Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες που θαθελα ν αρέσουν σε ανθρώπους που ξέρω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες που θαθελα ν αρέσουν σε ανθρώπους που ξέρω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι κόκκινες σκιές

Η γυναίκα αυτή είναι όμορφη και έξυπνη: αχ, πόσο εξυπνότερη θα είχε γίνει, αν δεν ήταν όμορφη! Νίτσε, Χαραυγή
Οταν ο Λουσιέν έκλεισε την τελευταία σελίδα απο το "Αγνωστο Αριστούργημα" , η ώρα ήταν σχεδόν 11 το βράδι. Με τις παντόφλες και τις πυζάμες κατέβηκε απο το διαμέρισμά του και έτρεξε στο διπλανό βίντεοκλάμπ. Μόλις που πρόλαβε τον υπάλληλο πριν κλείσει τον υπολογιστή. Νοίκιασε την "Ωραία Καυγατζού" στην τετράωρη έκδοση κι επέστρεψε σπίτι. Μέχρι τις 4 το πρωί δεν κουνήθηκε απο τον καναπέ. Παρατηρούσε τις καμπύλες της Μπεάρ. Τη μεστότητα ερμηνείας του Πικολί. Και ιδίως τον τρόπο του Ριβέτ να αναπλάθει κινηματογραφικά την αμηχανία του μετρ Φρενχόφερ. Η ίδια η ταινία, χωρίς να το υποδηλώνει, ήταν μια "αναπαράσταση" του βιβλίου: όπως ο μετρ ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε στον καμβά την Κατρίν Λεσκώ του προσπαθώντας να την αποδώσει τόσο τέλεια ώσπου στο τέλος κατόρθωσε μια μουτζούρα απο την οποία διέφευγε ένα τέλειο πόδι, έτσι κι ο σκηνοθέτης, πλάνο προς πλάνο προσπαθούσε να αποδώσει την τελειότητα. Ωσπου έκανε μια ταινία που ο Λουσιέν παρακολουθούσε καθηλωμένος, ακριβώς επειδή το να είναι βαρετή, το να διασώζονται από αυτήν μονάχα μερικά τέλεια πλάνα στη γενική σπατάλη κινηματογραφικού χρόνου, ήταν το στοίχημα του σκηνοθέτη. Ο Ριβέτ, αποδείκνυε μέσα σε 4 ώρες πλάνων ενός ζωγράφου που επιχειρεί το αδύνατο, οτι η ίδια προοπτική μπορούσε να εφαρμοστεί και στην κινηματογραφική τέχνη. Οπως ο Μπαλζάκ περιέγραφε μια μουτζούρα, μεταπλάθοντάς την διαδρομή του δημιουργού της μέχρι αυτήν σε υψηλή αφήγηση, έτσι ο Ριβέτ, μεταπλάθοντας ξανά την λογοτεχνική αφήγηση σε κινηματογραφική, επαναλάμβανε τα βήματα ανάποδα, κατερχόμενος προς τη μουτζούρα. Η ταινία του δεν απεικόνιζε μόνο την πορεία του μετρ προς το ανέφικτο, αλλά και την πορεία του σκηνοθέτη. Ο άνθρωπος φιλοσοφούσε με την κάμερα.
Οταν η ταινία τελείωσε, ο Λουσιέν δε μπορούσε να κοιμηθεί. Εβαλε ενα ουίσκι και μπήκε στο ατελιέ. Είχε να μπει εκεί μέσα από τότε που η Ελέν τον είχε εγκαταλείψει, πρέπει να είχαν περάσει 6 μήνες. Τα πορτρέτα της, όσα δεν της είχε χαρίσει, ήταν ακόμα εκεί, εκτεθειμένα στο πάτωμα να ακουμπάνε στον ανατολικό τοίχο. Απο το παράθυρο έπεφτε πάνω τους μια αχτίδα φεγγαρόφωτου. Αναψε το φως. Οι αράχνες είχαν απο καιρό ξεκινήσει το πλέξιμο. Στον κεντρικό καμβά, που από τότε ξεκουραζόταν στο μεγάλο καβαλέτο, η επιφάνεια ήταν ολόλευκη εκτός απο την κάτω δεξιά γωνία. Εκεί, ένα θεσπέσιο πόδι με καλοσχηματισμένα μακριά δάκτυλα εισέβαλλε στο λευκό μέχρι λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο. Μέχρι εκεί είχε προφτάσει να το ζωγραφίσει την ημέρα που η ζωή του διαλύθηκε. Μάλιστα αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είχε κάνει την Ελέν να του πετάξει με κακία: "Ουτε ο Φρενχόφερ να ήσουν. Δεν αρκεί να ζωγραφίζεις καλά Λουσιέν, πρέπει η υπόλοιπη ζωή σου να μην είναι μια μουτζούρα..." Α, η μοντέρνα του Μπελ Νουαζέζ, έτσι ακριβώς είχε πει εγκαταλείποντάς τον. Και τότε ο Λουσιέν συνειδητοποίησε ότι μπροστά στην καλλιεργημένη αυτή γυναίκα, ο ίδιος ήταν ένα κούτσουρο απελέκητο, με μόνο ταλέντο να μπορεί να ζωγραφίζει και να σκορπάει το σπέρμα του γρυλίζοντας σαν πεινασμένη ύαινα.
Ο Λουσιέν δεν είχε παιδεία. Απο μικρός βαριόταν τα διαβάσματα και προτιμούσε να σκιτσάρει. Δεν είχε τελειώσει καν το Λύκειο. Στο Γυμνάσιο τον είχε εντοπίσει ενα περιοδικό κόμικ και από τότε βιοποριζόταν με την τέχνη του, στην αρχή σκαρώνοντας σκίτσα για το περιοδικό και στη συνέχεια αποκτώντας το στυλ που τον καθιέρωσε. Τώρα, στα πενήντα του, είχε πια αναγνωριστεί σαν ένας από τους καλούς ζωγράφους των νοτίων επαρχιών, είχε εκθέσει αρκετές φορές στο Παρίσι και τα έργα του πουλιόνταν καλά. Αλλά πόσα πράγματα, σκεφτόταν τώρα, θα ήξερε για τη ζωή και για την τέχνη, πόσα πράγματα θα μπορούσε να συζητά με την Ελέν, αν δεν ασκούσε τόσο συστηματικά την κλίση του, αν ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν αφοσιωμένη στο χρωστήρα και στο σεξ. Ο Λουσιέν, επηρεασμένος από οσα είχε μόλις βιώσει, ένοιωθε κάτι σαν πολιτιστικό σοκ. Διαπίστωνε ότι η εξειδίκευση και το ταλέντο του τον είχαν παρασύρει σε μια ζωή γεμάτη χρώματα και φαντασία, αλλα ταυτόχρονα μονοσήμαντη, σα μια πολύχρωμη σουρεαλιστική βίδα, αλλά πάντως βίδα.
Ντρεπόταν που δεν ηξερε τίποτα για τον Μπαλζακ, παρότι καταγόταν απο κοντινή περιφέρεια. Λυπόταν που δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ για τη λογοτεχνία η τον κινηματογράφο, που ολα αυτα που για την Ελέν ήταν τόσο αφομοιωμένα ώστε θαλεγες πως κυλούσαν στο αίμα της, ήταν για τον ίδιον άγνωστη γη. Ντρεπόταν που έφτασε σ αυτή την ηλικία για να μάθει ότι κάποιος μεγάλος λογοτέχνης, 100 και βαλε χρόνια πριν, είχε "ζωγραφίσει" με λέξεις την απελπισία που κι ο ίδιος ένοιωθε πολλές φορές, μπροστά στο μη τέλειο, μπροστά στην αδυναμία του να εκφράσει στον καμβά ακριβώς αυτό που είχε στη φαντασία του. Γιατί τότε θα ήξερε πως δεν ηταν ο μόνος που τον βασάνιζε η αδυναμία να αποδώσει την Ελέν ακριβώς όπως ο ίδιος την αισθανόταν, όχι τόσο μορφικά όσο εσωτερικά, να αποδώσει στον καμβά δηλαδή εκείνο που αποτελούσε την ουσία της Ελέν και βρισκόταν πίσω απ το δέρμα και ενδιάμεσα στις αποχρώσεις.
Κάθισε στο ψηλό σκαμπό και κοιτούσε το πόδι. Πόσες φορές το είχε φιλήσει αυτό το πόδι, πόσες φορές το είχε λατρέψει ανεβαίνοντας γονατιστός προς τους μηρούς, κι έπειτα σε εκείνη την πάντα φρεσκοξυρισμένη πηγή που τον ξεδίψαγε...
Τους τελευταίους έξι μήνες, μόλις καταφερε να ξεμεθύσει από τη μέρα που τον εγκατέλειψε η Ελέν, ο Λουσιέν δεν είχε πιάσει πινέλο. Αντίθετα, είχε διαβάσει πολύ. Είχε διαβάσει τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή του. Είχε κρατήσει για το τέλος τον Μπαλζάκ. Για το τέλος που σχεδίαζε, μη μπορώντας να φανταστεί μια ζωή χωρίς την Ελέν. Κι αυτό το τέλος είχε έρθει. Δεν απέμενε στον Λουσιέν παρά να αξιοποιήσει όλες αυτές τις γνώσεις που ρούφηξε το τελευταίο διάστημα για να επινοήσει έναν τρόπο αναχώρησης που να τον εξέφραζε, να ήταν δικός του, να είχε την υπογραφή Λουσιέν, και παράλληλα να είναι ποιητικός, δεν ήξερε πως ακριβώς, να ήταν μια πράξη που θα στιγμάτιζε για πάντα με το βάρος της φόνισσας την ψυχή αυτής της άσπλαχνης γυναίκας, αυτής της φαμ φατάλ που δεν υπολόγισε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει, ούτε υπέκυψε ποτέ στις απελπισμένες του εκκλήσεις να γυρίσει κοντά του. Αυτής της σκληρής γυναίκας που κάποτε του έλεγε πως τον λάτρευε, για να αποδειχτεί, όπως το έβλεπε τώρα εκείνος, πως λάτρευε τον χρωστήρα και το ταλέντο του μονάχα, και μόλις κατάλαβε πως ο Λουσιέν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της όπως οραματιζόταν αφού δεν είχαν τίποτα κοινό περα απ την αγάπη τους για τη ζωγραφική, σιγά σιγά αποξενώθηκε κι εντέλει έφυγε.
Κοιτώντας το θεσπέσιο πόδι ο Λουσιέν θυμήθηκε το Εξαίσιο Πτώμα, ένα απο τα βιβλία που είχε διαβάσει τελευταία. Σκέφτηκε να ρουφήξει όλη την κόκα που του είχε απομείνει και αυτοκτονήσει με πριόνι. Αλλά το μετάνοιωσε σύντομα γιατι παρότι ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να κόψει τα πόδια του και το αριστερό χέρι χωρίς να πονέσει πολύ, δεν έβρισκε τρόπο να κόψει το δεξί του χέρι. Θα έπρεπε να είχε πριονοκορδέλα μαραγκού. Μετά σκέφτηκε να πάει να αγοράσει απο την προκυμαία της Μασσαλίας κάποιο τεράστιο ψάρι, ας πούμε έναν πελώριο γαλαίο η εναν σφυροκέφαλο και να αποκεφαλιστεί με τα δόντια του, αφήνοντας καποιο μεγάλο βάρος να πέσει απο ψηλά, αφου θα είχε χώσει το κεφάλι του στο στόμα. Αφού διαπραγματεύτηκε για ώρα τους ενδεχόμενους τρόπους αυτοκτονίας, ο Λουσιέν αποφάσισε πως ηταν κότα. Δεν τολμούσε να πεθάνει για χάρη της. Μήπως αυτό σήμαινε πως δεν την αγαπούσε αρκετά; Η μήπως σήμαινε πως υπήρχε ακόμα ζωή, αν έβρισκε έναν τρόπο να συγκινήσει αυτή την κυνική; Τι είναι αγάπη αν δεν πεθαίνεις γιαυτήν; Αλλά και ποιός είσαι εσύ αν δε μπορείς να συγχωρήσεις την αλλαζονεία του ανθρώπου που αγάπησες, να την μεταμορφώσεις σε κάτι πιο ανθρώπινο; Κι εκείνη τη στιγμή που αναρωτήθηκε, μια θολή, συγκεχυμένη ιδέα του ήρθε στο μυαλό. Βγήκε από το ατελιέ κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Τα επόμενα 4 χρόνια ο Λουσιέν δεν ξαναμπήκε εκεί μέσα. Δεν έπιασε πινέλο. Εβγαινε από το σπίτι του μόνο για να ψωνίσει τα απαραίτητα. Δεν κατέβαινε ουτε καν στο λιμάνι να πιεί με τους λιγοστούς του φίλους. Δεν έκανε αλλη έκθεση και αρνιόταν να μιλήσει με τους γκαλερίστες. Ειχε αρκετά χρήματα πια για να μην χρειάζεται να πουλάει διαρκώς. Σταμάτησε να τρώει και απέμεινε ίχνος του εαυτού του. Αντιθέτως, διάβαζε συνεχώς, ακατάπαυστα, κάθε μέρα όλη τη μέρα. Διάβασε δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Και ολα τα βιβλία για τα οποία κατά καιρούς του είχε μιλήσει η Ελέν.
Στην επέτειο των 5 ετών απο τον χωρισμό τους, κι ενώ εκείνη δεν ενέδιδε στις αραιές εκκλήσεις του, τηλεφωνικές πάντα, για επανασύνδεση, ο Λουσιέν ένοιωσε έτοιμος να ξαναμπεί στο ατελιέ. Ανοιξε την πόρτα, παραμέρισε τους ιστούς και κάθισε ξανά στο σκονισμένο σκαμπώ μπροστά απο το πόδι. Ανακάτεψε τις μπογιές στην παλέτα και ξεκίνησε.
~
Οταν η Ελέν είδε στις καλλιτεχνικές εφημερίδες φωτογραφίες από το νέο δημιούργημα του Λουσιέν, που ο ζωγράφος αρνιόταν να πουλήσει παρότι του είχαν γίνει απίστευτες προσφορές, και διάβασε αναφορές για τον τρόπο που ζωγραφίστηκε, ανατρίχιασε. Οι εφημερίδες μιλούσαν για μια νέα, την πιο ώριμη περίοδο στη δουλειά του γνωστού ζωγράφου, έκαναν λόγο για μετάλλαξη του ύφους και του στυλ που επέφερε, εκτιμούσαν, η ωριμότητα και η απόσυρση 6 ετών απο τα δρώμενα. Κάποια υπερβολική μιλούσε για παρθενογέννεση, άλλη για μια νέα τάση στη ζωγραφική.
Μπήκε στο ατελιέ του Λουσιέν με προσεκτικά βήματα και κρατώντας την ανάσα της. Σκεφτόταν ότι όλα αυτά τα χρόνια τον είχε στο μυαλό της και μετάνοιωνε για την απόφασή της να τον εγκαταλείψει τόσο σκληρά. Οσοι αντρες πέρασαν έκτοτε από τη ζωή της δεν την είχαν συγκινήσει όσο εκείνος. Σκεφτόταν πως υπήρξε αλλαζονική που τον απέρριψε επειδή ήταν ακαλλιέργητος, αφού το ταλέντο του προσανατόλιζε τις πράξεις του. Ισως κάπου υπήρξε άδικη, ίσως όταν πέρασε η πρώτη φλόγα να τον αντιμετώπισε σαν κατηγορία και όχι ως μονάδα, ίσως του αφαίρεσε συμπεριφερόμενη έτσι αυτό ακριβώς για το οποίο τον είχε αγαπήσει, την ιδιαιτερότητά του. Σκεφτόταν πως ο Λουσιέν δεν είχε λόγο να γίνει ευρυμαθής, αφού ο θεός, η τύχη, η όποιος τέλος πάντων, του είχε χαρίσει κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν είχαν.
Η Ελεν, μπροστά στον απίστευτο πίνακα που αντίκρυζε επιτέλους στο φυσικό του μέγεθος, καταλάβαινε πως είχε κρίνει τον Λουσιέν χρησιμοποιώντας ένα κουτάκι, εγκλωβίζοντάς τον μέσα στην αντίληψή της για το πως πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Δεν είχε κρίνει τον ίδιον, αλλά την αντίληψή της μέσα από αυτόν. Τώρα η Ελέν έβλεπε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει αυτός ο άνθρωπος.
Το αρχικό εξαίσιο πόδι συνεχιζόταν τώρα και σχημάτιζε την ίδια, καθιστή. Μπροστά της βρισκόταν ένα ανοικτό βιβλίο, που φαινόταν να είναι ενωμένο με τα χέρια της, να αποτελεί προέκτασή της. Ομως μόνο το πόδι είχε ζωγραφιστεί "κανονικά". Ολόκληρο το υπόλοιπο σώμα της ήταν φτιαγμένο με γράμματα. Τα γράμματα αυτά, διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων, πάχους, με διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες στις φράσεις που συγκροτούσαν, σχημάτιζαν προτάσεις κανονικές που μπορούσε κανείς να τα διαβάσει αν ξεκινούσε από το πόδι. Οι φράσεις αγκάλιαζαν τους γοφούς της και διπλώνοντας στο λαιμό της θαυμάστικά και σημεία στίξης, σκιάζοντας και τονίζοντας το φως σα να έπεφτε σε ιδρωμένο σώμα σε καίρια σημεία, με καταλληλα χρώματα έδιναν τους τόνους της αναπαράστασης. Αν κάποιος είχε υπομονή, θα μπορούσε να διαβάσει στον πίνακα ένα ολόκληρο βιβλίο. Ηταν το Αγνωστο Αριστούργημα του Μπαλζάκ.
Ο Λουσιέν την είχε ζωγραφίσει με τις λέξεις. Σα να φωτιζόταν απο το βιβλίο που κρατούσε. Το είχε σχεδιάσει έτσι ώστε οι φράσεις κλειδιά να βρίσκονται στα κατάλληλα σημεία, διέκρινε τώρα τις λέξεις belle noiseuse στο περίγραμμα των χειλιών της, διάβαζε το τέλος της ιστορίας, το σημείο που αποκαλύπτεται οτι ο τέλειος πίνακας που ζωγράφισε ο Φρενχόφερ δεν είναι παρα μια μουτζούρα, στο πίσω μέρος του αστραγάλου της, οι προσπάθειες του ζωγράφου συγκροτούσαν τον αφαλό της και οι πιο έντονες συνομιλίες κατέβαιναν βαθειά μέχρι την ήβη της. Αν στεκόταν μακριά από τον καμβά, οι λέξεις δεν διακρίνονταν και μπορούσε να δει τον εαυτό της, ζωγραφισμένο σουρεαλιστικά, σαν ένα εξαίσιο νέο ζωντανό είδος. Δεν θα μάθαινε ποτέ ότι για τον Λουσιέν δεν επρόκειτο για ζωντανό είδος, αλλά για την ανάσταση ενός αγαπημένου εξαίσιου πτώματος. Ο λόγος σχηματίζει τη σάρκα, τον ιδρώτα, την έκφραση. Η απόσταση επαναφέρει την απαραίτητη ενότητα στην επιφάνεια του δέρματος. Για να μην πνιγεί κανείς στα βάθη εκεί μέσα.
Εκτός απο το ποδι, μια ακόμα κανονική εικόνα βρισκόταν στο ανοιχτό βιβλίο μπροστά της. Εκεί, η Ελέν διέκρινε τον Λουσιέν με τα χέρια ανοικτά, να την κοιτάει μέσα από το βιβλίο υπομειδιώντας.
-Αληθεύει ότι χρησιμοποίησες το αίμα σου στα γράμματα που σχηματίζουν τις κόκκινες σκιές όπως έγραψε η Φιγκαρό; τον ρώτησε αργά το βράδι φωλιάζοντας στην αγκαλιά του. Ενοιωθε ξανά εντελώς δική του.
-Φυσικά! της αποκρίθηκε χαμογελώντας. -Ηθελα να σου δείξω πως αληθινές είναι μόνο οι λέξεις που ματώνουν. Είχε μάθει πια διαβάζοντας τον Νίτσε ότι η αναγκαιότητα είναι ερμηνεία κι όχι γεγονός. Και κάθε ερμηνεία σηκώνει ένα ποσοστό μύθου -ειδικά όταν θες να ξανακερδίσεις τη γυναίκα που αγαπάς αντί να την εκδικηθείς.

