Τα μάτια μου θόλωναν κι ο ιδρώτας εξακολουθούσε να ρέει στο σώμα και στο πρόσωπο καθώς προχωρούσα, με όση ταχύτητα μπορούσαν να καταφέρουν τα καταγδαρμένα και κουρασμένα μου πόδια. Καταλαβαίνεις ότι δεν έβλεπα που πατούσα. Απλά κατευθυνόμουν προς τα εκεί που νόμιζα ότι ήταν το πλησιέστερο σημείο για να βουτήξω. Επιπλέον, παρά την ξαστεριά, η ασέληνη νύχτα δεν μου επέτρεπε να διακρίνω καλά τη διαδρομή που ακολουθούσα. Ετσι, όταν έφτασα στη μέση περίπου της απόστασης κι άκουγα πια καθαρά τον ελαφρύ κυματισμό, δεν είδα το σκοινί. Είχα φτάσει στο ύψος του λοφίσκου, σχεδόν μπροστά στην εκκλησιά. Λίγα μέτρα αριστερά μου, υπήρχε ένα μοναχικό δέντρο, τι άλλο, μια αγριελιά. Το σχοινί, τεντωμένο κάπου 20 πόντους πάνω από το έδαφος, πρέπει να ήταν δεμένο πάνω της απο την μια πλευρά, κι από την άλλη σε κάποιο σημείο της μικρής εκκλησίας, σε απόσταση μικρότερη από 50-60 μέτρα δεξιά μου. Όπως βάδιζα γρήγορα, σκόνταψα πάνω του με φόρα και σωριάστηκα φαρδύς πλατύς με τα μούτρα στο χώμα. Την ίδια στιγμή, ένας δαιμονισμένος θόρυβος από δεκάδες κουδούνες που ήταν δεμένες επάνω του τσάκισε την ησυχία της νύχτας. Ενέδρα στο πιο κατάλληλο σημείο. Ποιός ξέρει από πότε την είχαν στήσει. Αργότερα υπέθεσα ότι πρέπει να το είχαν κάνει προετοιμάζοντας την ανταρσία, ίσως γιατί το σημείο αυτό έδινε καλή πρόσβαση στη θάλασσα σε πιθανούς δραπέτες σαν κι εμένα. Ενώ έντρομος, τι λέω, πανικόβλητος πια προσπαθούσα να ξανασταθώ στα πόδια μου, η πόρτα της εκκλησίας άνοιξε με πάταγο και πετάχτηκαν έξω μπήγοντας κάτι άγριες φωνές στα ελληνικά τουλάχιστον δυό άντρες, ενώ η σκιά ενός τρίτου ξεχώρισε ξαφνικά από την αγριελιά κι άρχισε να τρέχει κατά πάνω μου. Αυτός ο άντρας ήταν πια τόσο κοντά μου, που ήταν αδύνατον να ξεφύγω τρέχοντας. Σχεδόν ασυνείδητα, γονατισμένος ακόμα στο έδαφος, τράβηξα το μαχαίρι από τη ζώνη μου. Η σκοτεινή του φιγούρα, πελώρια και ξεκάθαρα απειλητική, με είχε πια φτάσει στα 2-3 μέτρα. Τον άκουσα να ουρλιάζει με μια τρομαχτική, εκκωφαντική κραυγή και, ταυτόχρονα, με μια παράξενη χορευτική αλλά εντελώς αρσενική κίνηση, διέκρινα τη σκιά του να ξεθηκαρώνει το γιαταγάνι καθώς ερχόταν με όλη του τη φόρα προς τα επάνω μου, έτοιμος να μου πάρει με μια περιστροφική κίνηση το κεφάλι. Ο ήχος που κάνουν αυτά τα σπαθιά όταν βγαίνουν από το θηκάρι τους είναι ο πιο ανατριχιστικός από τους ήχους του θανάτου, ένα παρατεταμένο σούρσιμο μέταλλου πάνω σε μέταλλο, μια χροιά που αν την ακούσεις μια φορά, θα τη θυμάσαι σίγουρα σε όλη σου τη ζωή αφού πιθανότατα δε θα διαρκέσει περισσότερο από μερικά δευτερόλεπτα ακόμα. Με αυτό τον ήχο θα διαβείς το κατώφλι του άλλου κόσμου. »Οσα ακολούθησαν, συνέβησαν μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα που για μένα όμως χαράχτηκαν για πάντα στη μνήμη μου ανεξίτηλα, λες κι ο χρόνος είχε ξαφνικά φρενάρει κι όλα