από παλιά ετούτα. Ηρθε η Ανάσταση κι ο Μάης, ο τόπος λουλούδιασε κι ευώδιασε, τα χαμόγελα έδωσαν και πήραν, το νερό κελάρυζε στην πηγή, έκλεισε το δωμάτιο στο νησί και εφέτος δεν υπήρχε λόγος αφου ο τουρισμός θα ήταν πεσμένος, ο καιρός ζέστανε πολύ, ήρθε το καλοκαιράκι, βγήκαν τα καρπούζια, πάχυναν οι μύγες, τα κορίτσια γδύθηκαν κι οι ανάσες βάθυναν περισσότερο, τώρα ο αφρός συναγωνιζόταν το πεύκο στη χρησιμότητα κι έφτασε η ώρα, τα μάζεψε κι έφτασε στο νησί αγκαλιά με τον έρωτα και τα βιβλία, μακρυά από όλους, μόνοι στον κόσμο όσο γίνεται, τον δικό τους καινούργιο κόσμο χωρίς πολέμους να δημιουργήσουν, να αγαπηθούν, να κολυμπήσουνε, να χορέψουν νύχτα με πανσέληνο, να γελάσουν. Γέλασε και διάβασε αρκετά. Πολλά μυθιστορήματα κι αρκετή φιλοσοφία. Μα πόσο απλό ήταν να είναι όμορφος ο κόσμος τελικά. Ειδικά που το νησί δεν είχε πολύ κόσμο λόγω της κρίσης στον τουρισμό κι η εξυπηρέτηση ήταν καλύτερη. Πέρασε ευχάριστα ο καιρός και το δέρμα έσφιξε και μαύρισε, οι μπαταρίες γέμισαν, το μυαλό ησύχασε. Επέστρεψε μια Δευτέρα στη δουλειά. Απαγορευόταν να καπνίζει πια στο γραφείο, αλλά το δέχτηκε. Ο δρόμος είχε γεμίσει κάμερες, αλλά έλυναν το κυκλοφοριακό καταγράφοντας τις παραβάσεις. Οι ειδήσεις έλεγαν ψέματα, αλλά αυτό το ήξερε ήδη. Τα παιδιά των φαναριών είχαν πολλαπλασιαστεί, αλλά φυσικό ήταν. Οι διαδηλώσεις στους δρόμους είχαν απαγορευτεί –επιτέλους γιατί έκλειναν το δρόμο. Είχε να πληρώνει κάθε μήνα τα τρία τέταρτα του μισθού σε δάνεια, αλλά τα αγαθά κόποις κτώνται. Η επιχείρηση έκανε απολύσεις στο 40% του προσωπικού για εξορθολογισμό, αλλά οι παράπλευρες απώλειες δεν τον αφορούσαν, ήταν ειδικευμένος στην πληροφορική, η ειδίκευση του μέλλοντος. Οσοι επιχείρησαν να διαμαρτυρηθούν και να συνδικαλίσουν τους υπαλλήλους απολύθηκαν σε μια νύχτα, αλλά τι έμπλεκαν αυτοί με ξένες υποθέσεις; Οι κατάδικοι σημαίνονταν τώρα σαν πρόβατα με κωδικούς, αλλά καλά τους έκαναν. Η κοινωνία είχε ησυχάσει από τον αντίλογο αφού η ελευθερία της γνώμης θεωρητικά υπήρχε, αλλά τη σταματούσε η αυτολογοκρισία, μα έτσι γλίτωνε ο κόσμος από τους άσκοπους θορύβους. Τα σύνορα για τις «χώρες εκτός» -με αυτό τον νεολογισμό αποκαλούσαν τώρα τις χώρες που δεν είχαν θεσμοθετήσει ακόμα την εφικτή Δημοκρατία- είχαν κλείσει, αλλά κανείς δεν είχε όρεξη να κάνει τον τουρίστα στα συντρίμμια. Η αμφίδρομη τηλεόραση έκανε ντεμπούτο εκείνο το χειμώνα και το πρώτο ρεάλιτι με ανθρώπους που συμμετείχαν από τα ίδια τους τα σπίτια χάρη στις μικροκάμερες που κάθε νέο χόμ σίνεμα διέθετε στάνταρ, έκανε θραύση. Τον Χειμώνα ο έρωτάς του έφυγε γι αλλού, αλλά σύντομα κι εκείνος βρήκε μια πρόσκαιρη παρηγοριά, τίποτα δεν διαρκεί για πάντα, καλά ήταν όσο κράτησε, το φιλοσόφησε. Επιπλέον η νέα γκόμενα –έτσι την έλεγε τώρα, είχε αφήσει τα συναισθηματικά γιατί συνειδητοποίησε ότι του έφερναν τελικά στομαχόπονους- ήταν πολύ πιο προχωρημένη στην ερωτική γυμναστική. Τα Χριστούγεννα στόλισε το παραδοσιακό καραβάκι και την Πρωτοχρονιά είδε στην τηλεόραση τις ευχές για παγκόσμια ειρήνη κι ευχήθηκε να πιάσουν. Γύρω στα τέλη του επόμενου Μάρτη, εξαιτίας μιας τυχαίας αναφοράς στην αρχαία Βαβυλώνα, έπιασε τον εαυτό του να αναρωτιέται σε μια παρέα: «Τελικά τι απέγινε άραγε με εκείνον τον πόλεμο;» Αλλά κανείς δεν τον ρώτησε αν μιλούσε κυριολεκτικά για «εκείνο τον πόλεμο» και κανείς δεν ήξερε να του πει. Όλα αυτά τα τριτοκοσμικά απείχαν. «Αυτό το ερώτημα», είπε μόνο κάποιος, «δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει ότι η απάντηση μπορεί να είναι: Ανοιξη». Την επόμενη μέρα, στο καινούργιο του κινητό -με σύνδεση τζιπιες, καμερα, ιντερνετ, μπ3, κλπ- του έστειλε ένας φίλος που είχε καιρό να δει μήνυμα, ότι η αντιπολεμική πορεία διαμαρτυρίας για την προχθεσινή δολοφονία 200.000 ανθρώπων με βόμβα νετρονίου είχε τελικά απαγορευτεί από την αστυνομία. "Και σιγά μην πήγαινα, μαλάκες είναι τελικά όλοι αυτοί οι δήθεν ακτιβιστές του κώλου", σκέφτηκε μπαίνοντας στο τσατ ρουμ. *μεταφορά από multiblogs.gr

buzz it!

Του βλέμματος

Du musst das Leben nicht verstehen,
dann wird es werden wie ein Fest.
R.M. RILKE
*
Καθώς ανέμισαν
τα μαλλάκια της
έτσι μπροστά στα μάτια μου
λες και σαν ξαφνικά να ξύπνησα
και για πρώτη φορά την είδα
- και την επρόσεξα -
την ωραία νεαρή κόρη.
Με συνεκίνησε η αρμονία
των κινήσεών της
η ραδινότης των μελών του κορμιού της
η γοητεία του βλέμματός της
η απαλή στρογγυλάδα
των μαστών της
η όλη χάρη τέλος
που ανεδίδετο από το
κομψό ολόδροσο πλάσμα.
Κι' αμέσως σκέφτηκα
- και "φιλοσόφησα" -
ο νους μου πήγε
στον αγαθό εκείνον
που μπορεί κάποτε
- μα είμαι βέβαιος -
να υποφέρη μαρτυρικά
να δυστυχήση
σα θα φαντάζεται
πως έχει σκέψη
κι' έχει ψυχή
το τρυφερό
το αιθέριο
το πλασματάκι
και να ματώνη η καρδιά του
ν' απελπίζεται
ως θ' αποδίδη
έστω και κόκκο νου
στ' ολότελα άδειο
μικρό κρανίο
*
Ν.Εγγονόπουλος
Τα βάσανα της αγάπης

buzz it!

Μικρή αυτοβιογραφία ενός εμβρύου






Ο μόνος τρόπος να ζήσεις το μέλλον είναι να το επινοήσεις.

Στην περίπτωσή μου αυτός είναι και ο μόνος τρόπος να ζήσω έστω στη μνήμη των άλλων.