buzz it!

Επίλογος

Τα κείμενα που συναρμόστηκαν έτσι ώστε αυτή η νοηματική ενότητα να αποτελείται εξίσου από αυτοτελή διηγήματα όσο και από ενιαίο μυθιστόρημα, με τα διηγήματα να συγκροτούν το βασικό του κορμό, γράφτηκαν στη διάρκεια 18 ημερών, από τις 14 ως τις 31 Μαίου 2064, ημέρα θανάτου του, από τον παππού μου Νικήτα Ζ. Τα βρήκα στον υπολογιστή χωρίς τους τίτλους των κεφαλαίων -οι οποίοι είναι και η μοναδική μου αυθαίρετη συνεισφορά στο πιο ιδιόρρυθμο και τελικό του έργο. To επίγραμμα "Ζω, δηλαδή είμαι άλλος", στο τελευταίο κεφάλαιο, ανήκει στον Πορτογάλο ποιητή Φ.Πεσσόα, του οποίου ένα βιβλίο βρήκα επάνω στο γραφείο του παππού, με αυτή τη φράση υπογραμμισμένη σε μια τσακισμένη στη μέση σελίδα. Ορισμένοι αναγνώστες γνωρίζουν ίσως τον Νικήτα Ζ. από τα μυθιστορήματα, τις ποιητικές συλλογές και τις μεταφράσεις του. Ενδεχομένως θα απορήσουν με τα κείμενα αυτά καθώς παρουσιάζουν ετερογενές ύφος σε σχέση με το οικείο που μας είχε συνηθίσει εν ζωή ο συγγραφέας. Τα κείμενα αυτά μοιάζουν αταξινόμητα, γιαυτό και τα κράτησα στην αφάνεια μια δεκαετία. Το έκανα γιατί όταν τα πρωτοδιάβασα, ένοιωσα ότι ο προσφιλής μου παππούς, παρότι αναφερόταν σε τρίτα πρόσωπα ξεδίπλωνε μέσα από αυτά προσωπικά, σχεδόν μύχια ζητήματα, που ειλικρινά, δεν ήξερα αν είχα το δικαίωμα να τα εκθέσω σε κοινή θέα. Η μνήμη του εξάλλου ήταν τότε νωπή μέσα μου και αισθανόμουν κατά κάποιο τρόπο να είμαι η μόνη «κληρονόμος» και αποδέκτης αυτών του των σημειώσεων, που σε πολλά σημεία αναφέρονταν σε ένα νεώτερό μου εαυτό, απαλλαγμένο από τα βαρίδια της πραγματικότητας και ζωγραφισμένο εξ αρχής υπέρ-ρεαλιστικά από τον καλλιτέχνη. Σήμερα ωστόσο πιστεύω πως σκεπτόμουν εγωιστικά. Οι τελευταίες σκέψεις του Νικήτα Ζ. δεν ήταν διόλου προσωπικές. Αντιθέτως, το νόημα κάθε περιγραφής, είναι μεν στενά δεμένο με τις περιστάσεις και την ιδιάζουσα πρόσληψη της πραγματικότητας στη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του, ωστόσο νομίζω τώρα πια πως ο παππούς βρήκε τον τρόπο να ξεπεράσει αυτούς τους περιορισμούς. Το καρναβάλι της κατανόησης και της κρίσης είναι ανοικτό σε όλους. Τα κείμενα αυτά γράφτηκαν σε μια μοναδική περίοδο του συγγραφέα τους. Αμέσως μετά από την έξοδό του από το νοσοκομείο, μετά από μια περίοδο 43 ημερών σε κωματώδη κατάσταση, συνέπεια μιας σπάνιας εκφυλιστικής νόσου. Ο Ζ. έζησε στο σπίτι του ακόμα 20 μέρες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, έχοντας οξυμένα αντιληπτικά προβλήματα, έντονους πονοκεφάλους και ένα επίλεκτο είδος αμνησίας. Λάμβανε συνεχή φαρμακευτική αγωγή και παρουσίαζε αδυναμία αναγνώρισης οικείων προσώπων, μεταξύ των οποίων πλήρως της μητέρας και μερικώς του δικού μου. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ημερών του, μοναδική του ασχολία ήταν να γράψει ετούτα τα κείμενα. Η πάθηση που διαγνώστηκε ήταν εξαιρετικά σπάνια, μια νευρολογική διαταραχή που ονομάζεται «δυσαφηγησία». Πρόκειται για κάτι περισσότερο από απλή βλάβη της μνήμης, καθώς αποδιοργανώνει ριζικά την αίσθηση του εαυτού. Οι πάσχοντες φαίνεται να βιώνουν κάποιο είδος συγχώνευσης με τον εξωτερικό κόσμο. Η δυσαφηγησία αποβαίνει συνήθως μοιραία για την προσωπικότητα. Τα άτομα χάνουν την ικανότητα να κατασκευάζουν αφηγήσεις για το ποιοί είναι και τελικά χάνουν τον εαυτό τους, η ανακατασκευή του οποίου δείχνει να μην μπορεί να προχωρήσει ξέχωρα από την ικανότητα της αφήγησης. Ένας ψυχίατρος περιέγραψε ασθενή του που έπασχε από αυτό το σύνδρομο ως «αδειασμένο, χωρίς ψυχή». Πείστηκα να δημοσιοποιήσω τα κείμενα όταν, πολλά χρόνια αργότερα, στην προσπάθειά μου να βρω κάποια νοηματική άκρη -εάν δεχτούμε ότι υπάρχει κάποιο νόημα- διαβάζοντάς το από κοινού με φίλο καθηγητή ψυχολογίας, μου υπέδειξε ένα σύγγραμμα του Φρόιντ , που όπως ξέρουμε θεωρούσε τα όνειρα βασιλική οδό για το υποσυνείδητο, στο οποίο απομόνωσε τη φράση: «ο καθένας από εμάς μοιάζει με το σύνολο των χαρακτήρων σε ένα μυθιστόρημα ή θεατρικό έργο». Η επιστημονική υπόθεση του φίλου μου ήταν πως ο παππούς μου, επιχειρώντας υποσυνείδητα να ξεπεράσει τη δυσαφηγησία, με το χέρι του χάρου να του χαϊδεύει τα μαλλιά, άρχισε εσπευσμένα να ξανακατασκευάζει τον εαυτό του μέσω της αφήγησης άλλων. Από τη μνήμη του, η οποία για τους αρχαίους είναι η μητέρα των Μουσών, εκείνος είχε χάσει την πιο πρόσφατη, την πιο τρυφερή του μούσα. Για να μπορέσει να ξαναθυμηθεί τον εαυτό του, κατασκεύασε ιστορίες από τις μακροχρόνιες μνήμες του, που ενώ είχαν χαρακτηριστικά της δικής του ζωής, συνέβαιναν σε τρίτους. Από μεριάς μου θα το έθετα πιο απλά: έπρεπε τάχιστα να δημιουργήσει μια ψυχή να παραδώσει. Κι αν πιστέψουμε όπως ο Σέξπηρ, ότι είμαστε όλοι μας φτιαγμένοι από υλικά ονείρων, τότε ο τρόπος που το έκανε ήταν πρόσφορος. Αυτό που ακόμα με προβληματίζει είναι πως αν κάθε εμπειρία μεταβάλει τη συνείδηση, τότε η εμπειρία ανάγνωσης αυτών των παράξενων κειμένων μετέβαλε αρκετά τη δική μου. Από τότε ξυπνώ συχνά με την αίσθηση ενός παράξενου φωτός να εκβάλει πίσω στον κόσμο του συνειδητού. Ξέρω φυσικά πως αυτό δεν είναι πραγματικό συναίσθημα, αλλά πιθανότατα απότοκο της αγάπης μου για τον Νικήτα Ζ. και των αναγνώσεών του έργου του. Αλλά τι είναι η πραγματικότητα τελικά; Μήπως υπάρχουν πραγματικότητες που όταν αθροιστούν συγκροτούν μιαν άλλη πραγματικότητα; Ποιος μπορεί με ασφάλεια να πει αν οι ονειρευτές ήταν πλάσματα της φαντασίας του Ζ. ή όχι; Ας μου επιτραπεί να διατυπώσω μια τελευταία εκδοχή: διαβάζοντας τις ιστορίες του, αισθάνθηκα πως το όνομα με το οποίο βαφτίστηκα και εκείνο με το οποίο επέλεξε να με αποκαλεί, είχαν αντίστοιχη συνάφεια με αυτή των διηγήσεών του. Αδριανή Ζ.