συνέβαιναν σε αργή κίνηση. Δεν ξέρω με ποιά δύναμη σταλμένη από που, κινήθηκα ενστικτωδώς όπως κινήθηκα, κι εκείνη τη στιγμή αντί να παραδοθώ στη μοίρα μου, συσπειρώθηκα. Οπως ήμουν γονατισμένος ακόμα με το αριστερό μου πόδι έδωσα ώθηση με το άλλο για να τινάξω το σώμα μου μπροστά, προς την κατεύθυνση της σκιάς που ερχόταν. Ταυτόχρονα τέντωσα το οπλισμένο μου χέρι προς τα επάνω κι έσκυψα το κεφάλι όσο μπορούσα, χώνοντάς το στους ώμους μου και γέρνοντας ολόκληρος προς τ’ αριστερά. Ενοιωσα τότε το τεράστιο σώμα του άντρα που ερχόταν με φόρα να πέφτει επάνω μου, μύρισα την τραχειά οσμή του ξυνισμένου ιδρώτα του κι άκουσα το σκίσιμο του αέρα από το σπαθί που κατέβαινε με ορμή σφαίρας ξυστά πλάι στο δεξί μου αυτί. Με τη φόρα που είχε έπεσε πάνω στο μαχαίρι μου, κι αυτό χώθηκε ολάκερο στα σπλάχνα του, ανάμεσα στα κόκκαλα, ακριβώς στο κέντρο του θώρακα, ως τη λαβή. Το αίμα του τινάχτηκε αχνιστό στο πρόσωπο και στο τεντωμένο ακόμα χέρι μου, που λες και λειτουργούσε ανεξάρτητα από τη θέλησή μου, αρνιόταν να αφήσει το μαχαίρι, ώσπου το βάρος του σώματος που έπεφτε προς τα δεξιά με ανάγκασε να το αφήσω για να μη με παρασύρει στην πτώση. Ενώ τρεκλίζοντας στεκόμουν επιτέλους όρθιος, πρόλαβα να διακρίνω το λευκό των έκπληκτων ματιών του σαν αναλαμπή στο μαύρο της νύχτας, καθώς εκείνος με μια πνιχτή κραυγή τσακιζόταν ακριβώς στο σημείο όπου δευτερόλεπτα νωρίτερα είχα σωριαστεί. Λαχανιασμένος γύρισα προς την εκκλησιά και είδα, ανάμεσα στις σταγόνες του αίματος που έπεφταν πια στα μάτια μου, τις σκιές των άλλων στασιαστών. Δεν είχαν ξεθηκαρώσει ακόμα τα σπαθιά τους αλλά κράδαιναν αυτά τα μακρύκανα παλιά όπλα που τα λένε καρυοφίλια, κι έρχονταν με φούρια κατά πάνω μου έχοντας πια πλησιάσει πολύ κοντά. Τώρα ήμουν άοπλος. Χωρίς άλλη επιλογή, στράφηκα ξανά προς τη θάλασσα που πια δεν απείχε περισσότερο από 120 με 130 μέτρα και βάλθηκα να βγάλω φτερά στα καταγδαρμένα μου πόδια για να φτάσω πρώτος στο νερό. ‘Ετρεχα στα τυφλά με όλη μου τη δύναμη τσαλαπατώντας πάνω στους θάμνους και τις κοφτερές πέτρες, χωρίς να κοιτάζω πίσω. Αν πριν από μερικά λεπτά είχε περάσει από το μυαλό μου ότι θα αναγκαζόμουν να τρέξω έτσι στην άθλια κατάσταση που βρισκόμουν, θα είχα καθίσει να πεθάνω στη σκέψη και μόνο.Ομως αυτές οι σκέψεις που σου διηγούμαι τώρα, γεννήθηκαν εκ των υστέρων, η μάλλον τις συνειδητοποίησα κατόπιν.Εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχει χρόνος για συλλογισμούς, παρά μονάχα για ένστικτο. Αν σκόνταφτα ξανά, άν έπεφτα, αν η εξάντληση με έκανε να κόψω ταχύτητα για να πάρω ανάσα και καθυστερούσα έστω κι ένα δευτερόλεπτο, ήξερα πως θα ήταν το τέλος μου. Οριστικά κι αμετάκλητα. Αλλά δεν έπεσα και δε σταμάτησα. Σαν σε όνειρο θυμάμαι τις άγριες φωνές τους, θυμάμαι τη στιγμή που τα πόδια μου πάτησαν επιτέλους στα χοντρά βότσαλα μιας