Ξεκίνησα την κατασκευή του μέλλοντός μου από το τέλος, από τη σκηνή που πλήθος συγγενών και φίλων πίνουν το καφεδάκι τους έξω από το παρεκκλήσι. Το φέρετρό μου ήταν πολύ απλό, καθόλου εξεζητημένο και κανείς δεν έκλαιγε, μια που όλοι γνώριζαν πως η εκδοχή μου για το τέλος της ζωής ήταν πολύ χαρούμενη. Πάντοτε πίστευα -κι αυτό το είχα γράψει στα περισσότερα από τα μυθιστορήματά μου με πολλούς τρόπους- ότι το κόστος για την αθανασία της ζωής ως συνόλου, είναι η περιορισμένη διάρκεια των επιμέρους στοιχείων της, δηλαδή ολονών μας. Μια τέτοια εκδοχή μπορεί να μην παρηγορούσε κανέναν πραγματικά, εδώ όμως είχαν να κάνουν με τον άνθρωπο που έζησε δηλώνοντας έτοιμος να πεθάνει. Η στεναχώρια δεν είχε θέση στον δικό μου θάνατο.



Κατόπιν επινόησα τη ζωή. Ηταν μια όμορφη ζωή, έζησα ακμαίος και χωρίς ανάγκη για δεκανίκια οποιουδήποτε είδους μέχρι τα γεράματα, μάλιστα έζησα αρκετά, όταν πέθανα ήταν η μέρα των 88ων γενεθλίων μου, μια Κυριακή ξημερώματα του Σεπτέμβρη 2092.



Εκανα 3 εγγόνια και δυό παιδιά. Υπήρξαμε αρκετα τυχερή οικογένεια και το μόνο μεγάλο δράμα που μας σημάδεψε ήταν ο ξαφνικός θάνατος της Θάλειας, της συζύγου του μεγάλου μου γιού. Ωστόσο ο ίδιος το ξεπέρασε μετά από λίγα χρόνια, ενώ η κόρη του ήταν τότε πολύ μικρή κι όταν γνώρισε την Εύη, την επόμενη γυναίκα του, η Κατερινούλα την ένοιωσε αμέσως σαν μαμά της.



Παντρεύτηκα δυό φορές και την τελευταία και τυχερή, η γυναίκα μου ήταν άξια για το δυσεπίλυτο της συμβίωσης. Μεγαλώσαμε όμως όμορφα, ταξιδέψαμε στον χάρτη και στον κόσμο, οι τσακωμοί μας ποτέ δε διάρκεσαν περισσότερο από όσο αντέχει ο άνθρωπος.



Η καρριέρα μου ως συγραφέα δεν ήταν εύκολη, αναγνωρίστηκα όμως κοντά στα 50, όταν ακόμα είχα αρκετό οίστρο μέσα μου ώστε να μπορέσω, ανγνωρισμένος πια, να ολοκληρώσω ακόμα δυό βιβλία που οι κριτικοί κατέταξαν στα μείζονα έργα ιστορικής φαντασίας των τελευταίων ετών. Συνολικά η εργοιογραφία μου περιλαμβάνει 8 μυθιστορήματα, 3 ιστορικές μελέτες, δυό ποιητικές συλλογές και τέσσερις μεταφράσεις από τα γαλλικά.



Γνώρισα την πρώτη μου γυναίκα στο πανεπιστήμιο, από όπου αποφοίτησα μετά απο 5 χρόνια. εκείνη ήταν στο πολιτικό τμήμα κι εγώ στο Νομικό, είχαμε 3 χρόνια διαφορά και ζήσαμε όμορφα για μια δεκαετία, αλλά δεν κάναμε παιδί κι ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους του χωρισμού μας.



Η αδελφή μου ήταν πολύ όμορφη κοπέλα. Στα 12 της, όταν εγώ ήμουν 16 χρονών, έγινε πρωταθλήτρια στο τένις κι αργότερα συμμετείχε σε διεθνή τουρνουά, φτάνοντας ως το ν.8 της παγκόσμιας κατάταξης. Εμένα το τένις δε μου άρεσε, γιαυτό οι γονείς μου με έγραψαν στο ωδείο, αλλά ούτε με την κιθάρα τα πήγα καλά. Από μικρός προτιμούσα να σκαρώνω ιστορίες και το εργαλείο γι αυτές δεν είναι παρά ένα μολύβι και χαρτί, ή ένα πληκτρολόγιο και μια οθόνη. Ο αδελφός μου είναι πιο καλλιτεχνικός τύπος. Νομίζω πως θα γίνει ζωγράφος γιατί σκαρώνει όμορφα σκιτσάκια.



Μου αρέσει πολύ το χνουδωτό αρκουδάκι. Ακούω κελαρύσματα και τον ήχο κουδουνίστρας. Η μαμά μου παίρνει την πιπίλα όλο και πιο συχνά. Πεινάω. Αισθάνομαι μια σκιά πάνω μου., κάποιος με γαργαλάει. Εχει σκοτάδι εδώ μέσα. Είναι υγρα, ζεστά και μου αρέσει. Ετοιμάζομαι να κοιμηθώ κουλουριασμένος.



Ακούω όμως κάποιον παράξενο ήχο, κάτι έξω από τα συνηθισμένα, έξω από τους ήχους του φαγητού, του γέλιου. Εναν ήχο μηχανικό. Νοιώθω δυσφορία. Πρέπει να επινοήσω τη ζωή σύντομα, να φτιάξω ένα μέλλον. Γιατί σε λίγο, το διαισθάνομαι, δεν θα μπορώ πια. Νομίζω πως αυτός ο θόρυβος θα...



"Μη στεναχωριέσαι αγάπη μου", είπε ο άντρας που θα αποκαλούσα μπαμπά μου χαμογελώντας τρυφερά και χαιδεύοντας τα μαλλιά της μαμάς. "Μη στεναχωριέσαι, έχουμε όλο το χρόνο μπροστά μας να ξαναπροσπαθήσουμε. Εξάλλου το ξέρεις, πως αυτά τα δίνει και τα παίρνει ο θεός. Η το τίποτα. Κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσει η ζωή για τον καθένα μας"



Επειτα την άφησε να ξεκουραστεί και πήγε για τσιγάρο στον προθάλαμο του μαιευτηρίου. Εκεί αφέθηκε να δακρύσει. Τον άφησα ήσυχο και του ευχήθηκα να κάνει δυό παιδιά στη θέση μου. Γιατί ένοιωσα πως θα με αγαπούσε. Αλλά δεν ήθελα να είμαι εγώ που θα αγαπιόμουν σ'αυτή τη γη.



Σκέφτομαι ακόμα, πως αν μονάχος μπορώ να δημιουργώ τη βιογραφία μου στο μυαλό του, δεν έχει σημασία που χρησιμοποιώ τα δάχτυλά του για να εκφράζομαι. Εξάλλου δεν έχω δικά μου. Και νομίζω πως αν μπορεί κανείς να περιγράψει μια ζωή που δεν έζησε με τρόπο που να τη θυμούνται εκείνοι στους οποίους διηγείται σαν αληθινή, τότε η ζωή αυτή είναι βιωμένη, είναι εξίσου πραγματική με την αληθινή.



Η οποία, στην περίπτωσή μου, δεν υπήρξε.



Αφιερωμένο σε ένα παιδί που αποφάσισε να μη γεννηθεί, μια Κυριακή 7 Μαρτίου 2004, ημέρα των εκλογών.



Αναφορές:

http://www.tanea.gr//Article.aspx?d=20080306&nid=7740415&sn=&spid=877 )

http://old-boy.blogspot.com/2008/03/blog-post_04.html



[μεταφορά-τροποποίηση απο multiforums.gr]

buzz it!