ΤΕΛΟΣ ==== Οδηγίες για τολμηρούς:

Αν κάποιος θέλει να διαβάσει μεγάλο τμήμα του παρόντος μπλογκ σαν μυθιστόρημα (το οποίο υπάρχει και εντύπως αλλα εδώ είναι, νομίζω, καλύτερο και δε χρειάζεται να το αγοράσει κανείς) , δεν έχει παρά να ξεκινήσει από τον Κέντρωνα , να ακολουθήσει τις παραπομπές στο κείμενο αυτό και κατόπιν να συνεχίσει με τους Κεντρωνες 2, 3, (και τις παραπομπές τους) το Ζω, δηλαδή είμαι άλλος και να καταλήξει στο παρόν επιλογικό κείμενο. Επίσης μπορεί να διαβάσει πρώτα τα αυτοτελή διηγήματα και να συνεχίσει στους Κεντρωνες χωρίς να αλλοιωθεί η νοηματική ακολουθία, ή να μείνει σε αυτά εάν δεν του αρέσει η ιδέα της «διηγηματικής μυθιστοριογραφίας». Εναλλακτικά ας πιει καμιά μπυρίτσα. Εις υγείαν! :) Ευχαριστώ.

buzz it!

Ζω, δηλαδή είμαι άλλος: Το διπλό όνειρο

Είμαι η Μπαζ. Είμαι σπουργίτι. Τσιμπολογάω και φεύγω. Ονειρεύομαι πως είμαι άνθρωπος. Πως δεν θα πεθάνω στα κεραμίδια κάποιο πρωί με το κεφάλι τσακισμένο κατά λάθος στην ποντικοπαγίδα που έστησαν για έναν αρουραίο. Ονειρεύομαι πως κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, αυτά τα μεγάλα πλάσματα ζουν άλλη μοίρα από τη δική μου. Θέλω να τη νοιώθω, να τη γεύομαι. Γίνομαι ένα από αυτά τα πλάσματα, αυτό που κάθεται μπροστά σε εκείνα τα διάφανα εμπόδια του ουρανού και με κοιτάζει. Κι αυτός έρχεται σε μένα. Μου φαίνεται παράξενο που εγώ θέλω να ονειρευτώ τη ζωή του ενώ εκείνος ποθεί να ζήσει τη δική μου. Τη φαντάζεται διαρκώς εναέρια, ηδονίζεται να νοιώθει τον αέρα στο πρόσωπο και την απεραντοσύνη του ουρανού. Τον φαντάζομαι να σπαρταράει με το λαιμό του πιασμένο στη φάκα μετά από κάποια γεμάτη φιλοσοφία βόλτα πάνω από την πόλη. Να τσακίζεται πέφτοντας με φόρα σε κάποιαν από αυτές τις πελώριες κρύες στήλες που αντανακλούν τον ήλιο, σαν ετούτες πίσω από τις οποίες κάθεται. Να κοκαλώνει θαμμένος στο χιόνι. Είναι αστείο. Όσο αστείο θα ήταν να πέθαινα εγώ εκεί μέσα, πάνω από το φωτεινό αντικείμενο προς το οποίο στρέφεται όταν δεν με κοιτάει. Όχι, μου αρκεί να κλείσω τα μάτια και να αφεθώ μέσα του για λίγο μόνο, προτιμότερο να προσέχω τις ποντικοπαγίδες. Η διαφορά μας τότε θα είναι ότι αυτός θα πεθάνει κάτω από τα κεραμίδια κι εγώ από πάνω. Και πως αυτός δεν ξέρει πως να ονειρεύεται. Όσο το σκέφτομαι, τόσο πιο ειρωνικό το βρίσκω. Εμείς που μπορούμε να εκτιμήσουμε την τέχνη του ονείρου δεχόμαστε όλο και πιο σπάνια τις επισκέψεις των διάφανων ενώ εκείνοι που δεν ξέρουν να εκτιμήσουν την τύφλα τους, ονειρεύονται καθημερινά. Και το πρωί συνήθως το ξεχνάνε! Είναι, μας λένε συνωμοτικά οι διάφανοι, «ο τρόπος τους να πετάνε». Ψέματα λένε οι διάφανοι. Είμαι βέβαιος ότι στα φίδια θα λένε πως είναι «ο τρόπος τους να σέρνονται» Τα λένε αυτά για να δικαιολογήσουν την προτίμησή τους στους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα νομίζω πως απλά τους διασκεδάζει περισσότερο να κάνουν πλάκα με αυτά τα απροστάτευτα πλάσματα, το παραδέχονται οι περισσότεροι εξάλλου. Ετούτο απέναντι κλείνει σε λίγο τον κύκλο του. Είμαι μέσα του τώρα. Το διαισθάνεται και προσπαθεί να καταλάβει. Είναι απίστευτο το πόσο περίπλοκα σκέφτεται. Αυτό με τρελαίνει με τα όνειρα των ανθρώπων, η τροχιά της σκέψης τους. Θυμάμαι παλιότερα, είχα νοιώσει την καθαρή ηδονή μιας λέαινας τη στιγμή που σκότωνε ένα μικρό αγριογούρουνο. Το μυαλό της ποτίστηκε από απόλυτη χαρά ενώ ρουφούσε το ζεστό αίμα. Έχω νοιώσει το σκίρτημα της αγάπης του σκύλου, τις πολύπλοκες αντιδράσεις των δελφινιών και το ερωτικό κάλεσμα της γάτας. Έχω καταλάβει πολλές ψυχές που ονειρεύτηκα. Και αντίστοιχα, χιλιάδες διαφορετικά πλάσματα κατάλαβαν τη δική μου. Του ανθρώπου είναι βέβαια η πιο παράξενη, αλλά και η πιο απλή ταυτόχρονα. Το δράμα του είναι που δεν μπορεί κατανοήσει καμία διαφορετική ζωή και που ποτέ η σκέψη του δεν είναι ξεκάθαρη. Δεν γνωρίζει να οδηγάει τα όνειρα, δε μπορεί να υποτάξει και να καθοδηγήσει τους διάφανους όπως μπορούμε όλοι εμείς. Κι αυτός είναι ο λόγος που τον προτιμούν. Και ακόμα, μέσα στην απέραντη μοναξιά του είναι τόσο παράλογα κοινωνικό αυτό το πλάσμα που για κάθε του πράξη, σκέψη και κίνηση, υπολογίζει τις συνέπειες και τις αντιδράσεις των άλλων ανθρώπων, συνήθως πολλών άλλων ανθρώπων. Πολλές φορές το κάνει ακόμα κι όταν ονειρεύεται, χωρίς να το συνειδητοποιεί. Εγώ τσιμπολογάω και φεύγω. Η οικογένειά μου αριθμεί χιλιάδες μέλη, αλλά δε βρισκόμαστε συχνά. Οι περισσότεροι πρέπει να έχουν πεθάνει. Η ζωή για μένα είναι ταχύτητα. Από παιδιά μαθαίνουμε να προλαβαίνουμε τα περιστέρια και να φυλαγόμαστε από τις ποντικοπαγίδες των κεραμιδιών. Οι πρόγονοί μας μάθαιναν να ξεγελάνε τα γεράκια, αλλά στην πόλη δεν υπάρχουν πια τέτοια πουλιά. Η ζωή για μένα είναι νομαδική και σύντομη. Απλά έτσι είναι. Γι αυτό μου αρέσει να ονειρεύομαι τις ζωές των άλλων. Αν οι φατρίες των λιονταριών, τα κοπάδια των δελφινιών και τα σμήνη των μελισσών με ταξίδεψαν σε άλλους κόσμους, η άγνοια ονείρων, ο διανοητικός λαβύρινθος και η εξωπραγματική κοινωνικότητα των ανθρώπων με έχει συνεπάρει. Έχω παρατηρήσει πως μερικοί, απέναντι σε αυτά τα παράδοξα της ύπαρξής τους αναπτύσσουν άρνηση και απομονώνονται. Ορισμένοι ξεσπάνε επάνω σε άλλους ανθρώπους και κάποιοι φτιάχνουν στο μυαλό τους ιστορίες. Οι διάφανοι τους κάνουν ό,τι θέλουν σε αυτό το θέμα. Κι εκείνοι τρελαίνονται με τις ιστορίες. Τις κρατάνε για τον εαυτό τους, τις πιστεύουν, τις διηγούνται, τις πραγματοποιούν, τις καταγράφουν σε φωτεινά πράγματα σαν κι εκείνο που κοιτάει ετούτος. Δεν έχει σημασία τι κάνουν κατόπιν με αυτές. Φτιάχνουν ιστορίες, αυτό έχει σημασία. Οι περισσότερες δεν είναι σπουδαίες. Άλλες είναι ασυνάρτητες. Κάποιες όμως είναι από αυτές που μου αρέσουν και τις χαίρομαι όταν τις συναντήσω. Καλές ή κακές, με αυτές τις ιστορίες πάντως εκείνοι τρέφουν την κοινωνία τους κι εμείς τα καλύτερα όνειρά μας. Επειδή μάλιστα δεν ξέρουν τι σημαίνουν οι ιστορίες, πολλές φορές νομίζουν ότι εξηγούν τις αποφάσεις της ζωής τους, αν δεν τις προκαλούνε κιόλας. Μου αρέσουν οι άνθρωποι. Η πολυπλοκότητα της σκέψης τους και ο παραλογισμός της ζωής τους είναι η καλύτερη απόλαυση για εμάς. Αυτός που μέσα του είμαι τώρα είναι τυπικό δείγμα. Υπάρχει όμως και κάτι ιδιαίτερο επάνω του. Δεν ξέρω, αλλά μάλλον έχει να κάνει με κάποιο ατύχημα. Δεν υπάρχει μια συνέχεια στις σκέψεις του, κάποιο αποτέλεσμα που ακολουθεί την αιτία, όπως σε άλλους. Νοιώθω πως κατά κάποιο τρόπο καταλαβαίνει πως τον ονειρεύομαι και με ονειρεύεται κι εκείνος. Δεν με ονειρεύεται απλά, θέλει να ζήσει τη ζωή μου, ίσως νομίζει πως τη ζει κιόλας. Νοιώθω ακόμα πως στο πίσω μέρος του μυαλού του συνειδητοποιεί πως μέσα μου φωτοβολούνε οι διάφανοι, ότι τους βλέπει. Αισθάνεται αλλά δεν ξέρει, καταλαβαίνει αλλά δε συνειδητοποιεί πως με ονειρεύεται. Πράγμα που δεν έχω συναντήσει σε άλλον άνθρωπο. Ίσως μπροστά στο τέλος αυτά τα πλάσματα να αντιλαμβάνονται τα όνειρα καλύτερα. Όταν πεθάνω θα’ θελα να γίνω σπουργίτι. Αυτό που με κοιτάζει τόση ώρα από το κλαδί απέναντι. Ένα τίποτα είναι το σπουργίτι. Άρα θα ξέρει να με οδηγήσει στο τίποτα. Είναι παράξενο που κάθεται ακόμα εκεί, συνήθως τα σπουργίτια δεν περιμένουν για πολύ σε ένα μέρος. Θα ήθελα να τσιμπολογάω και να φεύγω. Κάτι τέτοιο κάνω και τώρα εξάλλου. Πριν από λίγο έφυγαν. Η Αριάδνη σήμερα έφερε μαζί της και το γιατρό. Όχι αυτούς τους γιατρούς που με διαβεβαιώνουν πως «όλα καλά», τον δικό μου το γιατρό. Χάρηκα πολύ που τον είδα. Ο γιατρός είναι φίλος μου. Αγαπημένος φίλος. Απορώ που τον είχα ξεχάσει. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ήμουν βέβαιος πως είχε πεθάνει εδώ και πολύ καιρό. Πρόδρομος σε όλα του, από το όνομα μέχρι τον θάνατο. Μόλις τον είδα, στο μυαλό μου ήρθαν σκηνές από την κηδεία του. Θυμάμαι ότι ήταν άνοιξη κι ότι είχα συναντήσει εκεί τον Σωκράτη και τον Παναγιώτη, που είχα να τους δω πολλά χρόνια. Είδα και την Αλέκα, τη θυμόμουν κοριτσάκι και τότε είχε, νομίζω δυο είπε, παιδιά στο Λύκειο. Μια χαρά κρατιόνταν όλοι. Εκείνη τη στιγμή όμως τα έδιωξα αυτά από το μυαλό μου για να τον αγκαλιάσω. Ντράπηκα να του πω αμέσως πως ήταν πεθαμένος. Ο γιατρός είναι φίλος μου και τους φίλους μας τους αγαπάμε με τα ελαττώματά τους. Η Αριάδνη έστρωσε το τραπέζι και μας σερβίρισε. Για πρώτη φορά την είδα να μου γεμίζει το ποτήρι με κόκκινο κρασί. Και δεν μου έδωσε χάπια. Πριν καθίσουμε, ο γιατρός ζήτησε να με εξετάσει λίγο. Μου πήρε την πίεση και με ακροάστηκε, κοίταξε και τα μάτια μου. Μετά κάθισε να φάμε και σηκώσαμε τα ποτήρια. -Εις υγείαν, τους είπα. -Γειά σου παππούλη, είπε η Αριάδνη. Ήταν ομορφότερη από ποτέ. -Ε, καλά, εις υγείαν. Μακροπρόθεσμα πάντως είμαστε όλοι νεκροί, τοχει πει ο Κεινς, απάντησε ο γιατρός και τσουγκρίσαμε. Πάντοτε ο ίδιος, με τον χαρούμενο μηδενισμό του. Θυμόμουν που κάποτε τον είχα ρωτήσει γιατί να προσπαθούμε για οτιδήποτε στη ζωή, εφόσον τίποτα δεν έχει νόημα. «Μα, ακριβώς γι αυτό», μου είχε απαντήσει χαμογελώντας. "Αφου τίποτα δεν έχει νόημα από μόνο του, εναπόκειται σε εμάς να το δώσουμε" Πέρασαν μερικά λεπτά σιωπής. -Τι λες λοιπόν; με ρώτησε μετά από λίγο. -Τι λέω; τον ρώτησα κι εγώ. -Τι λες να γίνεις μετά; Κοίταξα την μικρή. Μου χαμογελούσε. Μετά… -Εσύ τι θα ήθελες να γίνεις μετά; της μετέφερα αμήχανα την ερώτηση. Υποψιαζόμουν τι εννοούσε, μα ήθελα να δω τι θα καταλάβαινε εκείνη. -Πυγολαμπίδα, είπε αμέσως. -Γιατί πυγολαμπίδα; -Μα γιατί βγάζει φωτιά από τον πισινό της τη νύχτα παππού! Ξέρεις πολλά πλάσματα που να μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο; είπε γελώντας. Η Αριάδνη μου… -Πρώτη φορά σε ακούω να μιλάς για το χρόνο με τέτοιο τρόπο, είπα στον γιατρό. Συνήθως λέξεις όπως «μετά» τις απέφευγες και δεν τις πίστευες… -Γιατί νομίζεις ότι τώρα τις πιστεύω; Αλλά αυτό, Νικήτα, δε σημαίνει τίποτα. Έτσι δεν είναι; Συνεπώς μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Αφοπλιστικός όπως πάντα. Αυτός ο άνθρωπος είναι το καλύτερό μου όνειρο. Με ταξιδεύει σε κόσμους που δεν είχα φανταστεί και μου δίνει να καταλάβω ανάγλυφα την αγωνία της ράτσας του. Αντί να ονειρεύεται όπως οι υπόλοιποι τα δικά του ζητήματα παραλλαγμένα από τους διάφανους, αυτός βλέπει όνειρα άλλων! Η αλήθεια είναι πως αυτά τα πλάσματα κουβαλούν μια πέτρα στις καρδιές τους. Γυρεύουν να αποδείξουν πως υπάρχει λόγος που έζησαν. Φαντασιώνονται πως ζουν ξένες ζωές και ορισμένοι μάλιστα τις ζούνε με τέτοιο τρόπο που δεν απέχει από πραγματικότητα εντός τους. Ζουν σα να ήταν άλλοι, αλλά δεν είχα ως τώρα δει κάποιον που να ονειρεύεται σαν άλλος. Για μένα η κατάσταση είναι διασκεδαστική μια που γνωρίζω πως νόημα υπάρχει στο ψίχουλο όπως υπάρχει και στο κρύο σίδερο της φάκας, αλλά είναι γνώρισμα τρέλας να αναρωτιέται κανείς για το νόημα στη ζωή του. Όλοι οι άνθρωποι σκέφτονται έτσι παράξενα, αλλά ετούτος είναι πραγματικά χαμένος σε λαβύρινθο. Γυρεύει, λέει, την πόρτα. Μονάχος του έχει δημιουργήσει τα τοιχώματα, τις εισόδους, τους διαδρόμους, ακόμα και ένα κορίτσι που το ονομάζει πλοηγό. Έχει δώσει ρόλους στα όνειρά του, έχει ζωγραφίσει τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω του έτσι που να ταιριάζουν στις ιστορίες του. Έχει ιχνογραφήσει κόσμους που θα υπάρξουν, ή που υπήρξαν κάποτε απαρατήρητοι. Θεωρεί πως οι σκέψεις του είναι υπάρξεις, πως τα πράγματα δημιουργούνται με αυτές. Δημιουργεί ενώ πιστεύει πως η δημιουργία είναι άσκοπη και δεν αντιλαμβάνεται πως αν η λογική του επεκταθεί στον ίδιο τον εαυτό του, τότε και όλα όσα τριγυρνάνε στο μυαλό του είναι κατασκευές χωρίς σκοπό. Κι επειδή δεν το αντιλαμβάνεται, τους δίνει