παραλίας κι έπειτα την αίσθηση του σκοτεινού, παγωμένου νερού να ξυπνά όλο μου το πονεμένο σώμα. Τη στιγμή που η θάλασσα με αγκάλιαζε, ένοιωσα έναν οξύ πόνο στη δεξιά ωμοπλάτη και σχεδόν αμέσως άκουσα τον πυροβολισμό. Σαν τρελός προσπάθησα να κολυμπήσω όσο γρηγορότερα μπορούσα, να ξανοιχτώ, αλλά το δεξί μου χέρι άρχισε γρήγορα να μουδιάζει και να πονάει και δεν με υπάκουγε πια. Ευτυχώς είχα ήδη απομακρυνθεί κάμποσες δεκάδες μέτρα και για πρώτη μου φορά αισθάνθηκα πραγματική ευγνωμοσύνη για τον παππού σου, που από μικρό παιδί μου δίδαξε πως να χαίρομαι και να δαμάζω το νερό, προκαλώντας την απορία και τα γέλια των συγχωριανών μας που σπάνια έμπαιναν στη θάλασσα. Τότε πήρα βαθειά ανάσα και προσπάθησα να καταδυθώ για να γλιτώσω, αλλά το ίδιο κλάσμα δευτερολέπτου που σήκωνα τα πόδια προς τα επάνω κι έχωνα το κεφάλι στο νερό κάνοντας μακροβούτι, ένοιωσα και δεύτερο κάψιμο, αυτή τη φορά στον αριστερό γλουτό. Δεν άκουσα το δεύτερο πυροβολισμό γιατί τα αυτιά μου ήταν ήδη μέσα στο νερό. Με τις αισθήσεις μου να με εγκαταλείπουν, ένοιωσα πως το τέλος μου θα ερχόταν εκεί, στα αφιλόξενα αυτά νερά ενός μικροσκοπικού νησιού χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά απο την πατρίδα. Και για ποιόν λόγο; σκεφτηκα. Τι δουλειά είχαμε εμείς εδώ στην ανατολή; Η πατρίδα δεν είχε τα δικά της προβλήματα κι είχαμε έρθει να ανακατευτούμε στα ζητήματα αυτών των ανθρώπων; Η Αυτοκρατορία μας χρειαζόταν να περιλάβει κι ετούτα τα μικρονήσια στην άκρη της οθωμανικής αυτοκρατορίας για να αισθάνεται κραταιή; Τίποτα δεν είχαμε διδαχτεί τελικα από την επανάσταση; Οπως κρατούσα ακόμα την ανάσα μου στο τελευταίο μακροβούτι της ζωής μου κι αναδυόμουν σιγά-σιγά προς τη σκοτεινή επιφάνεια του υγρού μου τάφου, όσο μακρύτερα μπορούσα από την ξηρά, ανοιξα τα μάτια κι αντίκρυσα προς τα επάνω μου ένα μικρό φωτεινό σημάδι να χορεύει παλλόμενο μέσα στο νερό. Βγαίνοντας στην επιφάνεια, πήρα ορμητική την τελευταία ανάσα και κατάλαβα ότι πίσω από το βράχο που αγωνιζόμουν να φτάσω, ξεπρόβαλε μόλις η λεπτή φλούδα της νέας σελήνης. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που θυμάμαι. Ένοιωσα ξαφνικά μια αναπάντεχη ζέστη, ένοιωσα το καυτό αίμα μου να κυλάει έξω απο το σώμα, να ανακατεύεται με το κρύο νερό και τις αισθήσεις μου να με εγκαταλείπουν. Στο βάθος, καμιά εκατοστή μέτρα πίσω στην ακτή που είχα μόλις αφήσει, οι Ελληνες όπλιζαν ξανά τα όπλα τους και φώναζαν απειλητικά, αλλά δεν έμπαιναν στο νερό. Ίσως γιατί δεν ήξεραν να κολυμπάνε, ίσως γιατί είχαν καταλάβει ότι τα βόλια τους με πέτυχαν και το θεωρούσαν περιττό. Κι εγώ που ήξερα να κολυμπάω τι είχα καταφέρει; Τι είχαμε όλοι εμείς εδώ πέρα κατορθώσει; αναρωτιόμουν τη στιγμή που οι αισθήσεις μου με εγκατέλειψαν πια οριστικά και παραδόθηκα, νοιώθοντας μια αλλόκοτη γλυκύτητα, στο μαυρισμένο κύμα.