Μεταναστευτικά

"Ξέρετε, δεν πρέπει να προκαταλαμβάνουμε τη ζωή γιατί τελικά τα πράγματα που σκεφτομαστε παίρνουν σάρκα και οστά, γίνονται μια πραγματικότητα" Αντόνιο Ταμπούκι Από αυτή την οπτική, καθένας είναι δημιουργός του εαυτού του. Ετσι κι εγώ την προκατέλαβα εν μέρει τη ζωή μου έχοντας στη φαντασία μου αυτά που μου συμβαίνουν, περίπου όπως συμβαίνουν, προτού συμβούν. Σκεφτόμουν το Βερολίνο πριν εγκατασταθώ εδώ. Την ξενιτιά πριν τη βιώσω. Τα χαμόγελα των παιδιών προτού τα κερδίσω. Δεν τα φαντάστηκα βέβαια όλα, όπως κανείς χάρτης δεν μπορεί να συμπεριλάβει το σύνολο του χώρου που συνοψίζει. Δεν είχα υπολογίζει ας πούμε πως στη φαντασία δεν υπάρχει η καθυστέρηση των κονδυλίων της πεζής καθημερινότητας. Ή ότι δεν υπάρχει η όσφρηση και πως τα κινέζικα στικς στη ζωή χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους. Μια γυναίκα ας πούμε, μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για να δέσει τα μαλλιά της κότσο. Δεν είχα υπολογίσει ότι θα μπορούσα να φανταστώ μια άλλη καριέρα, τη γέννηση ενός ή δύο παιδιών, μια κόκκινη βάρκα κι ένα λιβάδι με μαργαρίτες, κι αυτά να γίνουν έτσι εξίσου πραγματικά με αυτά που ζω τώρα. Είχα εντοπίσει τη σκέψη μου κυρίως στη δημιουργία μιας καρριέρας εδώ, πιθανότατα επειδή μιλώ τα Γερμανικά εξίσου καλά με τα Ελληνικά αφού η μητέρα μου είναι γερμανίδα. Ισως τώρα που την βιώνω λοιπόν τη ζωή που ονειρεύτηκα, να μπορέσω να φανταστώ επιτέλους κι εσένα. Να ζήσουμε μαζί αγκαλιασμένοι ως τα βαθειά γεράματα χωρίς αρρώστιες, εγγόνια να παίζουν πετροπόλεμο, μια αγάπη απαλλαγμένη από το βάρος του χρόνου και τύχη, τύχη πολλή, τέτοια που να αθωώνει αυτούς που προκαταλαμβάνουν τη ζωή και τους κάνει να μην πληρώσουν το έγκλημα της δημιουργίας. Γιατί η δημιουργία είναι κι ένας μικρός φόνος ταυτόχρονα: Εμφανίζεται κάτι και πεθαίνει αυτό που θα υπήρχε χωρίς την εμφάνισή του. Ο κόσμος πριν, δεν είναι πια ίδιος με τον κόσμο μετά. Ποτέ ξανά δεν θα είναι ίδιος. Η τύχη λοιπόν, είναι αυτό που βοηθάει τον κόσμο πριν, να συμπορευτεί με τον κόσμο μετά χωρίς να συγκρουστούνε. Νομίζω πως μόνο οι άνθρωποι που δεν σκάβουν χαρακώματα μπορούν να ελπίζουν σε αυτήν. Γιαυτό και δεν φαντάστηκα καμιά γραμμή άμυνας όπως δημιουργούσα το μέλλον στο μυαλό μου πριν το ζήσω. Θα ήθελα όμως να ήξερα τι φανταζεσαι εσύ. Μερικές φορές αισθάνομαι πως είμαι κατασκεύασμα κάποιου που με ονειρεύεται, αλλά εσύ τι αισθάνεσαι; Εσύ, ναι εσύ που διαβάζεις και σκέφτεσαι πως αυτός που γράφει σου απευθύνεται, αναφέρεται σε εσέναν και σε κανέναν άλλον στη γή. Τι είσαι στην πραγματικότητα; Και ποιά είναι η πραγματικότητα; Αυτή που ζούμε όταν χωνόμαστε στις λέξεις των βιβλίων που αγαπάμε και οι σκέψεις ταξιδεύουν σε χιλιάδες εναλλακτικούς κόσμους; Εκείνη που ξεχνάμε ξυπνώντας από τα πιο αλλόκοτα όνειρα; Η σύσκεψη των 5.45; Το ταξίδι με το αυτοκίνητο στην Πράγα; Ο λαιμός που φωλιάζουμε; Μια σοφίτα στο Πότσνταμ; Μια αντίστοιχη σοφίτα στον Αγ.Στέφανο; Το θρόισμα των πεύκων και η λοξή βροχή; Ποιά αγκαλιά είναι δικιά μας, κι εμείς σε ποιά αγκαλιά είμαστε αληθινοί; Ρητορικές οι ερωτήσεις. Και οι σκέψεις ετούτες ανεπίδοτες. Χωρίς παραλήπτη. Γιατί αν νομίζεις πως παραλήπτης είσαι εσύ, θα σε ρωτήσω απλά: Ποιός είναι τότε αυτός που αποστέλει; Ποιός είμαι; Αυτό δεν κατόρθωσα να το φανταστώ ακόμα, συνεπώς το αφήνω σε εσένα. Αν δεν υπάρχει παραλήπτης, ίσως κι αυτές οι ανεπίδοτες επιστολές να κατορθώσουν να εκφραστούν πραγματικά ελεύθερα. Κι ίσως με αυτό τον τρόπο η ελευθερία της σκέψης να μην προκαταλάβει τη ζωή, μια που κι εμείς δεν είμαστε παρά καρικατούρες του εαυτού μας, μικρά και επιτηδευμένα αστεία ανθρωπάκια, που παίζουν με τις λέξεις. == Σημείωση: Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί πριν απο περίπου 3 χρόνια. Μου το θύμισε και το ανέσυρα απο τον πάτο του χρονοντούλαπου ετούτο εδώ το πολύ καλό κείμενο του Ολντ Μπόι http://old-boy.blogspot.com/2007/12/blog-post_9190.html λόγω της προφανούς συγγενικότητας, παρά τη διαφορετική οπτική.

buzz it!

Homunculus


Είναι αυτό το μικρό ανθρωπάκι μέσα στο μεγάλο μας μυαλό που τα κάνει όλα.Ο homunculus.


Το φάντασμα στη μηχανή του Καίσλερ. Οταν λέμε ότι όλα είναι μέσα στο μυαλό, εννοούμε στην πραγματικότητα ότι όλα είναι ένα τοπίο που αυτός ο νάνος διαβαίνει καβάλα στις πλάτες μας, και που αυτός αποφασίζει τις πιο κρίσιμες στιγμές την κατεύθυνσή μας.

Ο ανθρωπίσκος αυτός είναι η πυξίδα μας και η πορεία που διανύουμε, είναι η αναπάντεχη απόφαση την πιο απαιτητική στιγμή, η φωνή του ανορθολογισμού ή της λογικής, πάντοτε όμως τις στιγμές που η κρίση απαιτεί μια μεγαλόψυχη στάθμιση των γεγονότων. Και με τον όρο μεγαλόψυχη, ενννούμε τη στάση εκείνη που θα επιτρέψει στα γεγονότα να μην αντισταθούν αργότερα στη μνήμη, να μην γίνουν στο μέλλον μνήμες θανάτου και φθοράς, αλλά να φωτιστούν σε μνήμες επίγνωσης και βελτίωσης.

Ζώντας σαν κατασκευαστές της μνήμης, είναι το αδύνατο σημείο μας που συνήθως αγνοούμε ηθελημένα, στη λογοτεχνία, την πολιτική, την καθημερινότητα, ότι τις αποφάσεις μας δεν τις λαμβάνουμε στην πραγματικότητα εμείς οι ίδιοι, αλλά αυτός.

Δεν τις λαμβάνουμε εμείς, γιατί εμείς βρισκόμαστε σε ενα συνεχές εν τω γεννάσθαι και αδυνατούμε να σχηματίσουμε γνώμες και να τραβήξουμε πορείες ζωής, προτού καταλάβουμε ποιοί είμαστε τελικά εμείς που αποφασίζουμε. Ετσι συχνά αναθέτουμε το δύσκολο έργο της απόφασης στον ανθρωπίσκο. Το συνηθίζουμε κι είναι τόσο ασυνείδητο, που σύντομα, αν δεν το ελέγξουμε, όλες οι μεγάλες αποφάσεις του ανατίθενται. Μας ξεκουράζει αυτό.