σκοπό. Να κάτι που μόνο οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν. Καταλαβαίνει πως πλησιάζει το τέλος του και επειδή δε βρίσκει το νόημα που γυρεύει, έχει επινοήσει τον ίδιο του τον εαυτό σε δεκάδες εκδοχές κι έχει δώσει ένα προσωπικό νόημα σε καθεμία. Δεν καταλαβαίνει τι ενώνει τα ονειρά του. Θα του το ψιθυρίσω, αν και κάθε ανθρωπος το ξέρει απο παιδί: έρως και θανατος κύριε, να από τι αποτελείται η σκέψη σου κι όλες οι ιστορίες που ονειρεύτηκες. Ενσαρκώνει τον πόνο που νοιώθει σε άλλα πρόσωπα. Προσωποποιεί τη λαγνεία του, πλάθει ιστορίες σαν να ήταν όλοι οι άλλοι αυτός, μιλάει για τον θάνατο τρίτων προσπαθώντας να εξηγήσει τον δικό του. Η αδυναμία του να θυμάται αυτά που σκέφτεται μετά από κάμποση ώρα, τον οδηγεί να ονειρεύεται ιστορίες διαφορετικές, αλλά μέσα σε ένα παράξενο κοινό πλαίσιο που φτιάχνει την ίδια εκείνη ώρα, αυτοσχεδιάζοντας. Η ενότητα των συνειρμών του έχει διαρραγεί και η άμυνά του στην αποσύνθεση της σκέψης που προηγείται αυτής που θα συμβεί σε λίγο στο σώμα του, είναι το όνειρο που βιώνει ξυπνητός. Όμως, παρότι μπορεί να δει τους διάφανους, δεν καταλαβαίνει πως ονειρεύεται–η μπορεί και να το καταλαβαίνει με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Θεωρεί πως ο προορισμός του στη ζωή δεν αφορά το δικό του βίο, αλλά τον εντοπισμό των λεπτομερειών που πέρασαν απαρατήρητες ενώ είχαν σημασία, από τις ζωές δεκάδων διαφορετικών κι αταίριαστων πλασμάτων που ονειρεύεται. Νομίζει πως σκοπός της ζωής τους είναι να ξαναγεννηθούν σαν ιστορίες, ότι μέσα από αυτές θα ενωθεί κι εκείνος, που κρατάει το ρόλο του αφηγητή, με κάποιο συμπαντικό υπερ-πρόσωπο. Το οποίο επειδή δεν μπορεί να το προσδιορίσει σαν θεό μια που δεν πίστεψε σε θεούς, το αναλύει σε λόγο. Έχει ζωγραφίσει σαν βοηθό και οδηγό του σε αυτό το εγχείρημα μια νεαρή κοπέλα. Αυτή του δείχνει το δρόμο στις δαιδαλώδεις στοές των ιδεών του, γύρω της περιστρέφεται η σκέψη του κι όσα ονειρεύεται τα βλέπει ως παρακαταθήκη και κληρονομιά του προς εκείνη. Την ζωγραφίζει για να υπάρξει. Νοιώθω τον ερεθισμό της δημιουργίας που γεννάει η σκέψη στο υπογάστριό του, παράξενα ανακατεμένο με την τρυφερότητα των πατρικών συναισθημάτων. Θέλει να γεννήσει τον έρωτά του και να πεθάνει κοιτώντας τον. Πόσο μπερδεμένος είναι. Μα και πόσο γοητευτικοί οι κόσμοι που με ταξίδεψε με τα απίθανα διλήμματά τους. Είναι σίγουρος πως θα γίνει σπουργίτι σε λίγο, ενώ το ίδιο σίγουρος είναι πως δεν θα γίνει τίποτα γιατί δεν υπάρχει τίποτα να γίνει. Τον ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο. Όχι για τη ζωή που έζησε, αλλά γιατί η πέτρα που κουβαλάει δεν έχει εξοντώσει το μυαλό του, η επίγνωση του τίποτα δεν τον εμποδίζει να ονειρεύεται. Κι έτσι να γονιμοποιεί την ανυπαρξία. Θα του κάνω ένα δώρο για όσα μου έδειξε. Θα τον πάω μια βόλτα, να του δείξω κι εγώ το νόημα των πραγμάτων που δεν χρειάζονται νόημα για να υπάρξουν, ούτε για να μην υπάρχουν πια. Χαίρομαι που ήρθε να με πάρει. Το ζήλευα πάντα το σπουργίτι. Όχι μόνο για τη ζωή που ζει, αλλά γιατί θα τελειώσει πάνω στα κεραμίδια ενώ εγώ από κάτω τους. Δεν είναι ότι θέλω να πετάξω μαζί του κι από ψηλά να ατενίζω τα εγκόσμια, αυτός ο κοινότοπος ρομαντισμός ποτέ δε με συγκίνησε. Είναι που θέλω να τσιμπολογάω μαζί του και να φεύγω. Και είναι, βέβαια, η αδυναμία του να ζήσει αλλιώς και να πεθάνει διαφορετικά. Αδυναμία ή δύναμη; Το ίδιο κάνει νομίζω. -Τι λες λοιπόν; με ξαναρώτησε ο γιατρός. Αχ βρε γιατρέ, φαίνεται πως ο θάνατος επηρεάζει επίσης τη μνήμη. Γιατί θυμάμαι πολύ καλά πως αυτό το θέμα το είχαμε συζητήσει όταν ζούσες. Θυμάμαι που εσύ ήθελες να γίνεις χαμαιλέοντας, για να μπορείς όπως μου είπες να ακολουθείς τη γύρω σου φύση χωρίς την ενοχή που προσδίδουν οι άνθρωποι στην παραλλαγή. Και τότε στο είχα πει κι εγώ πως ήθελα να γίνω σπουργίτι. Ωστόσο του απάντησα και πάλι: -Λέω σπουργίτι. -Μάλιστα, είπε εκείνος. Είμαστε μια όμορφη παρέα που αποτελείται από ένα σπουργίτι, έναν χαμαιλέοντα και μια πυγολαμπίδα που ονειρεύονται πως είναι άνθρωποι. Είναι περιττό φαντάζομαι να σου υπενθυμίσω πως ποτέ δε μας ενόχλησε που ξέραμε ότι τα παραμύθια μας ήταν παραμύθια, έτσι; -Θυμάσαι λοιπόν… παρατήρησα. -Η επιλεκτική μνήμη είναι δικό σου χαρακτηριστικό και μάλιστα τελευταίας εσοδείας Νικήτα, είπε. -Τι σημαίνουν όλα αυτά Πρόδρομε; -Μα τι ανόητη ερώτηση! Προφανώς τίποτα! -Αυτά τα λέγαμε παιδιά. Τώρα πιστεύεις πως είχαμε δίκιο; Πιστεύεις στο τίποτα ακόμα; Κανένα νόημα δε βρίσκεις πουθενά; -Το νόημα… Η σημασία των πραγμάτων. Μοιάζεις με άλλον, μα είσαι ίδιος μέσα σου μωρέ Νικήτα, ίδιος όπως τότε, θυμάσαι; Τότε που καθόμασταν απέναντι καπνίζοντας και πίνοντας κι αναρωτιόμασταν ώρες ολόκληρες για τις σημασίες όσων ζούσαμε, ψάχναμε τις κρυμμένες τους αναλογίες. Τότε που βρίσκαμε τη μορφή πίσω από την εκδήλωσή της, την αιώνια μορφή πίσω από την στιγμιαία της υλοποίηση. Που κάναμε τον ανύπαρκτο θεό όχι μόνο να υπάρξει, αλλά να γελάσει μαζί μας που του ιστορούσαμε τα σχέδιά μας, Τα θυμάσαι; -Θυμάμαι γιατρέ. -Κι εγώ θυμάμαι. Η μνήμη Νικήτα, η μνήμη των πραγμάτων είναι η ουσία τους και το διαβατήριό τους στο χρόνο. -Αν είναι έτσι Πρόδρομε, εγώ έχω χάσει το διαβατήριό μου εδώ και κάμποσο καιρό. Δεν θυμάμαι τα καινούργια πράγματα. Δε θυμάμαι πως βρέθηκα εδώ πέρα και σε λίγο δε θα θυμάμαι ούτε αυτή μας την κουβέντα. Και το χειρότερο, νομίζω πως δε με θυμάται πια κανείς πέρα απο σας εδώ. Η Αριάδνη έπιασε τότε το χέρι μου και το κράτησε στα δικά της. Οι παλάμες της ήταν ζεστές και ελαφρά ιδρωμένες. -Όχι παππού, είπε. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Η μνήμη σου δεν έχει χαθεί, είναι η συνέχειά της που έχει σπάσει. Αλλά σκέψου ποιά τύχη φέρνει στο μυαλό η κατάλυση αυτής της τυραννίας, η ρήξη της ενότητας του κόσμου και η αποσύνθεσή του σε κομμάτια άτακτα ριγμένα στις φουρτούνες της σκέψης. Αυτά τα κομμάτια μπορούν τώρα να ταιριάξουν ξανά με νέους τρόπους, τέτοιους που δεν θα σκεφτόταν κανείς αν η μνήμη επέμενε να αναζητά τις παλιές, γραμμικές τους συνδέσεις. Σκέψου πως τίποτα από όσα επλασες τις τελευταίες μέρες δεν θα είχε γεννηθεί, αν η ροή του συνειρμού σου ακολουθούσε τους κανόνες της συνέχειας, αν κάθε αιτία οδηγούσε σε κάποιο αυστηρά εξαρτημένο αποτέλεσμα. Τότε η αγωνία γι αυτό που θα κάνεις σε λίγο, δεν θα σε άφηναν να σκαλίσεις την πέτρα του τίποτα. Κανένα όνειρο δεν θα κατέγραφες στο τετραδιό σου, γιατι δε θα μπορούσες να βιώσεις την ιστορία των άλλων ενόσω η δική σου θα τελείωνε. Ούτε ο γιατρός θα ήταν τώρα εδώ, ούτε κι εμένα θα με είχες γεννήσει… -Αυτό που θα κάνω σε λίγο… Δεν θα σε είχα γεννήσει… Τι εννοείς; Ένοιωσα να ανατριχιάζω -Αυτό θα μου το μάθεις εσύ παππού. Τι εννοώ εσύ το ξέρεις καλύτερα. Εγώ είμαι εδώ για να σου δείξω το δρόμο, είπε και μου χάρισε το πιο γλυκό της χαμόγελο. Ε λοιπόν, ιδού! Και μου έδειξε προς το παράθυρο, όπου το μετέωρο φως δυνάμωνε. Ο Πρόδρομος παρακολουθούσε βαριεστημένος. -Τι λες Νικήτα; Πάμε να παίξουμε με τα σπουργίτια, τις πυγολαμπίδες και τους χαμαιλέοντες που δεν υπάρχουν; Είδα πίσω του τα παράξενα φώτα να έχουν σχηματίσει κάτι σαν φωτεινή δίνη, σαν μια άσπρη τρύπα μπροστά στο παράθυρο. Το πελώριο πεύκο σα να σειόταν από έναν χρωματικό σεισμό σε τόνους του κίτρινου και του μπλέ. Κάτω στο δρόμο, ένας οδοκαθαριστής έσβησε το αποτσίγαρο κι άρχισε να μαζεύει τις πεσμένες πευκοβελόνες. Είναι, νομίζω, ο καιρός μου να αφήσω ήσυχους τους άλλους και να ξαναγίνω εγώ. -Άντε ρε δόκτορα, πάμε. Έχεις κανένα τσιγάρο για το δρόμο; Μου έκλεισε το μάτι με σημασία. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να φορέσω άνετα παπούτσια γιατί πάντα ο γιατρός περπατούσε πάρα πολύ. Γι αυτό και τον φώναζα πειραχτικά Ποδαρόδρομο. Σαν να κατάλαβε όμως τη σκέψη μου, είπε: -Αυτή τη φορά Νικήτα ο δρόμος θα μας πάει. Είμαι η Μπαζ. Μέσα μου αγωνίζονται οι διάφανοι κι εγώ τους κατευθύνω. Τους δίνω την ενέργεια κι εκείνοι δημιουργούνε όνειρα από το φως. Δεν θα μπορούσα να βιώσω τον άλλον χωρίς αυτούς, δε θα μπορούσα χωρίς τα όνειρα να νοιώσω λιοντάρι, δελφίνι, άνθρωπος. Σε λίγο ξέρω πως θα ξυπνήσω και θα γυρεύω πάλι να τσιμπολογήσω κάποιο ψίχουλο, να βρω υπόστεγο για να προφυλαχτώ από το χιόνι, να ετοιμάσω τη φωλιά για τα παιδιά μου. Σε αυτό το διάστημα έξω από το χρόνο, είμαι όλα τα πλάσματα που τις ψυχές τους μπόρεσα να καταλάβω, όλες οι ιστορίες που γράφτηκαν για να διασχίσω, σε κάθε εποχή. Είμαι αυτός εκεί ο άνθρωπος που έχει γείρει το κεφάλι πάνω στο θολό φως κι είμαι το ίδιο το φως που τον λούζει. Όταν ξυπνήσω οι διάφανοι θα αρχίσουν πάλι να διεκδικούν τη νίκη, να επιχειρηματολογούν για την απονομή της χάριτος στη δομή μιας ιστορίας με αρχή μέση και τέλος ή στο παράλογο και αποσπασματικό. Μα εγώ, και κάθε πλάσμα της ύλης εκτός από τους ανθρώπους, δεν δίνουμε σημασία στις αντιδικίες τους παρά χαιρόμαστε που τις έχουν. Γιατι μας κάνουν να καταλαβαίνουμε τους άλλους. Κι όσες ζωές κατάλαβες τόσες ζωές θα ζήσεις. Το ξέρουμε πως όσο και να τσακώνονται οι ονειρευτές, είναι ο αγώνας τους που φτιάχνει τα καλύτερα όνειρα. Εκείνοι, πέρα από τον χρόνο και την ύλη, είναι αιώνια παιδιά που παίζουν τα παιχνίδια τους μαζί μας. Προτιμάνε τους ανθρώπους γιατί δεν τους αντιστέκονται, γιατί ο λαβύρινθος του κεφαλιού τους δίνει στους διάφανους χιλιάδες μέρη να κρυφτούν και να τρομάξουν τους εξερευνητές των λαβυρίνθων. Εμένα όμως δεν με ξεγελούνε. Ξέρω πως όλα αυτά που ζω είναι όνειρα, πως δεν είμαι άνθρωπος ή πελαργός, αλλά μπορώ να κατανοήσω και τους δυό δια μέσου αυτής της διαδσικασίας. Ξέρω ότι σε λίγο θα επιστρέψω, θα ξυπνήσω, πως τίποτα από όσα έζησα δεν υπήρξε δικό μου. Όμως αισθάνομαι σαν όλα να τα έζησα πραγματικά εγώ, γιατί αυτό που αισθάνομαι είναι και το μόνο που πραγματικά υπάρχει για μένα. Κι επειδή το ξέρω, τα απολαμβάνω ακόμα περισσότερο. Σήμερα νοιώθω πως δεν θα επιστρέψω μόνη όπως τις άλλες φορές, νοιώθω μέσα μου το τρεμούλιασμα μιας ψυχής που ονειρευόταν, μα δεν το ήξερε. Ίσως η άγνοια της είναι που γεννάει το νόημα, αυτό που η δική μου γνώση εμποδίζει να καταλάβω. Ίσως έτσι να ορίζεται το παράλογο, μπορεί να είναι τέτοια η λογική του κόσμου. Χαίρομαι όμως που με συντροφεύει, χαίρομαι που της δίνω υπόσταση με το να σκέπτομαι πως είναι μέσα μου και την παρακινώ να με ταξιδεύει στα όνειρα άλλων. ~ Στο δέντρο είχαν τώρα συγκεντρωθεί πια τόσοι πολλοί διάφανοι που οι ρυθμιστές του καιρού δεν κατάφεραν να διατηρήσουν σταθερό το ηλεκτρικό πεδίο. Έτσι έφτιαξαν μια τοπική καταιγίδα για να ισορροπήσουν τη συγκεντρωμένη ενέργεια. Η Μπαζ ευχαρίστησε τον Άλανταρ και τον Πελίνο κι έφυγε γρήγορα να βρει κάποιο μέρος να προφυλαχτεί. Οι άνθρωποι από κάτω μπήκαν στα γρήγορα στα μαγαζιά, ο οδοκαθαριστής κρύφτηκε στην κόχη της εισόδου ενός δίπατου σπιτιού και τα τζιτζίκια πιάστηκαν όσο πιο δυνατά μπορούσαν στο πεύκο να μην τα πάρει ο αέρας. Το χρώμα στο δέντρο ήταν λευκό, σημάδι έντονης διχογνωμίας. Ο Μπέλβερ, μετέωρος μπροστά από το πεύκο, φωτοβολούσε εκτυφλωτικά. -Λοιπόν, άκρη δε βγάζουμε έτσι και βαρέθηκα. Αποφασίστε οι δυό σας ποιος θα αναλάβει τα καθήκοντά μου. Φεύγω σήμερα κιόλας, είπε στους μονομάχους. Ο Άλανταρ κι ο Πελίνο κοιτάχτηκαν για λίγο και τελικά ξέσπασαν ταυτόχρονα στα γέλια. -Ε, τι γελάτε; ρώτησε ο Μπέλβερ. -Νομίζω πως η τοπική καθοδήγηση δεν έχει νόημα και άρα δε χρειάζεται αντικαταστάτης σου, είπε εύθυμα ο Πελίνο. -Εγώ βέβαια, νομίζω πως έχει, είπε ο Αλανταρ με κοροϊδευτικό τόνο. -Κατάλαβα…είπε ο Μπέλβερ. Προσέξτε μόνο μην τρελάνετε κανέναν μ’ αυτό τον τσακωμό σας. Ακολουθεί: Επίλογος