Τα ανοιχτά πόδια 4
Είχα μπεί πια για τα καλά στην άγνωστη περιοχή, αλλά το τοπίο συνεχιζόταν με την ίδια μορφολογία, ένα ατελείωτο παραθαλάσιο δάσος απο λιόδεντρα, χωρίς κανένα οίκημα πια τριγύρω μου. Οσο περνούσε η ώρα και η αρχική έκρηξη της αδρεναλίνης υποχωρούσε παρά τη συνεχιζόμενη αγωνία μου, η κόπωσή μου αυξανόταν κι η αρρώστια που με κατέτρωγε επέστρεφε πιο δυνατή. Ο ιδρώτας, που τώρα πια έτρεχε ποτάμι από τη μεγάλη μου προσπάθεια, βοηθούσε κάπως στο καταλάγιασμα του πυρετού. Όμως τα πόδια μου τα ένοιωθα δεμένα λες σε μολυβένιες μπάλες κανονιού και τα κόκκαλά μου σχεδόν τα άκουγα να τρίζουν. Υπέφερα. Καιγόμουν και κρύωνα ταυτόχρονα. Αισθανόμουν μεγάλη αδυναμία και ήξερα πως αν δεν κατάφερνα σύντομα να βρω ένα μέρος να ξαποστάσω και να ανακτήσω κάπως τις δυνάμεις μου, θα λιποθυμούσα. Και τότε θα ήμουν χαμένος. Από την άλλη συνειδητοποιούσα πως δεν είχα αυτή την πολυτέλεια. Το νησί ήταν πολύ μικρό κι έτσι αν ξημέρωνε και δεν είχα καταφέρει να φύγω μακριά από αυτόν τον αφιλόξενο δασωμένο βράχο, δεν θα είχα καμιά ελπίδα. Οι ντόπιοι, αν όπως φοβόμουν είχαν καταμετρήσει τις δυνάμεις μας προτού επιτεθούν, θα ήξεραν ήδη ότι κάποιος τους είχε ξεφύγει, οπότε λογικά θα όργωναν τον τόπο. Και δε θα δυσκολεύονταν να με ανακαλύψουν όπου κι αν κρυβόμουν, οπότε, στην καλύτερη περίπτωση που δεν θα με έσφαζαν επι τόπου, θα είχα την τύχη των συντρόφων μου, όποια κι αν ήταν αυτή. Σίγουρα πάντως δεν θα ήταν καλή. Καταλάβαινα βέβαια πως ακόμα κι αν η Αγία Μητέρα με βοηθούσε να ξεφύγω και να περάσω στο απέναντι νησάκι και πάλι δεν θα κέρδιζα πολλά. Τι θα τους εμπόδιζε να το ερευνήσουν σπιθαμή προς σπιθαμή με το φως της μέρας; Που θα κρυβόμουν; Κι αν ακόμα κρυβόμουν, αν ο μεγαλοδύναμος με έκανε αόρατο και δε με έβλεπαν, για πόσο θα επιβίωνα χωρίς καμιά προμήθεια σε ένα τόσο δα κομμάτι γης στη μέση του πελάγους καταμόναχος; Αλλά όταν ο θάνατος σου χαιδεύει τη ραχοκοκκαλιά παιδί μου, η λογική μπορεί να περιμένει. Έτσι, με τη λυσσασμένη δύναμη που δίνει ακόμα και στους τσακισμένους η απελπισμένη θέληση να ζήσεις, προχωρούσα στο άγνωστο. Έσφιγγα τα δόντια και προχωρούσα με το βήμα του μελλοθάνατου, σκάβοντας με αβέβαια, βαριά βήματα το λασπωμένο χώμα και σκοντάφτοντας διαρκώς, με όση δύναμη μου απέμενε. Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν και συνέχιζα, σέρνοντας κυριολεκτικά το ξέψυχο κορμί μου, ξέσκιζα τις σάρκες μου στους κορμούς των δέντρων και στις πέτρες, μάτωνα τα γόνατα σαν παιδάκι και τρέκλιζα σα μπεκρής. Σε κάθε λίγα βήματα ξερνούσα κι ένα κομμάτι από τη χολή μου, κάτι που μου προξενούσε ακόμα μεγαλύτερο πόνο. Ενοιωθα τα σωθικά μου σαν ξένο σώμα που γύρευε να αποσπαστεί βίαια από μέσα μου, να θέλουν να ενωθούν ξανά με το χώμα απο το οποίο φτιάχτηκαν. Κοτρώνα στην κοτρώνα και δέντρο στο δέντρο, διέκρινα κάποια στιγμή, μετά από κάμποση ώρα που δεν μπορούσα πια καθόλου να προσδιορίσω πόση ήταν, έναν σκοτεινό όγκο να ορθώνεται απέναντί μου, πέρα απο τα νερά μέσα στα οποία ασήμιζαν τ’αστέρια. Πρέπει, σκεφτόμουν, να είχα φτάσει πια στο νοτιότερο άκρο του νησιού και να αντίκρυζα απέναντί μου το δεύτερο νησάκι. Αλλά από το σημείο που