Τότε κι αυτός αποφασίζει για μας σύμφωνα με τις οδηγίες που του έχουμε δώσει και την δική του αίσθηση για το τι θα μας ικανοποιήσει, η οποία όμως δεν είναι απαραίτητα και δική μας. Γιατί ο ανθρωπίσκος δεν εδρεύει στην καρδιά, αλλά στο μυαλό. Γι αυτό και αν αναζητήσετε συμβολικές εικονογραφήσεις του, θα τον δείτε να εικονίζεται σαν κρετινος με μεγάλα χέρια. Γιατί δεν είναι κανόνας της λογικής να λαμβάνεις πάντα τις αποφάσεις σου με τους κανόνες της λογικής. Ούτε να αποφεύγεις την αυτοκριτική υποστηρίζοντας ότι ευθύνεται άλλος γι αυτές. Δε ζεις τη ζωή θησαυρίζοντας αλλά θησαυρίζεις ζώντας.

Ο ανθρωπίσκος λέγεται έτσι γιατί δεν είναι άνθρωπος. Δεν είναι βέβαια ούτε απάνθρωπος, παρότι συχνά εκεί μας οδηγεί αφού ασυλλόγιστα του επιτρέπουμε να χαλιναγωγεί αντί να επεμβαίνει μόνο στα κρίσιμα. Την επόμενη φορά που θα πάρεις μια απόφαση ζωής θυμίσου ότι τον έχουμε εκεί για τις στιγμές που η διχάλα εμφανίζεται μπροστά μας ξαφνικά και κινδυνεύουμε να τρακάρουμε στο στηθαίο αν δε στρίψουμε κάπου αμέσως. Αλλα στις αποφάσεις που η ζωή δεν εξαρτάται από την ταχύτητα, καλό είναι ν’ αφήνει κανείς την πυξίδα και να κοιτά τον ορίζοντα με τα ίδια του τα μάτια.

buzz it!

Σκόνη

Σήμερα θα σου πώ για τη σκόνη. Σου είπα χτές -σου το ψιθύρισα κι έτσι δεν το άκουσε άλλος κανείς- οτι εν αρχή δεν ήταν ο Λόγος, ήταν η σκόνη. Αυτή η σκόνη που μετά το αρχικό "γεννηθήτω" τη στροβιλίζει ο άνεμος, τη διασκορπίζει σε όλα τα σημεία της γής κι όμως παραμένει ενιαία, ίδιος ο πέπλος που σκεπάζει τη μορφή σου. Είσαι μια μορφή πίσω απο τη σκόνη. Σου είπα ακόμα λίγο προτού ξημερώσει για τη σκόνη της τέφρας των εραστών, αν θυμάσαι, κι αναρωτήθηκα φωναχτά τι συμβαίνει όταν η τέφρα δυο εραστών που πέθαναν μαζί διασκορπίζεται στον αέρα κι ενώνεται. Τι συμβαίνει τότε αλήθεια; Αν η σκόνη εμπεριέχει κάτι απο το νόημα του κόσμου, κι αν νόημα του κόσμου είναι η αγάπη, τότε στο θάνατο οι εραστές ενώνονται πραγματικά με όλα και τα πάντα κι αποτελούνε πια ενιαίο σύνολο, ενα συμπαντικό όργιο σκόνης, όπου μαζί τους ενώνονται όλα τα προηγούμενα σώματα που τώρα πια δεν είναι παρά σκόνη, πρόσεξε, όλα τα σώματα όλων των εραστών, όχι μονάχα τα δυο δικά τους. Αλλα ετούτα σου τα είπα όλα χτές. Σήμερα θα σου συμπληρώσω, απλά, πως εγω είμαι η σκόνη που σε κρύβει. Και θα σου πω πως δεν έχω τρόπο να συγκροτηθώ ξανά σε σώμα γιατί φύσηξε ο αέρας και διασκορπίστηκα στην πόλη, όπως τα γραμματα που συντάσουνε τις λέξεις σκορπίζουνε απο την απρόσεχτη γραφή και ξαναγίνονται ακατανόητα qwerty όταν ο αναγνώστης κλείνει το βιβλίο η δεν κατανοεί το προσωπικό συντακτικό του συγγραφέα. Οταν εκλείπουν οι κώδικες κι όταν αμφισβητείται η μέχρι πρίν λίγο απόλυτη αλήθεια. Εγινα σκόνη, όπως οι νότες μιας ξεκούρδιστης χορδής γίνονται θόρυβος κι όπως κρυώνει μια ζεστή αγκαλιά που δεν έμαθε πως δεν μπορεί να κλείσει μέσα της όλη την αγάπη κι όλο τον κόσμο, μπορεί εντούτοις να αγαπά και να είναι τμήμα αυτού του κόσμου. Σκόνη, γιατί συγκλονίστηκες απο τη γέννησή σου, έκλαψες στον ώμο μου, κάθησες σαν μωρό να σε καθαρίσω απο τα αίματα, ένοιωσες το σόκ του νέου κόσμου κι έπειτα πήγες και λούφαξες στην θερμοκοιτίδα με μάτια τρομαγμένα κι είπες "ασε με εδώ ώσπου να κατανοήσω τον κόσμο σου", αδιαφορώντας για τον πόθο μου να αγγίξω τη νέα ζωή σου, να γλύψω το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου, να σε χαιδέψω στους ζαρωμένους γλουτούς. Εγινα σκόνη την ώρα που χτυπούσα την πόρτα, δοκιμάζοντας αν είμαι απο εκείνους που οταν η πόρτα δεν ανοίγει φεύγουν, η απο εκείνους που περιμένουν πότε θα ανοίξει, χρησιμοποιώντας το πιο κοινό στον κόσμο τέχνασμα: οταν δεν ανοίγει ενω χτυπάς, θα ανοίξει αν δε χτυπήσεις. Δεν έχει δάχτυλα μωρό μου η σκόνη. Και δεν μετέρχεται τεχνάσματα. Κι έτσι σα σκόνη πια, με τη μοναδική ιδιότητα να συγκροτεί εναν πέπλο αόρατης τάξης απο το χαοτικό της σώμα, έτσι μπορώ μονάχα να σε τυλίξω, ανεμοθύελλα σε μια έρημο εσωτερική. Κλείσε τα μάτια να μη δακρύσουν απο το στροβιλιζόμενο έργο σου. Μονο αν βρέξει. Μονο αν μπορέσω να καθήσω στο έδαφος και να γίνω λάσπη, θάχεις ξανά ενα μέρος απο μένα. Μπορείς λοιπόν να είσαι περήφανη οτι κατήγαγες νίκη περηφανή: πριν γεννηθείς, υπήρχε ενας άνθρωπος να σε ποθεί. Τώρα σε θέλουνε δισεκατομμύρια κομματάκια. Κι όπως η σκόνη ανακατεύεται με όλα, σε θέλουν όλα και τα πάντα. Μα ο ένας εκείνος δεν υπάρχει. Δεν θα υπάρξει ξανά, παρά μονάχα με τις ωδίνες του δικού σου τοκετού. Αν ποτέ εγκυμονήσεις κι εσύ, όταν σου σπάσουν τα νερά κοίταξε έξω απο το παράθυρο, δες την τη σκόνη. Και κάνε να βρέξει.

buzz it!

Μικρή ιστορία για ανυπόμονους

Ανυπόμονος όπως πάντα, ο γαλάζιος πρίγκηπας έσπευσε λαχανιάζοντας να τη βρει. Να βρεθεί κοντά σ αυτό που είχε τόσο φανταστεί που πια δεν ήταν φαντασία αλλά υπήρχε. Να το μυρίσει. Ανυπομονησία, η αχίλλειος γαλάζια του φτέρνα. Κι έτσι δεν άκουγε, δεν περίμενε εξηγήσεις, δεν επέτρεπε αναβολές, μόνο έτρεχε κι έτρεχε να τη βρει, κι όταν έφτασε δεν ήταν πια ο γαλάζιος πρίγκηπας γιατί είχε γίνει μπλε απ το λαχάνιασμα. Εκείνη δεν τον κοίταξε καν. -Δεν είσαι ο γαλάζιος πρίγκηπας, εσύ είσαι μπλε και λαχανιασμένος, ψιθύρισε μέσα της. Κι αυτός δεν μπορούσε να βρει τη φωνή του και το χρώμα του. Ετσι απόμεινε μπλε και σιωπηλός να σκέφτεται πως δεν πρέπει να τρέχει κανείς όταν ο δρόμος ζητάει να τον περπατάς.

buzz it!