buzz it!

Κέντρωνας 3 - Το φως που χορεύει

Είδε έναν καλοντυμένο κύριο με ακριβό κοστούμι να του λέει: -Τα έχω φροντίσει όλα. Το μόνο που θα έχεις να κάνεις εσύ είναι να τραβήξεις το κορδόνι. Αύριο το πρωί 100.000 δολάρια θα έχουν κατατεθεί στο λογαριασμό της οικογένειάς σου. Ο μουλάς Αχμέτ θα μακαρίζει το όνομά σου όλο το χρόνο μαζί με τα ονόματα των ηρώων σας. Μόνο αυτό έχεις να κάνεις, όλα τα άλλα είναι δικιά μου υπόθεση. -Μα πως θα μπούμε μέσα χωρίς να μας ελέγξουν; ρώτησε ο Δαυίδ, που τώρα λεγόταν Ζαντίγκ. -Σου είπα, αυτό είναι δική μου δουλειά. Είναι ένα τσούρμο ξιπασμένων γέρων πλούσιων που κατά βάθος θα ήθελαν να τελειώσουν την άχρηστη ζωή τους ένδοξα. Να το ξέρεις, χάρη θα τους κάνεις. Εγώ πάλι έχω τους δικούς μου λόγους, που αφορούν μόνο εμένα. Θα είσαι ο βοηθός μου, μην ανησυχείς καθόλου γι αυτό, απλά φόρεσε το κοστούμι που σου έφερα, απάντησε ο σερ Τζων. Το επόμενο βράδυ ο Ζαντίγκ ζωσμένος με πλαστικά εκρηκτικά τελευταίας γενιάς, πολύ μικρά και πολλαπλά αποτελεσματικά, και ντυμένος με ένα άψογο σμόκιν, συνόδευε τον σερ Τζων στο ξενοδοχείο όπου δινόταν το κοκτέιλ. Κολλημένος πίσω από τον άγγλο, ο Ζαντίγκ ίδρωνε και χάιδευε το κορδόνι. Πράγματι, κανένας δεν τον έλεγξε παρότι υπήρχε ασφάλεια στο κτίριο και έλεγχε αρκετά πρόσωπα. Όλοι παραμέρισαν για να περάσει ο σερ Τζων κι εκείνος μαζί του. Πέρασαν στο ασανσέρ και ανέβηκαν στον 25ο όροφο. -Θα περιμένεις έξι λεπτά και θα πυροδοτήσεις, είπε ο αριστοκράτης. Θέλω να απομακρυνθώ πρώτα, εντάξει; -Εντάξει. Βγήκαν στο χώρο του πάρτι. Δεκάδες ηλικιωμένοι πλούσιοι έπιναν σαμπάνιες και μιλούσαν υπό τους ήχους της τζαζ. Ο μέσος όρος ηλικίας ήταν τα 60 χρόνια. Τα ρούχα και τα κοσμήματα που φορούσαν, ήταν μια κλασσική επίδειξη πλούτου. Η χλιδή στην αίθουσα ανάλογη. Ο Ζαντίγκ στάθηκε σε μια γωνιά, ήπιε μια γουλιά από τη σαμπάνια που του προσέφεραν. Ένα λεπτό. Σε λίγο, σκεφτόταν, όλοι αυτοί οι ξιπασμένοι θα είναι νεκροί. Κι εγώ δοξασμένος. Και η οικογένειά μου θα ζήσει καλά. Δύο λεπτά. Φοβάμαι το θάνατο. Έζησα όμως όμορφα. Αλίμονο στα αδέρφια μου που υποφέρουν στην πατρίδα. Εγώ τουλάχιστον αν και ξενιτεμένος υπέφερα λιγότερο. Τρία λεπτά. Τον πλησίασε μια νέα κοπέλα. Σερβιτόρα. Ξανθιά. Τυπική αμερικάνα, σκεφτόταν. Του χαμογέλασε και του προσέφερε ποτό. Πήρε το δεύτερο ποτήρι σαμπάνια. Ωραία γυναίκα. Αμερικάνα. Τι σημασία είχε; Τι σημασία είχε οτιδήποτε πια; Τέσσερα λεπτά. Στην αίθουσα πρέπει να υπήρχαν τώρα σχεδόν 50 άνθρωποι. Μόνο με το ρολόι ενός οποιουδήποτε, ο Ζαντίγκ υπολόγιζε ότι θα μπορούσε να περάσει 10 χρόνια οικονομικής ξεγνοιασιάς στην πατρίδα του -αν φυσικά δεν πέθαινε στο μεταξύ απο καμιά βόμβα. Άδικο, ήταν άδικο. Κι αυτοί χαχάνιζαν σχολιάζοντας κοινούς γνωστούς, μάρκες αυτοκινήτων, καπρίτσια διασήμων φίλων τους. Όλος ο κόσμος τους αυτό το σαλόνι. Πέντε λεπτά.Δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει αν ήταν φόβος, ηδονή, δισταγμός η φανατισμός αυτό που επικρατούσε μέσα του. Έξω του πάντως επικρατούσε ο ιδρώτας. Είχε γίνει μούσκεμα. Ήπιε τη δεύτερη σαμπάνια μονορούφι κι άφησε το ποτήρι στον πάγκο. Άναψε τσιγάρο. Ξεκούμπωσε το σακάκι. 30 δευτερόλεπτα. Μήπως όλα αυτά είναι άσκοπα; Μήπως δεν υπάρχει τίποτα μετά; Μήπως όλα είναι ένα πελώριο ψέμα; Ένα παιχνίδι ενός κακού δημιουργού; Μήπως δεν υπάρχει κανένας δημιουργός; Μήπως είναι τυχαίο; Γιατί να ζεις; Γιατί να ζεις έτσι; Γελούσαν όλοι. Όλοι. Και του φαινόταν πως τον κοιτούσαν κιόλας. Πως του έριχναν λοξές ματιές, γεμάτες κάποια σημασία που μόνο οι ίδιοι καταλάβαιναν. Ίσως επειδή ήταν ο πιο νέος εκεί μέσα, ίσως επειδή τα χαρακτηριστικά του ήταν αραβικά. Πλούσιοι. Θα πεθάνετε. Δόξα στο Θεό. Δώσε μου τη δύναμη. -Αλλάχ ακμπάρ....ούρλιαξε ο Ζαντίγκ και τράβηξε με δύναμη το κορδόνι. Σιωπή. Ένα δευτερόλεπτο. Δυο. Τρία. Χειροκρότημα. Κι άλλο. Κι άλλο. Γέλια. Καγχασμοί. Πολλά χειροκροτήματα. Όλοι είχαν στραφεί και τον χειροκροτούσαν γελώντας. -Μπραβό, μπραβό, φώναξε κάποιος με λευκή γενειάδα που φαινόταν γάλλος. Ο Ζαντίγκ τους κοιτούσε άφωνος. Από την πόρτα εισόδου μπήκε τότε ο σερ Τζων χειροκροτώντας κι αυτός. Κατευθύνθηκε προς το μέρος του και του γέλασε. -Αγαπητέ ήσουν θαυμάσιος. Πραγματικά θαυμάσιος. Άξιζαν τα χρήματα που πήρες. Συγχαρητήρια. -Μα...τι συμβαίνει... ψέλλισε ο Ζαντίγκ ενώ ακόμα ακούγονταν σποραδικά χειροκροτήματα. -Ω, μα τίποτε τρομερό! Με αφορμή την πρόσφατη έκρηξη στην Ιερουσαλήμ, η λέσχη μας ήθελε να δει από κοντά έναν καμικάζι. Θέλαμε να μυρίσουμε τον ιδρώτα του και να δούμε αν θα αντέξει να πυροδοτήσει τα εκρηκτικά. Να τον κοιτάμε στα μάτια. Θέλαμε να νοιώσουμε αυτό το συναίσθημα που κάνει κάποιον να γίνει κινητή βόμβα. Ένα πείραμα, αν θέλεις. Η συγκέντρωση της αμοιβής σου ήταν απλή υπόθεση. Μπορείς φυσικά να την κρατήσεις. Εξάλλου μερικοί στοιχημάτισαν αν θα τραβούσες το κορδόνι ή αν θα το μετάνιωνες την τελευταία στιγμή. Βλέπεις Ζαντίγκ, τα χρήματα που κέρδισαν μερικοί εδώ μέσα σήμερα, είναι πολλά περισσότερα από αυτά που πήρες. Με το καλό αγαπητέ! Χαίρομαι πραγματικά που σε επέλεξα, με έβγαλες ασπροπρόσωπο. Ο Ζαντίγκ ένοιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι. Το χαμόγελό του από ηλίθιο έγινε παρανοϊκό. -Πολύ ωραία σερ Τζων, είπε. Εξαίρετο κόλπο. Σας ευχαριστώ πολύ. Ο σερ Τζων τον χτύπησε στον ώμο και γύρισε να μιλήσει με κάποιους. -Μόνο που... είπε ο Ζαντίγκ. Ο βρετανός γύρισε πάλι προς το μέρος του.-Ναι; -Μόνο που παραβλέψατε κάτι αγαπητέ. -Παρακαλώ; είπε ο σερ Τζων παραξενεμένος.-Ναι, λέω παραβλέψατε ότι δεν έχω μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτά τα μοντέρνα εκρηκτικά. Κοιτάξτε… Και ο Ζαντίγκ άνοιξε διάπλατα το σακάκι του. Ο σερ Τζων πρόφτασε να δει το μασούρι της δυναμίτιδας γύρω στη μέση του. Από πάνω ακριβώς, στο ύψος του στομαχιού, ήταν κολλημένο με ταινία το μικρό δεματάκι με το απενεργοποιημένο πλαστικό εκρηκτικό. -Εσείς τι ακριβώς είχατε στοιχηματίσει σερ Τζων; ρώτησε ο Ζαντίγκ τραβώντας το δεύτερο κορδόνι με ένα σατανικό γέλιο. Και ο Ζερόμ, που στο ξύπνιο του ήταν πιλότος της πολεμικής αεροπορίας του Ισραήλ, πεταγόταν σοκαρισμένος από το κρεβάτι ενώ ο ονειρευτής έβγαινε απαλά από μέσα του. Ο πιλότος ανακάθισε και κράτησε το κεφάλι με τα δύο του χέρια. Την επόμενη μέρα ήξερε ήδη ότι θα του ανέθεταν έναν ακόμα βομβαρδισμό στη Δ. Όχθη. Σηκώθηκε, είδε το ρολόι που έλεγε 4 το πρωί, πήγε στο σαλόνι, άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στην πολυθρόνα του συλλογισμένος. -Αυτό είναι λάθος για μένα, είπε ο Αλαντάρ. Να συγκινείται κανείς μονάχα όταν τα δικά του πρόσωπα εμπλέκονται σε πόλεμο. -Όμως αυτό είναι κοινό στοιχείο όλων των έμβιων όντων Αλαντάρ, παρατήρησε ο Πελίνο. Ούτε καν μόνο των ατελών ανθρώπων. Όλων. Οπότε τι λάθος είναι αυτό που χαρακτηρίζει το σύνολο της ζωής; Και τώρα τι κατάφερες ; Αναστάτωσες έναν πιλότο. Απλά αυτό έκανες. Γιατί ξέρουμε από την ιστορία ότι οι αποφάσεις της κυβέρνησης δεν άλλαξαν. -Κάνεις μεγάλο λάθος. Μπορεί οι αποφάσεις να μην άλλαξαν, θυμάσαι όμως την άρνηση 14 Ισραηλινών πιλότων να ξανακάνουν επιχειρήσεις εναντίον αμάχων; Ο Ζερόμ την επανέλαβε. Όχι μόνο άλλαξε κάτι λοιπόν, αλλά όλη η στάση ζωής του έτσι; Παραδέξου ότι του έδωσα μια γερή μπουνιά στο στομάχι, ότι έγινε άλλος άνθρωπος. -Αλανταρ αυτή η άρνηση θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς. Αφού κινούμαστε εκτός χρόνου, δεν έχει νόημα να αποδίδουμε στις δικές μας ενέργειες τα γεγονότα, έτσι δεν είναι; Εκτός κι αν κολακεύει τον εγωισμό μας... -Τώρα κι αν είσαι άδικος. Το ίδιο μπορούσα να πω κι εγώ πριν για τον αρχαιολόγο σου. Ασφαλώς και όσα συμβαίνουν τα ξέρουμε. Παρ’ όλα αυτά παίζουμε κι εμείς έναν μικρό ρόλο στην τέλεσή τους. Τη νοηματοδοτούμε εκ των υστέρων. Αλλά δεν τα ξέρεις αυτά Πελίνο, τώρα θα τα μάθεις; Να σου πω κάτι όμως. Ακόμα κι αν δεν συνέβαινε η άρνηση, η τέχνη δεν είναι αναγκαίο να παράγει αποτέλεσμα. Η τέχνη απλά υπάρχει. Η αξία της έγκειται στο ότι είναι πρακτικά άχρηστη και στόχο έχει την αισθητική απόλαυση, παρά στα αποτελέσματα που παράγει. -Το παραδέχομαι, εντάξει. Αν και άκουσες πιστεύω τον Μπέλβερ, θα ζητήσουν να τους πούμε και τις πιθανές παρενέργειες των ιστοριών μας. Νομίζω πάντως ότι και η απόλαυση είναι αποτέλεσμα, έστω κι αν δεν είναι χρηστικό. Και επιμένω ότι αυτό που χαρακτηρίζεις λάθος, είναι κανόνας της έμβιας ύλης. -Δε με νοιάζει να διηγηθώ αποτελέσματα Πελίνο. Ανεξάρτητα από τον αγώνα, εμένα με ενδιαφέρει να δώσω σε εσένα να καταλάβεις. Εσύ είσαι ο φίλος μου, ο αγώνας δεν με πολυενδιαφέρει. Κι αυτό που λες κανόνα εμάς δεν μας χαρακτηρίζει. -Άλλο εμείς βρε Αλανταρ. Εμείς είμαστε φασματικοί. Δε βιώνουμε τους θανάτους με τον τρόπο που τους βιώνουν όσοι ζουν στην ύλη. Ούτε ακολουθούμε το χρόνο προς μια κατεύθυνση, όπως εκείνοι. Εσύ χρησιμοποίησες τον θάνατο για να «νοηματοδοτήσεις» όπως λες. Το βρίσκω αντιφατικό να χρησιμοποιείς την απουσία νοήματος για να ερμηνεύσεις τι είναι αυτό