βρισκόμουν, γονατισμένος κάτω από μια ακόμα ελιά στην άκρη του δάσους, δεν μπορούσα να δω αν υπήρχε κάποια βάρκα εκεί κοντά, ούτε να καταλάβω αν η υδάτινη απόσταση που χώριζε τα δυο κομμάτια γης ήταν τέτοια που θα μου επέτρεπε να τη διασχίσω κολυμπώντας και μάλιστα στην αξιοθρήνητη κατάστασή μου. Δεν είχα κι άλλη επιλογή. Για να προσεγγίσω το σημείο που μου φαινόταν κοντινότερο στην αντίπερα όχθη, έπρεπε τώρα να διασχίσω τον χωματένιο δρόμο που τόση ώρα απέφευγα προχωρώντας στο πλάι του και κατόπιν ένα μικρό ξέφωτο. Σε ένα υψωματάκι, στην δεξιά πλευρά του ξέφωτου αυτού, διέκρινα σκιές απο στιβαγμένες πέτρες που θα έπρεπε, υπέθεσα, να ήταν μαντριά, και λίγο πιο κεί τον ασπρισμένο τοίχο απο ένα μικρό ξωκκλήσι.Υπολόγισα ότι θα χρειαζόταν να διασχίσω περίπου 300 μέτρα ακάλυπτης έκτασης από το σημείο που βρισκόμουν μέχρι τη θάλασσα. Μονάχα θάμνοι και ελάχιστα διάσπαρτα δέντρα υπήρχαν σ’ αυτό το σημείο. Αν κάποιοι με περίμεναν κρυμμένοι κάπου εδώ γύρω, δεν είχα οδό διαφυγής. Αλλά δεν υπήρχε για μένα επιστροφή. Αφουγγράστηκα λοιπόν για λίγο, σταματώντας ακόμα και την ανάσα μου. Δεν άκουσα τίποτα να διακόπτει τη βαθειά σιωπή, παρά τους απαλούς παφλασμούς των κυμάτων απέναντι και κάνα-δυο κουδουνίσματα από τα ζώα που προφανώς θα βρίσκονταν στο μαντρί. Σήκωσα τότε το βλέμμα στον ουρανό, ζήτησα για άλλη μια φορά τη βοήθεια του Κυρίου, κι αφού πήρα δυο-τρεις βαθειές ανάσες κι έκανα το σταυρό μου τρεις φορές, μάζεψα όσες δυνάμεις μου απέμεναν κι άρχισα να τρέχω, παραπατώντας και τρεκλίζοντας, προς τη θάλασσα. Είχα επιστρατεύσει τις τελευταίες μου δυνάμεις. Δεν ήξερα πως θα κατάφερνα να περάσω απέναντι, έλπιζα όμως ότι εφόσον δεν υπήρχε κάποια βάρκα, η επαφή με το δροσερό νερό θα λειτουργούσε τονωτικά και δεν θα με επιβάρυνε ακόμα περισσότερο. Κι αν πάλι δεν τα κατάφερνα, τουλάχιστον θα αναπαυόμουν για πάντα ελεύθερος στο βυθό και το κουφάρι μου θα ξεβραζόταν μια μέρα στην ακτή για να το θάψουν κάποιοι καλοί άνθρωποι, ή έστω θα γινόταν τροφή για τα ψάρια. Πάντως θα πέθαινα έχοντας προσπαθήσει να γλιτώσω κι όχι παραδωμένος στους στασιαστές και κρεμασμένος με την κουκούλα στο κεφάλι, σε κάποιο ικρίωμα.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
29.1.08
0
Aπαντήσεις
Eνότητα: Τα ανοιχτά πόδια
Τα ανοιχτά πόδια 3
Τότε έπεσε η πρώτη τουφεκιά.
Ακούστηκε σε πολύ κοντινή απόσταση και μού’ κοψε τη χολή. Σαστισμένος και με τα παντελόνια ακόμα στα γόνατα, άκουσα μια τρομερή φασαρία που ξεσηκώθηκε λες από το τίποτα, να κατασπαράζει την απόλυτη σιγαλιά της νύχτας. Σε δευτερόλεπτα ο αέρας γέμισε με κραυγές στα ελληνικά, τα ιταλικά και τα φραντσέζικα, βρισιές, ποδοβολητά, κλαγγές σπαθιών και πυροβολισμούς. ‘Εντρομος μάζεψα όπως-όπως τα βρακιά μου και απο μια χαραμάδα της κατασκευασμένης με χοντρές σανίδες πόρτας, είδα φιγούρες δεκάδων αρματωμένων ντόπιων να εφορμούν από τις σκιές και να εισβάλουν στους κοιτώνες και το διοικητήριο, ξεσηκώνοντας σύννεφα σκόνης με το ποδοβολητό τους. Πίσω τους ακολουθούσαν κι άλλοι που κρατούσαν δάδες, οι οποίοι στάθηκαν στις εισόδους και περίμεναν. Ενόσω παρέμενα άναυδος και αναποφάσιστος για το πως όφειλα να ενεργήσω