Αύριο λένε θα μυρίζεις σιωπή

Την πρώτη μέρα έκαναν έρωτα παράφορα μόλις κοιτάχτηκαν.



Τη δεύτερη επινόησαν νέες ερεθιστικές στάσεις, την τρίτη τελειοποίησαν τους τρόπους να χύνονται και την τέταρτη μπορούσε ο ένας να γλύφει τον άλλον όπως του άρεσε. Την πέμπτη μέρα ανέλυσαν τη ροή του σπέρματος και το νόμο της βαρύτητας, την έκτη έμαθαν να επαναλαμβάνουν την πράξη αμέσως, την έβδομη ξεκουράστηκαν, την όγδοη δεν συναντήθηκαν αλλά χύθηκαν στο τηλέφωνο, την ένατη τους ξανάπιασε η λύσσα και πιτσιλούσαν τον κόσμο κάτω απ τις βεράντες, στην επέτειο των 10 ημερών πασάλειβαν μανιωδώς ο ένας τον άλλον με υγρή ευτυχία, την ενδέκατη έκλαψαν λιγάκι τον χρόνο και τη δωδέκατη πόνεσε ο πισινός της και κοκκίνισε η στύση του. Την 13η μέρα παρέστησαν τους προληπτικούς, την 14η εξιστόρησαν τις ζωές τους τον τελευταίο χρόνο [την τελευταία 20ετία την είχαν εξαντλήσει σε δέκα λέξεις], την 15η μίλησαν για την ποίηση, στη 16η συνάντησε ο ένας στον στον άλλον τον καλλιτέχνη εαυτό και βαφτίστηκαν ψεύτες στη θάλασσα, την 17η γράφτηκαν κι επιδόθηκαν, την 18η δημοσιοποιήθηκαν με κώδικες που δεν κατάλαβε άλλος κανείς, την 19η εκείνη του έπαιξε κιθάρα κι εκείνος συνέθεσε μια άρια αλλά δεν ήξερε να την τραγουδήσει, την 20ή μέρα προετοιμάστηκαν και δεν επικοινώνησαν καθόλου…

Την 21η μέρα μπόρεσαν, επιτέλους, να μείνουν σιωπηλοί για να γνωριστούν οι μύτες τους.



Μετά την 21η μέρα η μετεωρολογία δεν μπορεί να κάνει προγνώσεις.

buzz it!

Βαθύ σαν το δέρμα



Ξεκινήσαμε από το τέλος.


Μείναμε σιωπηλοί έχοντας πει τα πάντα πριν μιλήσουμε.

Δεν υπαρχει τίποτα να πούμε, δε χρειάζεται.

Δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε, έχουν όλα συμβεί.

Τίποτα να χωρίσουμε, τίποτα να χτίσουμε μαζί, καμιά κοινή στιγμή δεν χρειάζεται.

Ολα ήταν τετελεσμένα από πριν. Ολα είχαν ήδη χαθεί πριν βρεθούμε.

Υπήρχες ήδη όταν σε σχημάτιζα και υπήρχα όταν με περιέγραφες.
Η νύχτα ήταν ανέφικτη πριν βραδιάσει και το πρωί ανήκε αλλού προτού ξημερώσει.
Τίποτα δεν υπήρξε δικό μας. Πάντα αλλού, πάντα ο "Αλλος".

Κι όμως. Ενα υπάρχει ακόμα και θα υπάρχει αει, βαθύ σαν το δέρμα:


Το άρωμα του ιδρώτα.

buzz it!

Αγαπάτε την τηλεόραση


"Στην ύπαρξή μας, κάποτε, στίγματα χρόνου εξέχουν
Υπέρτατα, και με την υπεροχή τους κατέχουν
Το προτέρημα να μας αναγεννούν
Που διεισδύει και να υψωθούμε μας βοηθά,
ψηλότερα αν μας βρει ψηλά, και πεσμένους μας σηκώνει
".

Ουέντσγουερθ

Είναι κάτι στίγματα χρόνου που καταλαμβάνουν ολόκληρο τον ελεύθερο χώρο, και τότε δεν υπάρχει παρόν για σένα αλλά μονάχα αυτό το παγωμένο σημάδι, ένας αόριστος διαρκείας, ένα σταμάτημα του χρόνου εκεί. Ακόμα και τότε όμως γράφεις την ιστορία σου. Ακόμα και τη στιγμή που δεν εξαρτάται πια από σένα να ζήσεις ή να πεθάνεις, μπορείς να ζεις ή να πεθαίνεις με αξιοπρέπεια. Τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως το βλέμμα σου μπορεί να καθρεφτίσει το θάνατο η τη λύτρωση, κάνεις μια επιλογή ζωής. Ίσως μέσα σου το στίγμα του χρόνου του άλλου δεν κατέλαβε την ίδια έκταση μ αυτήν που έπιασε το δικό σου εντός του. Ολόκληρος ο ανθρώπινος πολιτισμός φτιάχτηκε για να μπορέσεις να το αποδεχτείς. Το ξέρεις αυτό. Αν όμως επιμένεις ακόμα και τότε στις ιστορίες, είναι γιατί πιστεύεις ότι ζούμε έτσι ακριβώς όπως αυτές, κάποιοι μάλιστα λένε πως είμαστε μια από αυτές και τίποτα άλλο. Όταν δε θα υπάρχουμε πια, η ιστορία θα συνεχίζει να ζει και θα είναι τόσο ομορφότερη, όσο περισσότεροι τη θυμούνται χαρίζοντάς μας τη μόνη εφικτή αθανασία. Αν κάποιος τη διηγηθεί ποτέ. Ζούμε το τώρα, αλλά γνωρίζουμε πως στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε τις αναμνήσεις μας. Κατευθύνουμε τη ζωή στον ίδιο βαθμό που μας παρασέρνει. Κι αν είναι ανέφικτο να προκαλέσεις μια τύχη, είναι απολύτως εφικτό να κατευθύνεις αυτή που έλαβες. Είναι απολύτως εφικτό να μη γίνεις Τριστάνος για καμιά Ιζόλδη. Να μη ζήσεις την τραγική εκδοχή της ιστορίας, να την εγκαταλείψεις πριν την κορύφωση. Το οφείλεις εξάλλου στους γύρω σου. Θέλουν ζωή, όχι χάρτινους ήρωες. Ναι, η λογική είναι εφικτή και στο παράφορο, εσύ τη φτιάχνεις την ιστορία. Είσαι απολύτως ελεύθερος να φτιάξεις μια ιστορία σαν όλες τις άλλες. Ελεύθερος να κόψεις το παρά και ν' αφήσεις το φόρο. Και μόλις το κάνεις, συνειδητοποιείς πως δεν έχει πια νόημα η ιστορία σου. Το στίγμα του χρόνου μπορεί να υποβιβαστεί σε στιγμές. Τότε ανοίγεις την τηλεόραση. Επιτέλους ζεις σαν άνθρωπος -παίζει και Λάκη.

buzz it!

Αν ο Χρόνος είχε αρχίδια


“Αυτό που αρχίζει, δεν Είναι ακόμα. Τείνει να υπάρξει»

Χέγκελ

Γράφω χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή. Συνεπώς, τώρα που γράφω, ο υπολογιστής Είναι. Αν όμως στην παράμετρο του είναι συμπεριλάβω το χρόνο, τότε ο υπολογιστής είναι και δεν είναι. Τώρα είναι, αύριο δεν θα είναι, θα έχει πια μεταβληθεί σε παλιοσίδερα.