που λείπει. Και ποια ήταν δηλαδή η διαφορά από τους εφιάλτες μου, ότι προκάλεσες συγκίνηση παράλληλα με τον τρόμο; -Πες το κι έτσι. -Πάντα ο θάνατος σοκάρει τους ανθρώπους Αλανταρ. Πως θα σου φανεί αν εγώ χρησιμοποιήσω το νόημα της αγάπης ως πηγή έμπνευσης; Κι αν το αναζητήσω μέσα σε μια μελιτζανοσαλάτα; Θα το αποδεχτείς ως τέχνη άραγε; -Να δω και θα σου πω. Πάντως έτσι όπως το λες μου φαίνεται ακόμα πιο κοινότοπο. Η λαγνεία είναι εξ ορισμού θνησιγενής και πάντα τα πράγματα που γεννιούνται για να τελειώσουν τους ερεθίζουν. Η θλίψη ξεγεννάει τη δημιουργία, ενώ τη χαρά απλά τη ζει κανείς. -Εντάξει. Ας δούμε λοιπόν. Πάμε μια βόλτα στη Νέα Υορκη; Όταν ο Αλαν ξύπνησε, δε θυμόταν ακριβώς το όνειρο. Θυμήθηκε όμως να την ξυπνήσει με φιλιά. Ήταν φοιτήτριά του. Όχι η μόνη φοιτήτριά του που πόθησε ποτέ, ούτε η μόνη που πήρε στο κρεβάτι του. Μόνο που δεν ήταν αστροφυσικός αλλά αρχιτέκτονας και ζωγράφος. Η κοπέλα του είχε φέρει το σκαρίφημα ενός πίνακά της για συμβουλές, πριν λίγες μέρες. Ήταν σουρεαλιστικός. Δεκάδες ανθρωπάκια σε μια παράξενη διαδήλωση. Άλλοι κρατούσαν ψάρια, άλλοι ανέμιζαν κροταλίες, άλλοι χτυπούσαν χταπόδια σαν τύμπανα, ένα σε κάθε χέρι, μια γυναίκα με άσπρο νυχτικό χόρευε. Στην μέση μια ομάδα ύψωνε μια τεράστια σημαία. Πάνω στη σημαία που έπιανε αρκετά μεγάλο τμήμα του πίνακα, ένας μικρός πορτοκαλί ιπποπόταμος έσπρωχνε μια γαζέλα βοηθώντας τη να βγει από το νερό, απ’ όπου ξεπρόβαλε το σαγόνι ενός κροκόδειλου. Ο ιπποπόταμος ήταν το χθεσινό καινούργιο της πρόσωπο στην πινακοθήκη των παραδόξων -και ήταν δική του ιδέα. Αυτό που δεν είχαν καταλήξει ήταν τι χρώμα θα έπρεπε να έχει το φόντο της σημαίας. Εκείνη έλεγε κόκκινη, εκείνος κρατούσε επιφύλαξη για το αισθητικό αποτέλεσμα με τον πορτοκαλί ιπποπόταμο και σκεφτόταν το μαύρο. Πάνω σε αυτή τη διαφωνία κατέληξαν στο κρεβάτι. -Νομίζω πως έχεις δίκιο. Η σημαία καλύτερα κόκκινη, της είπε ψιθυριστά. Σκούρο είναι το υπόλοιπο φόντο. Το μισοκοιμισμένο της χαμόγελο πλάτυνε κι ο Αλαντάρ εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία του φιλιού για να βγει από τον καθηγητή. Ο Πελίνο που καθόταν στο περβάζι του παραθύρου, του χαμογέλασε βαθυκόκκινα. Οι δυό τους άρχισαν κατοπιν να ανταγωνίζονται δημιουργώντας παράξενα ονειρα σε πλήθος ανθρώπων όλων των εποχών. Ενα βράδι μπήκαν στον Μπωντλέρ και μια άλλη στον Τύχο Μπράχε, έναν αστρονόμο της αναγεννησης. Την επόμενη νύχτα ανασκάλεψαν τις μνήμες ενός ερωτοχτυπημένου μεταφραστή και ο Πελίνο, άτιμο αερικό, χάραξε ανεξίτηλα ένα παράξενο σημάδι στην κοιμισμένη ψυχή του. Πάλευσαν μεταξύ τους πολλές νύχτες για τη νίκη. Αφού σκάρωσαν πολλές σκανταλιές κι ένοιωσαν πια έτοιμοι για την τελική κρίση, επέστρεψαν στο πεύκο όπου ο Μπέλβερ τους είχε παρακινήσει να ξεκινήσουν τον αγώνα τους. Πάνω στο μεγάλο δέντρο ήταν στριμωγμένα όλα τα χρώματα και οι ακτινοβολίες. Το νέο της μονομαχίας είχε κάνει κύκλο και εκατομμύρια ονειρευτές της ευρύτερης περιοχής είχαν συγκεντρωθεί, για να απολαύσουν τις εικόνες που θα τους έφερναν οι δυό μονομάχοι και να ψηφίσουν τον επόμενο τοπικό καθοδηγητή. Ο συνωστισμός στο γέρικο πεύκο ήταν πολύ μεγάλος. Και γινόταν ακόμα μεγαλύτερος, καθώς μαζί με τους ονειρευτές είχαν πιάσει θέσεις εκατοντάδες τζιτζίκια, μέλισσες, σκαθάρια κι άλλα ζουζούνια και αρκετά πουλιά. Ανάμεσα στα πουλιά ήταν και η Μπαζ. Τα υλικά πλάσματα βέβαια δεν θα μπορούσαν να ακούσουν τη διήγηση αφού σε τέτοιες περιπτώσεις οι ονειρευτές χρησιμοποιούν την ηλεκτρική μεταφορά εμπειριών, αλλά είχαν περιέργεια να δουν όσα μπορούσαν περισσότερα. Όταν ο Αλανταρ κι ο Πελίνο εμφανίστηκαν, ο έντονος κυματισμός χαιρετισμού των ονειρευτών παραλίγο να δημιουργήσει αναστάτωση στο μικρό καφενείο που βρισκόταν από κάτω. Οι άνθρωποι που έπιναν τον καφέ τους ένοιωσαν ένα ξαφνικό αεράκι να φυσά. Μερικές εφημερίδες παρασύρθηκαν κι ένας μεσήλικας έπιασε το καπέλο του. Σε ορισμένους φάνηκε ότι είδαν κάποιες στιγμιαίες παράξενες αναλαμπές, σαν ένα απότομο ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε και χάθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο τρελός της γειτονιάς φώναξε «ήρθαν, ήρθαν τα χρώματα!», αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ο Αλανταρ είχε διαλέξει ένα απαλό κίτρινο φως κι ο Πελίνο, πιο φανταχτερός όπως πάντα, είχε ντυθεί με ένα λαμπερό σιελ. Ο Μπέλβερ καλωσόρισε τους δυο μονομάχους, τα τζιτζίκια σώπασαν, τα πουλιά σταμάτησαν να κυνηγάνε τα ζουζούνια και η συνέλευση ησύχασε για να ακούσει. Στο κεντρικό κλαδί, ο Αλανταρ κι ο Πελίνο στάθηκαν δίπλα-δίπλα και ο Μπέλβερ τους παρότρυνε να ξεκινήσουν τη διήγηση. Τα εκατομμύρια των ονειρευτών συντονίστηκαν στο συγκεκριμένο μήκος κύματος και οι μονομάχοι ξεκίνησαν τη μετάδοση των ιστοριών τους διαδοχικά. Χρειάστηκαν περίπου 5 λεπτά για όλη τη διαδικασία. Αμέσως μετά, η φασαρία στο δέντρο ξεκίνησε ακόμα πιο έντονη. Οι γνώμες και τα σχόλια έδιναν κι έπαιρναν. Λόγω της μεγάλης ενέργειας, ένα σύννεφο μαζεύτηκε από πάνω κι άρχισε να φυσάει αρκετά δυνατός αέρας. Τα περισσότερα ζουζούνια διαμαρτυρήθηκαν και πολλά πουλιά, εκνευρισμένα παράτησαν το πελώριο πεύκο και πήγαν να καθίσουν σε πιο ήσυχα κλαδιά. Όχι όμως η Μπαζ. Ακόμα και οι άνθρωποι που βρίσκονταν από κάτω αναγκάστηκαν να αποτραβηχτούν μέσα στο καφενείο, μη μπορώντας να εξηγήσουν την απότομη καιρική μεταβολή. Σε λίγο ο Μπέλβερ όρισε 1000 ονειρευτές ως εφορευτική επιτροπή και ζήτησε να γίνει η ψηφοφορία. Θα χρησιμοποιούσαν τα χρώματα που είχαν επιλέξει οι μονομάχοι, κίτρινο για τον Αλανταρ, γαλάζιο για τον Πελίνο. Με το σύνθημα του καθοδηγητή, το δέντρο φωτίστηκε με τα δύο χρώματα. «Νάτα- νάτα, κοιτάξτε!», φώναζε από κάτω ο τρελός, αλλά δεν τον άκουγε κανείς μια που είχαν μπει όλοι μέσα στο καφενείο. Η εφορευτική επιτροπή απομακρύνθηκε από το δέντρο σε αρκετή απόσταση και προσπάθησε να διακρίνει το χρώμα που επικρατούσε. «Σα να μου φαίνεται ότι το κίτρινο είναι ελαφρά περισσότερο. Αλλά δεν μπορώ να πω ότι επικρατεί με σαφήνεια», είπε η Λούκα, που είχε ταξιδέψει από τον βορρά για να δει τον αγώνα. -Ναι…Κι εμένα μου φαίνεται πως δεν ξεχωρίζει κάποιο χρώμα αισθητά», είπε ο Τσιλίγκουα. «Να ψηφίσουμε μεταξύ μας», πρότεινε τότε ο Καλ. Η εφορευτική επιτροπή έκανε τη δεύτερη ψηφοφορία. Οι 880 ψήφισαν ότι τα χρώματα ήταν τόσο διάσπαρτα ώστε δεν επικρατούσε κάποιο, 65 ψήφισαν κίτρινο και 55 γαλάζιο. Κατόπιν επέστρεψαν στο δέντρο και ανακοίνωσαν το αποτέλεσμα στον Μπέλβερ που προβληματίστηκε. -Μαλιστα… είπε. Λοιπόν, η κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρη. Κύριοι –γύρισε στους μονομάχους δεν βλέπω να ξεχωρίζει αισθητά κάποιος. Υποθέτω να θυμάστε ότι οι μικρές πλειοψηφίες δεν εκλαμβάνονται ως πραγματικές στο δίκαιό μας. -Οπότε; Τι κάνουμε τώρα; Δική σου ήταν η ιδέα Μπέλβερ, εσύ να βρεις μια λύση, είπε ο Πελίνο κάπως χολωμένος. Είχε την πεποίθηση ότι θα νικούσε με διαφορά και τώρα αισθανόταν πίκρα. Ο Αλανταρ δεν μίλησε. Ο Μπέλβερ σκεφτόταν και η φασαρία στο δέντρο ξεκίνησε πάλι. Γινόταν ολοένα και πιο έντονη, καθώς οι ονειρευτές διαφωνούσαν και κουβέντιαζαν το αποτέλεσμα, όταν ακούστηκε μια φωνούλα: -Παρακαλώ, να προτείνω μια ιδέα; Απορημένοι οι ονειρευτές άκουσαν τη Μπαζ να μιλάει. -Μα…πως καταλαβαίνεις τι συμβαίνει; ρώτησε ο Μπέλβερ. Οι υλικοί, εκτός από τους ανθρώπους, μπορούσαν να δουν τους ονειρευτές αλλά όχι και να κατανοούν την επικοινωνία τους -εκτός κι αν το επέτρεπαν οι ίδιοι. -Δεν ξέρω ακριβώς τι λέτε. Πάντως νοιώθω πως δεν μπορείτε να χρωματίσετε το δέντρο. -Βλέπεις δηλαδή την ψηφοφορία; είπε έκπληκτος ο Μπέλβερ. -Όχι ακριβώς. Αισθάνομαι όμως ότι παλεύουν δύο φάσματα χωρίς να επικρατεί κάποιο. -Μμμμ…παράξενο. Αλλά τέλος πάντων. Πες μας, τι θες να προτείνεις; -Κοιτάξτε, νομίζω ότι ο αγώνας με τους ανθρώπους είναι εύκολος και δεν μπορεί να έχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Εσείς οι διάφανοι όλο με αυτούς ασχολείστε. Σας αρέσει που δεν συνειδητοποιούν ότι παίζετε μαζί τους. Κι έτσι δεν μπαίνετε συχνά σε εμάς, παρότι εμείς σας θέλουμε και σας ζητάμε. Αυτό είναι άδικο, όμως εν προκειμένω δε θέλω να σας κατηγορήσω για εκλεκτικισμό αλλά να βοηθήσω τον αγώνα σας και να επωφεληθώ από αυτόν. -Με ποιόν τρόπο δηλαδή; -Να, προτίθεμαι, αν συμφωνείτε, να γίνω εγώ πεδίο τελικής αναμέτρησης. Έχω να δω όνειρο πάρα πολύ καιρό. Αν πραγματικά θέλετε να κρίνετε ποιος είναι καλύτερος, τότε νομίζω πως είμαι πιο πρόσφορη αρένα από οποιονδήποτε άνθρωπο. Αυτά τα φωτεινά σημάδια με έχουν τρελάνει. Είναι παντού. Τα βλέπω έξω στα δέντρα, πάνω στη βιβλιοθήκη, στα περβάζια, στην καμινάδα, παντού. Έχουν διάφορα χρώματα Νομίζω ότι παραφρονώ. Υπήρχαν πάντα; Εγώ τα επινόησα και τώρα εισβάλουν στον έξω κόσμο; Να θυμηθώ -χα!- να ρωτήσω τη μικρή μου όταν έρθει τι γίνεται με μένα. Τώρα μόλις διάβασα το τελευταίο κείμενο. Όντως δεν πάω καλά, φαίνεται κι από αυτά που γράφω. Ακολουθούν: Ζω, δηλαδή είμαι άλλος. Επίλογος.