και οι πυροβολισμοί εξακολουθούσαν μέσα στο κτίριο πιά, κάποιοι άναψαν δυό γερές φωτιές στα βαρέλια του περίβολου κι ακόμα μια μεγαλύτερη στο χώμα μπροστά στην είσοδο της δογάνας. Διέκρινα τότε έναν μαυροντυμένο γενειοφόρο ναυτικό, που με γοργές κινήσεις υπέστειλε τη σημαία της αυτοκρατορίας από τον ψηλό ιστό της απέναντι στην είσοδο του κτιρίου και με γοργές κινήσεις ανάρτησε στη θέση της μια παράξενη ανοιχτόχρωμη παντιέρα, που μου φάνηκε πως εικόνιζε μια τρίαινα στη θέση του θηρεού μας. Δεν την είχα ξαναδεί ποτέ μου. Είδα ακόμα, πεσμένο μπρούμυτα σε αφύσικη στάση μπροστά στο φυλάκιο του διοικητηρίου, το σώμα ενός στρατιώτη με τη δική μας στολή και δαγκώθηκα, γιατί ήξερα πως εκείνο το πόστο κι αυτό το τσακισμένο σώμα θα έπρεπε να ήταν δικά μου. Ολα αυτά μου προκάλεσαν μεγάλη κατάπληξη, γιατί τίποτα δεν προμήνυε τέτοια εξέλιξη και, όπως τουλάχιστον με είχαν διαβεβαιώσει στη διάρκεια του πολυήμερου ταξιδιού μας αρκετοί συμπατριώτες που είχαν ξαναέλθει σε τούτα τα νησιά, οι κάτοικοί τους, ναυτικοί και γεωργοκτηνοτρόφοι επι το πλείστον, ήταν σε γενικές γραμμές φιλήσυχοι άνθρωποι. Αν εξαιρέσεις βέβαια τη μεγάλη τους φτώχεια,που ισως να ήταν κάποιο κίνητρο για στάση -αλλά και που δεν κατοικεί η ανέχεια στις μέρες μας; Μήπως στην πατρίδα τα πράγματα ήταν τότε καλύτερα, ή μήπως είναι σήμερα; Εξω από τα λαμπρά ανάκτορα ο λαός εξακολουθούσε να πεινάει, ίσως και χειρότερα από όσο πεινούσαν εδώ, που τουλάχιστον είχαν τα κατσίκια και τις ελιές τους. Όπως πεινούσε και πριν 20 χρόνια, όταν εγώ ήμουν ακόμα ένα αμούστακο αγόρι όπως εσύ τώρα. Αλλά τον έχουν κουράσει πια οι εξεγέρσεις το λαό. Και η Δημοκρατία δυστυχώς δεν έφερε ψωμί και σίγουρα όχι ισότητα κι αδελφοσύνη. Τα ίδια και στο νησί που βρισκόμουν, όπου μέχρι πριν λίγα μολις χρόνια, οι κάτοικοι απολάμβαναν την προβληματική ανεξαρτησία του ομόσπονδου κράτους, αποτελούμενου από τα νησιά και ορισμένες πόλεις της απέναντι ηπειρωτικής ακτής, στις οποίες οι Τούρκοι είχαν πια αποδεχθεί την επικυριαρχία μας, μετά το ναυάγιο της ευκαιριακής συμμαχίας τους με τους Ρώσους. Ομως για τη κατάσταση της σκληρής ένδειας στην οποία βρέθηκαν οι νησιώτες, δεν έφταιγαν ούτε οι Τούρκοι, ούτε Ρώσοι, ούτε βέβαια εμείς, παρά οι Αγγλοι με τους συνεχείς αποκλεισμούς τους. Οι τουφεκιές είχαν πια σταματήσει, όταν από το στρατώνα άρχισαν να βγαίνουν με τα χέρια υψωμένα και τα πρόσωπα τους τσαλακωμένα από τον ύπνο και την τρομάρα μαζί, οι σύντροφοί μου. Όσοι στασιαστές είχαν παραμείνει έξω από το κτίριο τους παραλάμβαναν, και με σπρωξιές και βρισιές ακατανόητες σε εμένα που τα ελληνικά μου περιορίζονταν σε λίγες και κυρίως αρχαίες έννοιες, τους έστηναν στη σειρά απέναντι στον πέτρινο τοίχο. Σε λίγο, στην πόρτα του διοικητηρίου, έκανε την εμφάνισή του γυμνός από τη μέση και πάνω και αναμαλιασμένος ο υπολοχαγός, ακολουθούμενος από τον νεοφερμένο σαν κι εμένα ταγματάρχη Γκανιάρ, που είχε αναλάβει διοικητής της μονάδας μας από προχθές, μετά την αναχώρηση του στόλου. Εκείνος φορούσε τη σκελέα του και μια άθλια φανέλα που κάποτε θα ήταν λευκή, μουσκεμένη από τον στον ιδρώτα στο ύψος του λαιμού. Φαινόταν αξιοθρήνητος. Αποφάσισα