Θυμάμαι τις διαμάχες των φυσικών και των φιλοσόφων για τη συνέχεια και/η την ασυνέχεια του χρόνου. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί –πως θα μπορούσε εξάλλου; Αυτό που σήμερα είναι κι αύριο δεν θα είναι, στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ της γένεσης και του θανάτου, είναι συνεχές; Η μήπως ο χρόνος μπορεί να «παγώσει» κι ο χώρος να μην έχει διαστάσεις, κάτω από ειδικές συνθήκες; Μπορεί να ανατραπεί η «τάξη» των πραγμάτων, κι ό,τι δείχνει να τελειώνει, να μην έχει τελειώσει ακόμα αλλά να τείνει να ξεκινήσει πάλι;

Όχι, θα τα πω πιο απλά, να τα καταλάβω κι εγώ. Μήπως τα καταλάβω κι εγώ. Έτσι, θα τα μετατρέψω σε καθομιλουμένη και θα τα μεταφέρω στο συναισθηματικό πεδίο.
Ένας έρωτας που αρχίζει πχ, δεν είναι έρωτας ακόμα. Τείνει να γίνει. Κι ένας έρωτας που τελειώνει, δεν έχει πεθάνει ακόμα. Τείνει να πεθάνει.

Τι θα συμβεί όμως; Θα γίνει σίγουρα έρωτας ο πρώτος και στάχτη ο δεύτερος; Αν ο χρόνος χαρακτηρίζεται από τη συνέχεια, τότε η γραμμή είναι αναπόφευκτη: αιτία, αποτέλεσμα. Αρχή, μέση, τέλος.

Όχι όχι. Πιστεύω στην Α-συνέχεια. Έστω, τείνω να την πιστέψω.
Πιστεύω ότι για μερικούς ανθρώπους, ένας έρωτας που αρχίζει είναι ήδη έρωτας εν δυνάμει, κι ένας έρωτας που τελειώνει, είναι εν δυνάμει μετασχηματισμός σε κάτι πιο βαθύ και πιο ουσιαστικό, αδιάβλητο από τις σφεντόνες του χρόνου, είναι αγάπη.

Θέλω στο θάνατο του έρωτα, άρα στο θάνατο της ζωής, να βλέπω εκείνο το κβαντικό χοροπήδημα, το σταμάτημα του χρόνου και την επανεκκίνησή του σε νέο επίπεδο.
Θέλω να νικάω το θάνατο το γαμιόλη με την πίστη μου. Ακόμα κι αν η νίκη γνωρίζω ήδη πως δεν έχει νόημα, όπως οτιδήποτε ατομικό στον κόσμο αυτόν.

Θέλω ό,τι τείνει να γίνει έρωτας να γίνει, κι ότι τείνει να πεθάνει να ανασταίνεται ξανά και ξανά και ξανά και ξανά και ξανά. Θέλω ζωή. Αληθινή ζωή. Θέλω οι 7ετίες της χημικής διεργασίας του ερωτικού συναισθήματος να πάψουν να μας κυκλώνουν, οι άνθρωποι που έφυγαν να επανέλθουν, το μάταιο που νοιώθω να γίνει χαμόγελο, θέλω μια νίκη ολοκληρωτική όσο γίνεται, μέχρι τη στιγμή που δε θα γίνεται.

Ξέρω. Αν ο χρόνος είχε αρχίδια, εκεί θα τα έγραφε τα θέλω μου. Δεν ξέρω αν έχει, ξέρω όμως ότι, τουλάχιστον ώσπου να τα φάνε τα σκουλήκια, εγώ έχω αρχίδια, έστω και λίγο γερασμένα πια. Κι εκεί ακριβώς επάνω, με μαρκαδόρο αδιάβροχο, έχω γράψει τη λέξη σύμβολο: χρόνος.

Όχι καριόλη, δε θα ακολουθήσεις τη γραμμική σου πορεία στη ζωή μου, τις ζωές μας, όσων τουλάχιστον αγαπώ. Δε θα πεθάνεις τον έρωτα μας. Δεν θα τα καταφέρεις ποτέ, ακούς; Ποτέ. Θα τον υπερασπιστώ μέχρι να γίνει αγάπη που δεν εκπίπτει πια ο,τι κι αν συμβεί, κι όχι κενό. Κι αν μείνω μόνος σε τούτο τον αγώνα, κι αν όσοι αγαπω δεν καταλάβουν, και πάλι δε θα με έχεις νικήσει. Ποτέ δε θα μισήσω ό,τι αγάπησα. Ακούς; Ποτέ. Μονάχα όταν θα τελειώσεις για μένα μπορείς να καυχηθείς για τη νίκη σου. Γιατί το ξέρω, δεν είμαι ηλίθιος, θα νικήσεις κάποτε. Ηδη, μακροπρόθεσμα, είμαι νεκρός σαν τον υπολογιστή. Το ξέρω.

Αλλά ως τότε σε γράφω στ αρχίδια μου. Εγώ εσένα κι όχι το αντίθετο. Γιατί δεν είσαι συνεχής παλιόπουστα, κι εγώ τη βρήκα τη ρωγμή της α-συνέχειάς σου. Αρχνούμαι να δεχτώ το τετελεσμένο σου. Εκεί μέσα στη ρωγμή σου θα χτίσω τη γέφυρά μου με το αδιανόητο. Ακόμα κι ολομόναχος στον κόσμο δε θα ‘μαι μόνος αν αγαπώ. Γιατί αυτό το συναίσθημα, μπορεί να σε παγώνει και να με ζεσταίνει.

buzz it!

Τα λούτρινα αρκουδάκια της μνήμης




Κοιτάξτε εκείνη τη γυναίκα. Το βλέμμα της ανεβαίνει στο μπαλκόνι που έζησε τόσα χρόνια. Περνά απο κάτω τυχαία. Αναπολεί. Πενθεί. Δεν ήθελε τον χωρισμό. Στην τσέπη της, χαιδεύει μυστικά ένα μπρελόκ. Ενα μικρό λούτρινο αρκουδάκι. Της το είχε χαρίσει εκείνος.


Δείτε τώρα κι αυτόν τον άντρα. Κάθεται πάνω στον τάφο και μιλάει στο κενό καπνίζοντας. Βγάζει απο την τσέπη του μια φούντα χασισιού και την τρίβει με τα δάχτυλα. Μετα τη σκορπάει στον αέρα.


Τα στάδια του πένθους, λένε, είναι πέντε: άρνηση=>θυμός=>ενοχές=>κατάθλιψη=>αποδοχή


Ναι, αυτά είναι τα στάδια ενός πένθους για πολλούς από όσους χάσαμε από τη ζωή μας. Για μερικούς ανθρώπους όμως, για λίγους, είτε ζώντες είτε ζώντεςνεκρούς της μνήμης μας, το πένθος είναι μια διαδικασία κυκλική: αποδοχή=>άρνηση. Και πάλι από την αρχή.


Το κυκλικό πένθος είναι αδιάγραπτη μνήμη. Ενεστωτική. Διαφέρει από το γραμμικό κατά το ότι δεν τελειώνει με την οριστική αποδοχή της απώλειας. Μολις γίνει αποδεκτή, η απώλεια μεταλλάσεται σε σκήνωμα μνήμης, σε ιερό κομμάτι, που κάθε βράδυ θα του λες καληνύχτα και κάθε πρωί θα καλημερίζεις. Το πένθος για ορισμένους, ελαχίστους στη ζωή μας ανθρώπους, εγκαθίσταται μέσα σου δια παντός και μεταβάλει τις εκφράσεις του προσώπου, τις διαθέσεις, την οπτική για τη ζωή κι όσα θα συμβούν απο εδώ κι εξής. Μιλάς με τα παιδιά σου κι είναι εκεί, απλά εχεις μάθει πια να το κρύβεις. Μα δε θα φύγει. Ποτέ. Κατα καιρούς θα επιτίθεται κι αλλους θα ξαποσταίνει. Πάντα εκεί.


Ο πρόωρος χαμός του αδελφικού φίλου, η άδικη ματαίωση ενός έρωτα ζωής (γιατί η κατάταξη του έρωτα είναι ένα από τα αρχικά προτάγματα της ψυχής) η απώλεια γονιών και συγγενών, είναι σχέσεις που προκαλούν το κύκλωμα του πένθους. Κι οταν στην απώλεια αυτή, ο πενθών έχει με οποιονδήποτε τρόπο συντελέσει (ενα τροχαίο ατύχημα με τραγικό αποτέλεσμα που οδηγούσε, η ευθύνη στη διάλυση μιας σχέσης ζωής, κλπ) τότε το πένθος μεταβάλεται σε μόνιμο συνοδό της υπόλοιπης ζωής του. Ναι, θα περάσει ο καιρός και η ψυχή θα ηρεμήσει, αλλά ποτέ ξανά δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος βιώνοντας τον κύκλο του πένθους.