buzz it!

Κέντρωνας 2 -Πλησιάζοντας στο φως

Έμοιαζε με πάνθηρα αλλά ήταν λευκός και πελώριος. Την κοίταξε ίσια στα μάτια. Το ένα του μάτι ήταν σκούρο πράσινο και το άλλο καστανό. Δεν έμοιαζαν με μάτια αιλουροειδούς, ήταν ανθρώπινα. Η φιγούρα του, έτσι ογκώδης, της φάνηκε πολύ απειλητική. Οπισθοχώρησε. Δεν πρόσεξε και σκόνταψε στην έξοδο του εξαερισμού που προεξείχε στην άκρη του ουρανοξύστη. Aμφιταλαντεύτηκε μια στιγμή κι αμέσως έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στο κενό. Να πέφτεις στο κενό, είναι ένα απίστευτο συναίσθημα. Ένοιωσε τα σωθικά της να ανεβαίνουν και την επιτάχυνση να αυξάνει. Τα μάτια της γούρλωσαν, αλλά δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή. Ο ουρανοξύστης έπρεπε να έχει περίπου 500 πατώματα -τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Κάτω οι άνθρωποι και τα αυτοκίνητα φαίνονταν σαν παιδικά παιχνιδάκια που ολοένα μεγάλωναν. Στριφογύρισε το σώμα της όπως έπεφτε και κοίταξε προς τα επάνω. Ο άσπρος πάνθηρας είχε βγάλει το κεφάλι του στην άκρη του κτιρίου και την κοιτούσε. Τελικά, πήδηξε κι αυτός. Η Ελένη έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να προσεύχεται. Εκείνη τη στιγμή δεν έχει σημασία αν πιστεύεις στο Θεό. Πάντα προσεύχεσαι. Αισθάνθηκε να προσγειώνεται σε κάτι μαλακό. Ενστικτωδώς έσφιξε τα χέρια να γραπωθεί. Έπιασε τρίχωμα. Άνοιξε πάλι τα μάτια. Ο λευκός πάνθηρας είχε τώρα απλώσει δυό υπερφυσικές φτερούγες που έμοιαζαν περιστεριού. Είχε προσγειωθεί στη ράχη του και πετούσαν πάνω από την πόλη. Ο αέρας έπαιρνε τα καστανά μαλλιά της με ορμή προς τα πίσω και την ανάγκασε να δακρύσει. Ο πάνθηρας έστρεψε το κεφάλι και της χαμογέλασε. Τα τεράστια δόντια του άστραψαν σαν διαφήμιση οδοντόπαστας. Έπαιρναν ύψος όταν τέσσερα καταδιωκτικά αεροπλάνα εμφανίστηκαν στον ορίζοντα. Ο πάνθηρας άρχισε τους ελιγμούς ενώ εκείνη κρατήθηκε δυνατά και κόλλησε το σώμα της όσο πιο σφιχτά μπορούσε στο παχύ του τρίχωμα. Τα καταδιωκτικά έριξαν εναντίον τους πυραύλους. Άκουγε τις εκρήξεις κι έβλεπε τις λάμψεις τριγύρω. Το ζώο ήταν πολύ ευέλικτο. Συνέχισαν καταδιωκόμενοι να ελίσσονται ανάμεσα στα πυρά. Η πόλη από κάτω φωτιζόταν και κάποιο μεγάλο ποτάμι διέσχιζε τις δυτικές συνοικίες από άκρη σ’ άκρη. Ο πάνθηρας μάζεψε ξαφνικά τα φτερά κι άρχισαν να πέφτουν προς το ποτάμι με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ένοιωσε σα να ήταν στο λούνα-παρκ του τρόμου, στο τρενάκι που ορμάει στην άβυσσο. Η Ελένη ούρλιαξε τη στιγμή που το μαύρο παγωμένο νερό του ποταμού τη χτύπησε με δύναμη στο πρόσωπο. Τώρα κολυμπούσαν. Ο πάνθηρας είχε κλείσει τις φτερούγες και έκανε απλωτές με τα ογκώδη μπροστινά του πόδια. Ο βυθός, παρότι το νερό πριν βουτήξουν φαινόταν σκοτεινό, ήταν αρκετά φωτεινός κι εντυπωσιακός. Κοράλλια κόκκινα και κίτρινα, μυριάδες αλλόκοτα ψάρια, μερικά με κέρατα κι άλλα πολύχρωμα και μερικά γαλάζια σαλάχια τους ακολουθούσαν. Φοβήθηκε ότι θα έσκαγε. Σύντομα αναγκάστηκε να πάρει την απελπισμένη ανάσα και το νερό μπήκε στα πνευμόνια της. Αλλά τη στιγμή που σκέφτηκε πως αυτό ήταν το τέλος της, μπόρεσε να ανασάνει κανονικά σαν αμφίβιο. Μια σκοτεινή τρύπα φάνηκε ευθεία μπροστά. Μπήκαν μέσα με φόρα και δεν έβλεπε πια τίποτα. Άρχισε να τρέμει. Σε λίγο ένα κόκκινο φως φώτισε τα τοιχώματα του τούνελ και ακούστηκε μια μελωδία από ακορντεόν. Είδε τα νερά να κυματίζουν σύμφωνα με το ρυθμό. Δεν καταλάβαινε πως ήταν δυνατόν να ακούει μουσική και να βλέπει κυματισμό μέσα στο νερό, αλλά μπροστά στα υπόλοιπα, αυτά ήταν σίγουρα μικρότερα ξαφνιάσματα. Το τούνελ ανέβαινε και σε μερικά λεπτά αναδύθηκαν σε ένα μεγάλο σπήλαιο με σταλακτίτες. Παρότι το νερό στις σπηλαιώδεις λίμνες είναι συνήθως στάσιμο, εδώ είχε έντονο κυματισμό σα να είχαν αναδυθεί στη μέση φουρτούνας. Μέσα σε βάρκες που ανεβοκατέβαιναν σαν καρυδότσουφλα σε κάποια απόσταση απέναντι, μερικοί ψαράδες τους κοιτούσαν έκπληκτοι. Κάποιος από το πλήρωμα μιας βάρκας έβγαλε έναν τεράστιο φακό και έριξε πάνω τους τη φωτεινή του δέσμη. Τότε η γυναίκα συνειδητοποίησε πως ήταν γυμνή και ντράπηκε, αλλά αμέσως κατάλαβε πως η έκπληξή τους δεν οφειλόταν στη γύμνια της μα στο τεράστιο αλλόκοτο ζώο. Την ίδια στιγμή ο πάνθηρας τινάχτηκε απότομα κι εκείνη, που δεν κρατιόταν τόσο γερά πια, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε στη λίμνη. Τότε ο άντρας από την βάρκα έδωσε τον φακό στον διπλανό του και βούτηξε στο μανιασμένο νερό. Ταυτόχρονα λίγο μακρύτερα, με μια δυνατή βουή, άρχισε να αναδύεται κάτι που στην αρχή έμοιαζε με πράσινο νησί που είχε επάνω του παράξενα εξογκώματα σαν καφετιούς λοφίσκους. Σε δευτερόλεπτα το αναδυόμενο νησί μεταμορφώθηκε στο κεφάλι ενός απίστευτα μεγάλου βάτραχου, ακόμα πιο πελώριου από τον πάνθηρα. Ο άνθρωπος που είχε βουτήξει την πλησίαζε, όταν ο βάτραχος άνοιξε το τεράστιο στόμα. Η Ελένη κοιτούσε μια το στόμα, μια τον πάνθηρα που είχε βγει στην όχθη και τιναζόταν αμέριμνος για όσα συνέβαιναν και μια τον κολυμβητή που ερχόταν ολοταχώς προς το μέρος της. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο κολυμβητής ήταν ο άντρας της. Η ραχοκοκκαλιά της πάγωσε ακαριαία, έτσι όπως δεν είχε συμβεί ούτε όταν έπεσε στο κρύο νερό. Πήγε να ουρλιάξει, όμως η βουή ήταν τώρα εκκωφαντική, το νερό έμπαινε στο στόμα της με δύναμη και την έπνιγε και ο βάτραχος ήταν πια πολύ κοντά. Το στόμα του ρούφαγε το νερό σχηματίζοντας δυνατό ρεύμα, που την παράσερνε με ορμή προς το λαρύγγι του. Ο άντρας με μια απότομη κίνηση έφτασε το τεράστιο αμφίβιο και σκαρφάλωσε στο στόμα του. Με τα χέρια προσπάθησε να το εμποδίσει να το κλείσει. Αλλά ο βάτραχος άρχισε να βουλιάζει. Η Ελένη κατάφερε να βάλει τις φωνές. Κοίταξε παρακλητικά το αιλουροειδές. Όμως εκείνο έγλυφε τα πλευρά του αδιάφορο, δεν άκουγε και δεν παρατηρούσε πια τι γινόταν γύρω του. Σαν τρελή άρχισε να κολυμπάει ακόμα πιο γρήγορα προς τον άντρα, αλλά το μόνο που έβλεπε τώρα ήταν μια δίνη νερού. Ο βάτραχος είχε εξαφανιστεί μαζί του. Ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος, τόσο οξύς που ένοιωσε να τρυπάνε τα τύμπανά της. Μουσκεμένη στον ιδρώτα και τουρτουρίζοντας πετάχτηκε από το κρεβάτι σχεδόν όρθια. Συνειδητοποίησε ότι το τηλέφωνο κουδούνιζε. Κοίταξε το ρολόι. Ήταν 2.40 τη νύχτα. Άφησε μια βαθιά ανάσα. -Ναι; -Ελένη... -Ναι... -Αγάπη μου! -Λεωνίδα! Που είσαι; -Σε μια τεράστια μπανιέρα υδρομασάζ, όχι δεν έχω κορίτσια μαζί μου και το ξενοδοχείο είναι τρομερό! Έρχομαι αύριο, πετάω στις 3 μεσημέρι δική μας ώρα από Ορλί... Συγνώμη που σε πήρα τέτοια ώρα μικρή μου, μα ένοιωσα την ανάγκη να στο πω. Σ’αγαπάω πολύ... -Θα έρθω να σε πάρω. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Πολύ... Αντάλλαξαν κάμποσα ερωτόλογα κι έκλεισαν. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε να κοιτάζει το ταβάνι με μάτια άδεια κι ένα στεναγμό ανακούφισης. Μετά άλλαξε μπλουζάκι, έκλεισε τα μάτια της, αλλά χρειάστηκε αρκετή ώρα για να καταφέρει να κοιμηθεί ξανά. Η ανάμνηση της μελωδίας του ακορντεόν τη βοήθησε. ~.