ότι δεν μπορούσα να περιμένω άλλο τη μοίρα μου ανάμεσα στα σκατά, αλλά βέβαια ήταν αδύνατο και να κάνω οτιδήποτε για να βοηθήσω τους συμπατριώτες μας. Έτσι, μέ όσες προφυλάξεις μου ήταν δυνατές, άνοιξα ακροπατώντας την πόρτα του αφοδευτηρίου, σύρθηκα έξω σκυφτός στο σκοτάδι κι έπιασα να τρέχω ξεψυχισμένα ανάμεσα στις σκιές, πρός το νότο. Ευτυχώς η ατμόσφαιρα ήταν με το μέρος μου –ξαστεριά χωρίς φεγγάρι. Ηξερα πως αν κατευθυνόμουν προς το βορινό τμήμα του λιμανιού ήμουν καταδικασμένος, μια που η πλατεία του οικισμού βρισκόταν προς αυτή την πλευρά, όπου τώρα κατευθυνόταν η πομπή των αιχμαλώτων με τους στασιαστές. Πέρασα το υγειονομείο χωρίς να συναντήσω ψυχή κι αμέσως μετά κρύφτηκα σ΄ένα πύκνωμα αγριελιών πλάι στην πέτρινη στέρνα που όριζε νοητά το τέλος της παραλιακής βόλτας. Την προηγούμενη μέρα είχαμε περιπλανηθεί για λίγο με τον Βενσάν και φτάσαμε λίγο μακρύτερα από το αυτό το σημείο. Ετσι ήξερα πως τα σπίτια αραίωναν απο εκεί κι έπειτα, αλλά η βλάστηση εξακολουθούσε πυκνή. Ο δρόμος ήταν παραλιακός και διέσχιζε ολόκληρο δάσος από ελιές που έφταναν μέχρι τα κύματα. Ελπιζα ο χάρτης που είχα δει πριν αποβιβαστούμε να ήταν σωστός, γιατί απεικόνιζε ένα σύμπλεγμα με δυό μικρά νησάκια κι ένα μεγαλύτερο, σε κοντινή απόσταση, σχεδόν ενωμένα με το κυρίως νησί, στο νότιο τμήμα του. Στην απελπισία μου ευχήθηκα να καταφέρω με κάποιο τρόπο να καταφύγω εκεί. Ολα αυτά τα νησάκια δεν είναι μεγάλα, δεν γνώριζα όμως τις ναυτικές αποστάσεις, ούτε είχα ιδέα αν στο νότο του νησιού θα μπορούσα να βρώ κάποια βάρκα, ούτε αν οι αποστάσεις ήταν τέτοιες που επέτρεπαν να περάσει κανείς απο το ένα στο άλλο κολυμπώντας. Φοβόμουν επίσης ότι σύντομα οι ντόπιοι θα μας μετρούσαν, οπότε ίσως να καταλάβαιναν ότι κάποιος λείπει αφού μια δύναμη 47 ανδρών όλων κι όλων είχαμε απομείνει στο νησί, του Γκανιάρ συμπεριλαμβανομένου. Οταν πατήσαμε το πόδι μας σε τούτη την κουκίδα στη θάλασσα, σκεφτόμουν ότι ο ταγματάρχης σε κάποια δυσμένοια θα είχε πέσει για να τον ξαποστείλουν εδώ πέρα. Ισως να ήταν παλιά δημοκρατικός. Υπήρχε βέβαια και η περίπτωση, αν η τύχη μου συνεχιζόταν, οι νησιώτες να μην καταλάβαιναν τη διαφορά αφού εγώ κι άλλοι 4 είχαμε μόλις λίγες μέρες ανάμεσά τους και δεν γνώριζα αν είχαν καταμετρήσει λεπτομερώς τη δύναμή μας προτού επιτεθούν. Ετρεχα αγκομαχώντας απο δέντρο σε δέντρο για να χωθώ στη σκιά του κι απομακρυνόμουν όλο και περισσότερο, ώσπου οι φωνές σταμάτησαν να ακούγονται και η ανταύγεια της φωτιάς που είχαν ανάψει να χρωματίζει την ατμόσφαιρα. Προχωρούσα πλάι στο δρομάκι, αλλά δεν το ακολουθούσα από το φόβο μήπως συναντήσω κανέναν. Αυτό δυσκόλευε τη διαδρομή καθώς δεν έβλεπα που πατούσα και μείωνα αναγκαστικά την ταχύτητα, όμως με την αδυναμία που ένοιωθα έτσι κι αλλιώς δε θα μπορούσα να τρέξω πιο γρήγορα. Διέσχισα με αυτό τον τρόπο αρκετή απόσταση, προχωρώντας πότε πλάι στη θάλασσα, πότε σκαρφαλώνοντας σε ένα λοφάκι, πότε ανεβαίνοντας απο ξερολιθιά σε ξερολιθιά και πότε κουτρουβαλώντας κακήν-κακώς προς την επόμενη παραλία. Το τοπίο συνεχιζόταν με την ίδια μορφολογία, ένα ατελείωτο παραθαλάσιο δάσος απο λιόδεντρα, χωρίς κανένα οίκημα πια τριγύρω μου.