Μπορείς κανείς να διακρίνει τέτοιους ανθρώπους να κάθονται σιωπηλοί και μόνοι πάνω στον τάφο ενός φίλου και να καπνίζουν μαζί του ένα τσιγάρο, ή να μυρίζουν οδηγώντας ένα σκουφί της απωλεσθείσας αγαπημένης. Δημιουργούν φετιχ-σημαδούρες. Με την οσμή τους επιστρέφουν και υποτάσσονται στους ιριδισμούς της μνήμης και του κυκλικού τους πένθους.


Με τα λούτρινα αρκουδάκια τους
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα, μόνος, στον Παράδεισο

Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Και θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα
Με το δριμύ του μαύρου του θανάτου.

buzz it!

Το Σύνταγμα της Ηδονής

"Αυτός που ξεριζώνει την καρδιά του από το στήθος τη νύχτα και τη στροβιλίζει ψηλά, δεν αστοχεί, λιθοβολεί τον λίθο, γι αυτόν σημαίνει το αίμα στο ρολόι, αυτόν χτυπάει ο χρόνος κι απομακρύνει την ώρα του μέσα απ' το χέρι. Μπορεί να παίζει με ομορφότερες σφαίρες και να μιλά για σένα και για μένα" Πάουλ Τσέλαν Καθένας είναι κι ένα βιβλίο.Οσο πιο ταλαιπωρημένο το βιβλίο, τόσο πιο πολύ έχει ζήσει. Οσες περισσότερες οι υπογραμμίσεις και τσακισμένα τα φύλλα του, τόσο πιο ενδιαφέρουσα η ζωή του. Σε λίγα λεπτά θα αποσύρετε το βλεμμα απο το κείμενο αυτό και τότε θα μπείτε ξανά στην πραγματικότητα. Κάντε ενα πείραμα. Σκεφτείτε πως είστε ο πρωταγωνιστής του βιβλίου σας και κάποιος αναγνώστης σας διαβάζει. Αγωνιά για τη συνέχεια, διερωτάται, εαν το βιβλίο σας είναι επιτυχημένο, ποιός απο τους δυό σας στο τέλος επινοεί τον άλλον. Εσείς φαντάζεστε τον αναγνώστη, ή εκείνος εσάς; [1]Μήπως όταν κοιμηθεί θα ξυπνήσετε; Μήπως αυτή είναι η μοίρα σας, να ξυπνάει ο ένας όταν κοιμηθεί ο άλλος και μαζί να ονειρεύεστε ο ένας τη ζωή του αλλουνού; [2] Η μήπως μοίρα σας είναι, όπως ο Ισμαήλ, να κυνηγάτε έναν γιγάντιο Λεβιάθαν αλλά εσάς να σας κυνηγάει ένας σκληρός καπετάνιος Ασαφ; [3] Η ζωή στο βιβλίο είναι ταυτόχρονα προγραμματισμένη και άναρχη. Ο αναγνώστης προσπαθεί να φανταστεί τι θα γίνει παρακάτω, να αποκωδικοποιήσει τα μυστικά, και μερικές φορές το καταφέρνει προτού διαβάσει την επόμενη παράγραφο, να μαντέψει σωστά τι θα γίνει. Αν όμως εσείς, ο πρωταγωνιστής, γνωρίζετε απο κώδικες, παρότι επίσης σας αρέσει να φαντάζεστε το μέλλον σας, γνωρίζετε ότι το μελλον έρχεται ανάπαντεχα. Διατηρείτε την αυτενέργεια και, παρότι αλλος σας γράφει, λειτουργείτε σα να είστε αυτεξούσιοι στον κόσμο αυτόν, ξέρετε για την τύχη όσα και τον μεγάλο συγγραφέα, αν όχι περισσότερα. Το βιβλίο σας χωρίζεται σε 3 κεφάλαια. Φανταστείτε τα: Εξερεύνηση, Κατάκτηση, Αναζήτηση. Στην αρχή ο πρωταγωνιστής εξερευνά τον κόσμο γύρω του, τους κατοίκους και τους νόμους του. Μαθαίνει να ονομάζει τα πράγματα και να κάνει λάθη, κατανοώντας πως ό,τι ονοματίζεις υπάρχει. [4] Μαθαίνει να χρησιμοποιεί τις αισθήσεις και τη διάνοια. Μαθαίνει να ελλίσσεται, μαθαίνει να μαθαίνει και να φτιάχνει σκαλοπάτια στο χρόνο, να ποθεί πράγματα και να προσπαθεί να τα κατακτήσει. Γνωρίζουμε τους φίλους του, τους ανθρώπους του, τους εχθρούς του, τον τρόπο ζωής του. Γνωρίζουμε τους διαβόλους που τον κυνηγούν, εμφανιζόμενοι σαν περαστικοί τη νύχτα σε μια πλατεία με λίμνη, με τη συνοδεία ενός πελώριου γάτου και μιας γυμνής κοπέλας. [5] Γνωρίζουμε τους ερωτες του, τον βλεπουμε να ακροβατεί στο Τούνελ, μετέωρος απο σκέψεις και διλλήμματα. [6] Στο δεύτερο κεφάλαιο κατακτά τις κορυφές του. Πετυχαίνει τους στόχους του. Ναι, το βιβλίο σας ως τώρα είναι ένα ευχάριστο βιβλίο. Ομως εσείς ξερετε, μηδένα προ του τελους. Ο αναγνώστης δεν το ξέρει ακόμα, διαβάζει. Ο πρωταγωνιστής, μεθυσμένος απο τη ζωή, πληρώνει τα λάθη του, αντιλαμβάνεται τη θνητότητά του, χάνει τις απολυτότητές του, μαλακώνει. Τον έχει βοηθήσει σε αυτό ενας κάποιος Μαιτρ Φρενχόφερ, που τον ζωγράφισε όμορφα. Αλλα ήταν τελειομανής και τώρα πασχίζει να ξεφύγει απο την μουτζούρα. [7] Μαλακωσε γιατί με το στόμα γεμάτο χώμα κατάλαβε αυτό που συνδέει εκείνους που κυνηγούν με τους κυνηγημένους. [8] Γιατί στη οκτάπυργη μεσαιωνική βιβλιοθήκη του ανακάλυψε πως παρόλο το μυστήριο, η πραγματεία του Αριστοτέλη για το γέλιο τον έκανε να χαρεί. [9] Ο αναγνώστης ετοιμάζεται όμως να κλείσει το βιβλίο. Αυτά, τα ξέρει. Ενα ενδιαφέρον βιβλίο πρέπει να μιλάει και γι αυτά που δεν ξέρουμε. Το τρίτο κεφάλαιο λέγεται αναζήτηση. Εδώ ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί τη ζωή ως παράσταση. Συνειδητοποιεί ότι είναι αρμόδιος να την κάνει ενδιαφέρουσα. [10] Οτι αν υπάρχει κάποιος που τον διαβάζει, το ίδιο κι εκείνος διαβάζει τα βιβλία άλλων.