Είχα μπεί πια για τα καλά στην άγνωστη περιοχή.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
20.12.07
0
Aπαντήσεις
Eνότητα: Τα ανοιχτά πόδια
Τα ανοιχτά πόδια 2
>> Η διάρροια εκείνης της νύχτας ήταν το πρώτο από τη σειρά εκδήλωσης φαινομένων της καλής μου τύχης που μου έσωσαν τη ζωή, συνεπώς και τη δική σου. Ήταν περίπου 3 χρόνια πριν γεννηθείς. Ξέρω πως δεν ακούγεται διόλου ηρωικό να χρωστάς τη ζωή σου στις κενώσεις σου, όμως να που ακόμα και οι δύσοσμες τούτες αποφορές, αποκτούν σε κάποιες αναπάντεχες όσο και σπάνιες στιγμές μια αξία ανώτερη κι από τη λάμψη του χρυσού. Ηταν περασμένα μεσάνυχτα, όταν με κόπο άφησα για ακόμα μια φορά το κρεβάτι εξαιτίας των εντερικών μου διαταραχών. Πρέπει να ήταν η τέταρτη ή πέμπτη φορά που σηκωνόμουν εκείνη τη νύχτα, γι αυτό είχα ξαπλώσει με το παντελόνι. Ταυτόχρονα με βασάνιζε από το μεσημέρι μεγάλη αδυναμία κι ένας όχι ιδιαίτερα υψηλός, αλλά εξαντλητικός πυρετός. Τα κόκκαλά μου πονούσαν κι ένοιωθα αναγούλες και μεγάλη δυσφορία. Το λάβδανο που μου έδωσε ο νοσοκόμος στο υγειονομείο δεν με είχε ωφελήσει. Ετσι ζήτησα να ανταλλάξω την εσπερινή μου βάρδια μου στο διοικητήριο με τον Βενσάν κι εκείνος, φίλος από τους λίγους, που μαζί είχαμε καταπλεύσει σ' αυτο το ελληνικό νησί μόλις τρείς μέρες πριν έπειτα από μακρύ μπάρκο από τη Μασσαλία, το δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Αχ, ο καλός μου Βενσάν, που να το γνώριζε πως η αλληλέγγυα καλοσύνη του θα αποδεικνυόταν πολύ σύντομα μοιραία για εκείνον. Φόρεσα με κόπο τις μπότες μου και σκέπασα τους ώμους με το αμπέχωνο καθώς ένοιωθα ρίγη, παρότι ο καιρός ήταν γλυκός κι η νύχτα ζεστή, χωρίς μεγάλη υγρασία. Από συνήθειο που με ακολουθεί από παιδί, είχα πάντοτε περασμένο στη ζώνη μου ένα μικρό εγχειρίδιο. Μέχρι τότε μου είχε χρησιμέψει μονάχα σε σκαλίσματα και διάφορες εργασίες στο πλοίο και τη στεριά, αλλά έμελε σύντομα να αποδειχτεί το μόνο μου όπλο. Η τουαλέτα ήταν περίπου 50 βήματα από την είσοδο της παλιάς σιταποθήκης, την οποία η φρουρά είχε εδώ και κάμποσο καιρό μετατρέψει σε πρόχειρο στρατώνα επειδή ήταν πιο βολική από τον παλιό, μια που βρισκόταν πλάι στο αρχοντικό που στέγαζε το διοικητήριο από τη μια πλευρά, και στη δογάνα* [*τελωνείο] από την άλλη. Και τα τρια κτίρια βρίσκονταν στο λιμάνι, λίγες δεκάδες μέτρα νότια από το νησάκι απέναντι που αν θυμάμαι καλά το ΄λεγαν Αγιο Νικόλαο, με το μισογκρεμισμένο του κάστρο. Τα κανόνια του ωστόσο τα γυάλιζαν κάθε βδομάδα όπως είχαμε μάθει με το που φτάσαμε και μάλιστα την επομένη ήταν η σειρά μας να τα φροντίσουμε. Τα κανόνια αυτά είχαν πάμπολλες φορές σώσει το νησί από τους πειρατές και τις σποραδικές απερίσκεπτες επιδείξεις θράσους των Αγγλων. Οι Τούρκοι που έδρευαν απέναντι, στην ηπειρωτική χώρα, εκείνη την εποχή τουλάχιστον, όπως μας μας είχε ενημερώσει ο υπολοχαγός στην αναφορά μόλις έφτασε το απόσπασμά μας, ήταν νηφάλιοι και δεν ενοχλούσαν. Μπροστά μας, στο σημείο που τέλειωνε η ακτή του Αγίου Νικολάου, ήταν δεμένη και μια μεγάλη γαλιώτα που είχε ξεμείνει απο τους Βενετούς εδώ και πάρα πολλά χρόνια όπως έμαθα. Το σκαρί της ήταν πια πολύ ταλαιπωρημένο για να σαλπάρει, τα υγρά αμπάρια της όμως χρησίμευαν ακόμα για κάτεργο και τα κανόνια της για υποστήριξη του κάστρου και της νότιας εισόδου του μικρού καναλιού που οδηγούσε στο λιμάνι. Ο καθαρός θαλασσινός αέρας που με χτύπησε σαν βγήκα από τον βρωμερό μας θάλαμο, επέτεινε την επείγουσα φύση της ανάγκης μου. Τρέχοντας πια, ίσα που πρόφτασα να μπω στο αφοδευτήριο και να κατεβάσω το παντελόνι. Ανακουφίστηκα στο ρυθμό που έδινε ο γρύλος από κάποιο κοντινό λιόδεντρο, απο τα χιλιάδες που υπήρχαν σε τούτο το νησί κι έφταναν μέχρι το κύμα. Τότε έπεσε η πρώτη τουφεκιά.
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
2.12.07
0
Aπαντήσεις
Eνότητα: Τα ανοιχτά πόδια
Τα ανοιχτά πόδια 1
Αναρτήθηκε από
Nomad
at
1.12.07
0
Aπαντήσεις
Eνότητα: Τα ανοιχτά πόδια