[11] Επίσης, ενώ έχει επιτύχει τους σκοπούς του κάτι μέσα του σαπίζει οχι επειδή έχει μειωθεί η συχνότητα της σεξουαλικής του ζωής, αλλά γιατί έχει επίγνωση πως κάθε σεξουαλικότητα είναι κατ αρχήν εγκεφαλικό ζήτημα. Οτι η πραγματική ανάγκη, όπως κάθε όνειρο μας λέει αν τα όνειρα είναι η βασιλική οδός για το υποσυνείδητο, [12] είναι η γοητεία του κόσμου, το να μάθει να σαστίζει σαν παιδί ξανά, ο στίλβων άξονας του ποδηλάτου ν αστράφτει στον ήλιο [13] κι αυτό μέσα του να δημιουργεί ποιητικές σκηνές, το μελάνι να μυρίζει ιδρώτα (η μήπως ο ιδρώτας μελάνι; Διερωτάται εδώ ο αναγνώστης[14]) και το συνταίριασμα να πυρπολεί την ψυχή. Σαπίζει, γιατί αν η κατάκτηση επιτεύχθηκε, τι αλλο μένει για να αναζητήσει η φύση του ανθρώπου [15] που δε λέει να αναπαυτεί σε μια πολυθρόνα αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ; Αν όλα είναι όμορφα, όλα τετελεσμένα, ποιό είναι το νόημα του βιβλίου εκτός απο το τελος του παραμυθιού και περάσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, εκτός απο την αναπαραγωγή μιας χωρίς νόημα διαδικασίας που λέγεται ζωή; Αν το νόημα είναι μόνο η κατάκτηση, αν ό,τι αποκωδικοποιείται πεθαίνει [16], ποιος έβαλε αυτό το φάντασμα μέσα στη μηχανή; [17]Υπάρχουν αναπληρώτριες μούσες, ή έστω ωρομίσθιες;[..] Και τι είναι η πράξη της δημιουργίας, [18]αν όχι ένας εμετός, ενα ξέρασμα του Ιανού που βρίσκεται μέσα μας, σε θέα δημόσια;[19]Στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο, ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί ότι η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες κάνουν την παράσταση καλή. Οτι το νόημα -α, το υψηλόν νόημα!- είναι ανέφικτο για τα μεγέθη της σκέψης του, όπως είναι ανέφικτο σε ένα τρίγωνο που ζει σε δυό διαστάσεις να κατανοήσει ενα τρισδιάστατο κόσμο. [20]Οτι μονάχα συνειρμικά, μονάχα έμμεσα, μονάχα κλείνοντας τα μάτια και παραμερίζοντας τη λογική, αλλά κι εφόσον στη ζωή του έχει λίγο βγάλει τις τσίμπλες απο τα μάτια του, μπορεί κανείς να προσεγγίζει τα απώτατα σύνορα του νοήματος. Τότε αναλαμβάνει την ευθύνη (αλλιώς δε θα ήταν πρωταγωνιστής εξάλλου, αλλα κομπάρσος στο βιβλίο του) να κάνει αυτή την παράσταση να μην ξεχωρίζει απο την πραγματικότητα. Να την κάνει όμορφη. Δεν ξεχωρίζει απο την πραγματικότητα, αυτό που είναι πραγματικότητα. Ομως το ροζ συννεφάκι που κατασκευάζει για ντεκόρ λειτουργεί μαγικά για τους άλλους, ποτέ για τον ίδιον. Ο ίδιος αντλεί την ευτυχία της αναζήτησης μέσα απο τη δημιουργία και τη συντήρησή του, και κυρίως μέσα από την ευτυχία των θεατών. Ο θεατής, ο αναγνώστης πρέπει να μαγευτεί. Α, όμορφη παράσταση! να πει και να χειροκροτήσει θερμά όταν έρθει η ώρα του επιλόγου. Ο θεατής, για όσο διαρκεί η παράσταση, να έχει ξεχαστεί μέσα της κι ο κόσμος τριγύρω να μην υπάρχει. Να εκβάλουν οι Ασασίνοι από τον πύργο του Γέρου [21]κι ο αναγνώστης να ανατριχιάζει απο φόβο. Να πεθαίνει ο Τριστάνος [22]κι ο αναγνώστης να του αφήνει αντί λουλούδια δυό μαύρες ελιές. Τότε ευτυχεί ο σκηνοθέτης κι ο θεατρίνος, μέσα απο τον αλλον, ποτέ μονάχος του με τον Παρασκευά του.[23] Γιαυτό εκείνος που κατασκευάζει τις παραστάσεις ξέρει πως η ευτυχία του είναι μια καλοσκηνοθετημένη παράσταση από άλλον. Οχι ένα Ολόνιο, ένα Αλλόνιο.[24]Ο επίλογος του βιβλίου σας, εχει την αναμέτρηση με το φάντασμα στη μηχανή σας. Οποιο κι αν είναι αυτό. Το έργο πρέπει να κορυφωθεί. Ετσι δεν είναι; Αρχή, μέση, τέλος. Ομως στο χέρι σας είναι εκείνη τη στιγμή να στείλετε ένα γραπτό μήνυμα σε ένα κινητό εξαιτίας του οποίου ο κόσμος θα καταστραφεί σε μια μεγάλη εκρηξη,[25] ή να ανατρέψετε τη συνήθη διαδικασία, αρχή, μέση, τέλος, [26]όπως οι μεταμοντέρνοι. Να κάνετε ασκήσεις ύφους πάνω στην αλήθεια,[27] για να δείτε πως ακόμα και μια αν ήταν, αν λχ η Ζαζί μπήκε στο μετρό, [28]μπορείτε να την περιγράψετε αυτή την είσοδο με άπειρους τρόπους. Να ξαφνιάσετε τον αναγνώστη σας. Να τον κάνετε να μην σας αποκωδικοποιήσει μέχρι την τελευταία σελίδα, να βασανίζεται μέσα του από τα νοήματά σας καιρό αφού κλείσει το βιβλίο σας. Γιατί;Μα γιατί έτσι λειτουργούν οι αναγνώστες. Εμπιστεύονται την ιστορία, όχι τον συγγραφέα. [29]Κάτι που τον αναγκάζει να εφευρίσκει το προσωπικό του Σύνταγμα της Hδονής.[30] Θα αποδειχθεί ικανός άν τούτο το προσωπικό καταστατικό βιωθεί μια μέρα κι απο εσένα.Που είναι η αγάπη σε όλα αυτά;Μύρισε τη στο το βιβλίο που αγαπάς Εκεί θα τη βρεις πιο ατόφια από τη μυρωδιά στο λαιμό της γυναίκας που αγαπας, γιατί εκεί συμπυκνωμένη βρίσκεται ολόκληρη η αγαπη, όπως κι όλες οι γυναίκες συμπιλημένες σε μια. Πρόσεξε μόνο: αν το βιβλίο μυρίζει άρωμα, εχεις μαλλον εξαπατηθεί. Μια γυναίκα το αρωμάτισε και δε διαβάζεις πια το ίδιο το βιβλίο, αλλά εκείνην, δια μέσου. Πρόσεξε καλά μην αγαπήσεις φαντάσματα.Εδώ τελειώνει η αναγνωση. Σηκώστε τα μάτια και κοιτάξτε τριγύρω.Για μια στιγμή σας φάνηκε πως κάπου υπάρχει κρυμμένος ένας καθρέφτης;Μην τρομάζετε, είναι παραμορφωτικός. Μπορείτε να συνεχίσετε την δουλειά σας. ------------------------------ *μεταφορά απο multiblogs. gr ----------------------------- Σημειώσεις-αναφορές: 1. Ποιος απο τους δύο επινόησε τον άλλον2. Λεξικό των Χαζάρων3. Μόμπι Ντικ4. Κ.Κόινερ (ο,τι ονοματίζεις)5. Μαιτρ και μαργαρίτα.6. Τούνελ7. Αγνωστο Αριστούργημα8. Στόμα γεμάτο χώμα9. Ονομα του ρόδου10. Ολ δατ τζαζ κλπ11. Πφιτζ12. Φροιντ13. Υψικάμινος (στιλβων αξονας ποδηλάτου)14. Καθηγητής πόθου (ιδρώτας-μελανι)15. Χριστιανόπουλος (σαπισμα-κατακτηση)16. Πεσσόα, Ρεμπω, κα. (μεσα απο τον αλλον)17. Φαντασμα στη μηχανή (ομώνυμο-καισλερ)18. Πράξη δημιουργίας19. Ιανός20. Φλάτλαντ.21. Αρωμα ονείρου, εκο, κα22. Τριστάνος πεθαίνει23. Κρούσο24. Καισλερ (ολόνιο)25. Μόμπιους Ντικ26. Φλωμπερ, κα27. Ασκήσεις ύφους28. Κενώ 29. Πφιτζ30. Καβάφης (Συνταγμα Ηδονής)

buzz it!