~ -Τελικά είσαι πολύ κακός τύπος, είπε ο Άλανταρ. -Και γιατί παρακαλώ; -Μα δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τα βρίσκεις. Σε διασκεδάζει να τους στέλνεις αδιάβαστους; -Δεν σε καταλαβαίνω φίλε. -Γιατί την τρόμαξες αυτήν τη δύστυχη τώρα; Πάντα το ίδιο κάνεις. Δεν φτιάχνεις όνειρα εσύ, φτιάχνεις εφιάλτες. Προχτές εμφάνισες σε εκείνον τον άτυχο το παιδί του λίγο πριν το χτυπήσει η μοτοσικλέτα. Παραλίγο να πάθει συγκοπή. Σε διασκεδάζει τόσο πολύ πια να προκαλείς τρόμο; -Ναι, αλλά σκέψου την ηδονή τους όταν ξυπνάνε; Και κοίτα ποιος μιλάει! -Εγώ ποτέ δεν έκανα τέτοιο βρώμικο παιχνίδι, Πελίνο... -Α, μάλιστα! Ξεχνάς εκείνον τον δύστυχο που την έπαθε όντως την προσβολή όταν του έστειλες τα σκυλιά του Άδη να τον κυνηγήσουν μέσα στο υπόγειο με τους καταξεσκισμένους ανθρώπους και τα αίματα στους τοίχους με τα καρφιά που ολοένα και στένευαν; -Αυτό είναι άδικο. Δεν ήξερα ότι είχε φύσημα στην καρδιά, δεν τον είχα ψάξει αρκετά. -Ναι, αλλά τον εφιάλτη ήξερες να τον φτιάξεις. -Δεν είναι το ίδιο Πελίνο και το ξέρεις καλά. Εγώ φτιάχνω μεταφυσικούς εφιάλτες, κατασκευάσματα που δεν στηρίζονται στην πραγματικότητα. Δεν τους βάζω να βλέπουνε πνιγμούς και ατυχήματα αγαπημένων τους. Εγώ κάνω τέχνη! -Ωραία τέχνη! Δηλαδή εννοείς ότι οι τρίμετροι λευκοί φτερωτοί πάνθηρες και τα υπερφυσικά βατράχια στηρίζονται στην πραγματικότητα; είπε ειρωνικά ο Πελίνο -Σταμάτα. Ξέρεις καλά τι εννοώ. -Αυτό που ξέρω είναι ότι τότε δημιούργησες μια φρικτή πραγματικότητα. Ο άνθρωπος πέθανε στ‘ αλήθεια Αλανταρ. -Και από τότε δεν έχω ξαναφτιάξει βάρβαρο όνειρο. Και αυτό το ξέρεις επίσης. Και πριν όμως, σπανίως έφτιαχνα εφιάλτες. Μου αρέσουνε περισσότερο τα ευτυχή σενάρια. Και τώρα δεν είναι τυχαίο ότι εσύ διάλεξες τη γυναίκα κι εγώ δέχτηκα αδιαμαρτύρητα τη γάτα. Ξέρεις τι της σκάρωσα; Όλο το βράδυ κυνηγούσε μια πάπια. Στο τέλος την έκανα να την πιάσει κι εκείνη για να γλιτώσει της αποκάλυψε μια ποντικοφωλιά. Έπρεπε να την έβλεπες πως γουργούριζε! Με έκανε να νοιώσω πολύ όμορφα, γιατί ήταν χαρούμενη. Ευτυχές σενάριο βλέπεις. -Εντάξει, αλλά δε νομίζω πως αυτός είναι λόγος να μου αρέσουν κι εμένα οι κοινοτοπίες. Τα βρίσκω σαχλά αυτά τα «ευτυχή σενάρια». Έχεις περιορισμένη φαντασία. Αν σε φτιάχνει να γουργουρίζει μια γάτα, δεν έχω πρόβλημα. Αλλά μη με σχολιάζεις. -Εγώ δεν έχω φαντασία; Βρίσκω πως είσαι κακός Πελίνο... -Ο καθένας με τα γούστα του... -Νομίζω πως φταίει που έχεις καιρό να ερωτευτείς, ε; -Να μη σε νοιάζει. Να κοιτάς τα δικά σου θέματα. Κουράστηκα με τη συνεχή κριτική σου. -Πελίνο, είμαι πάντα φίλος σου. Δεν πρέπει να σου λέω αυτά που αισθάνομαι; Τι φίλος θα ήμουν τότε; Ο Πελίνο έμεινε για λίγο σιωπηλός και σταμάτησε να φέγγει, δείγμα έντασης. Τελικά φωτοβόλησε ελάχιστα και απαλά. -Εντάξει, εντάξει. Είμαι μάλλον κακοδιάθετος, απλά. Λοιπόν, λέω να μείνω εδώ για λίγο ακόμα, μου αρέσει αυτή η γυναίκα. Παρατήρησες ότι δεν ούρλιαξε την ώρα που έπεφτε από τον ουρανοξύστη; -Ναι; Δεν το πρόσεξα, ήμουνα στη φάση που η πάπια είχε ανέβει στην κορυφή μιας βαλανιδιάς την ώρα που την έριξες. Αλλά πράγματι, αυτό είναι αξιοπρόσεκτο. Πάντως αν μείνεις, λυπήσου την -Εσύ; -Θα φύγω από δω. Βαρέθηκα τα ζώα. Λέω να μπω σε άνθρωπο αυτή τη φορά. Αν είναι καλός θα μείνω κάμποσο στον ίδιον. Θα σε δω μάλλον έξω; -Ναι, οκ. -Εντάξει, γειά, ρίξε μήνυμα πότε θα βγεις. Ο Αλαντάρ βγήκε από το στόμα της γάτας. Το φάσμα γύρω του πέρασε για μια στιγμή στο υπέρυθρο κι επανήλθε. Οι κυματομορφή του απλώθηκε στα όρια του δωματίου κι έπειτα βγήκε από το παράθυρο. Η γάτα ήταν απασχολημένη με την καθαριότητά της και παρακολούθησε αδιάφορη τη μικρή λάμψη να αποχωρεί. Ακόμα και ο χαιρετισμός της ήταν βαριεστημένος, ένα κοφτό γρύλισμα. Αγενέστατη... σκέφτηκε ο Αλανταρ. Έτσι και ξαναπιάσεις πάπια στον ύπνο σου να με φτύσεις. Είχε ωραία ημέρα έξω. Οι ρυθμιστές του καιρού είχανε ξεσαλώσει τελευταία. Το προηγούμενο βράδυ είχαν φτιάξει ανεμοθύελλα, τώρα ο ήλιος έλαμπε κι η θερμοκρασία είχε ανέβει αισθητά. Αποφάσισε ότι η μέρα ήταν μπλε και φόρεσε το ανάλογο χρώμα. Ένα σπουργίτι που τον είδε πάνω στην ώρα που περνούσε στο μπλε, παραπονέθηκε με την ευκαιρία ότι είχε να δει όνειρα πάνω από ένα μήνα. -Τι να σου κάνω καλό μου, είπε ο Αλαντάρ, βλέπεις προτιμάμε τους ανθρώπους γιατί είναι εντελώς ανυποψίαστοι και δεν μας βλέπουνε. Κι επιπλέον όσο πιο πίσω στο χρόνο πάμε, τόσο καλύτερα σενάρια στήνουμε γιατί οι παλιότεροι άνθρωποι επηρεάζονται περισσότερο από τα όνειρά τους. Έτσι το χαιρόμαστε καλύτερα κι εμείς. Ενώ με εσάς είναι διαφορετικά. Εκτός ότι μας βλέπετε, δεν έχει νόημα και το μπρος πίσω στο χρόνο. Ένα σπουργίτι πριν από 2000 χρόνια είναι σχεδόν ίδιο με ένα σημερινό και με ένα σπουργίτι μετά από χίλια χρόνια. Ίδια ονειρεύεστε. Κι όπως καλά γνωρίζεις, όταν ονειρεύεσαι ξέρεις ότι ονειρεύεσαι κι ότι κάποιος από μας έχει αναλάβει την κοινή μας διασκέδαση. Μόνο οι άνθρωποι αλλάζουν τόσο γρήγορα στο χρόνο κι οι εμπειρίες τους διαφέρουνε ριζικά σε κάθε εποχή. Νομίζουν ότι οι ίδιοι διαμορφώνουν αυτό που λένε «πολιτισμό τους» και αγνοούν ότι αλλάζει επειδή μεταβάλλεται ραγδαία ο τρόπος που ονειρεύονται. -Μπα!, είπε το σπουργίτι. Μας λες και απολίτιστους τώρα; Εσείς οι διάφανοι φταίτε γι αυτό αν είναι έτσι. Εσείς φτιάχνετε τα όνειρα. -Δεν έχεις κι άδικο. Πάντα αναρωτιόμουν πως θα ήταν ο κόσμος αν σκαρώναμε πιο συχνά και πιο έντεχνα όνειρα στους ελέφαντες, τα πουλιά, τους καρχαρίες. Από την άλλη, ίσως καλύτερα έτσι. Φαντάζεσαι να είχαμε πολιτισμό στη ζούγκλα και τη θάλασσα; Το σπουργίτι κούνησε τα φτερά του. -Πάντως, στο οτι βλέπουν συχνότερα όνειρα, φταίει και ότι είναι περιορισμένοι. Δεν μπορούμε να σκαρώσουμε κατάσταση σε άνθρωπο μετά το 2800 σύμφωνα με το μέτρο του χρόνου τους, γιατί τότε μας ανακάλυψαν. Πόσοι νομίζεις έχουν απομείνει από τη στιγμή που εμφανίστηκαν στη γη ως τότε; Ενώ εσείς είστε πρακτικά άπειροι. Κι εμείς περιορισμένοι, ούτε 900 δισεκατομμύρια δεν μέτρησε η τελευταία απογραφή μας... Αλλά κάτι θα γίνει και για σένα, πες μου το όνομα σου. Το σπουργίτι ονομαζόταν Μπαζ και ήταν κορίτσι. Ο Αλανταρ σημείωσε το όνομά της και υποσχέθηκε να τη φροντίσει σύντομα. Είχε μεγάλη κίνηση έξω. Μερικά εκατομμύρια ονειρευτές τριγύρναγαν στον αέρα, κάθονταν σε σύρματα, σε δέντρα, η ακόμα κι επάνω σε ανθρώπους και ζώα. Ο Αλαντάρ κάθισε στο κλαδί ενός πελώριου πεύκου, μαζί με μερικές χιλιάδες συντρόφους του. Σε λίγο παράτησαν τα μικρά πηγαδάκια κι άρχισαν μια αυτοσχέδια συνέλευση. Ένας μεγάλος κίτρινος έλεγε ότι το προηγούμενο βράδυ είχε μπει στον πρωθυπουργό. Τον έκανε να ονειρευτεί ότι είχε χάσει την αρχηγία και τον εξέλεξαν αμέσως αρχηγό του αντίπαλου κόμματος. Τελικά έχασε τις εκλογές από μια πορνοπρωταγωνίστρια που ηγείτο ενός περιθωριακού οικολογικού κόμματος το οποίο όλοι θεωρούσαν εκτός συναγωνισμού. Είδε στο τέλος ότι τον κυνηγούσαν με άγριες διαθέσεις οι οπαδοί του κι από πίσω έρχονταν κάμερες να καταγράψουν το γεγονός. -Έπρεπε να τον δείτε πως πετάχτηκε! Ακόμα κι η γυναίκα του ξύπνησε τρομαγμένη, παρότι αυτή ήτανε ξερή χτες, κανένας δεν είχε μπει μέσα της -κι αν θέλετε βρε παιδιά εδώ που τα λέμε, ποιος να αντέξει τέτοια ταλαιπωρία; Όλοι γέλασαν και το θρόισμα του δέντρου αναστάτωσε τα τζιτζίκια που έπαψαν για λίγο να μιλάνε και βάλθηκαν να κρυφακούν. Ένας κοκκινοπράσινος τους είπε γελώντας πως πριν δύο νύχτες είχε μπει σε κάποιον κωμικό ηθοποιό που έζησε μερικά ανθρώπινα χρόνια πίσω. Είχε μπει μέσα του την εποχή που εκείνος γύριζε την πρώτη του ταινία. -Του σκάρωσα τέτοιον εφιάλτη που ενώ έγινε κωμικός δεν ξαναγέλασε από τότε! είπε, νευριάζοντας τον Αλαντάρ που αμέσως θυμήθηκε τη γαϊδουριά του Πελίνο. -Εγώ πάλι, είπε ένας πιτσιρικάς στο φάσμα του υπεριώδους, ήμουνα προχτές μαζί με την Ιρμα τη Γλυκιά στην Αμερική κι είχαμε μπει μαζί σε έναν ηθοποιό που κατόπιν έγινε γερουσιαστής. Βρε παιδιά, αυτό το άτομο είναι αδύνατον να το κάνεις να φτιάξει μια ιστορία της προκοπής στο μυαλό του, ακόμα και στο ασυνείδητο σκέφτεται ότι πνίγεται, ότι είναι καουμπόης ή ότι πέφτει. -Μπα; Σκέφτεται κιόλας; είπε ένας ογκώδης αξιωματούχος που τον έλεγαν Μπέλβερ κι ήταν εντελώς διάφανος. Αλήθεια, τι κάνει η Ιρμα; -Έμεινε τελικά εκεί να ξεκουραστεί σε έναν άλλο πολιτικό. Είπε ότι της χρειάζονταν λίγες μέρες διακοπών σε κάποιο ακατοίκητο μέρος. Οι ονειρευτές συνέχισαν να διηγούνται ιστορίες με καταιγιστικό ρυθμό. Σχεδόν όλες, είχαν το κοινό σημείο ότι τρόμαζαν τους ανυποψίαστους νυχτερινούς ξενιστές τους. Ο Αλανταρ φούντωνε. -Είστε νομίζω κακεντρεχείς, ξέσπασε κάποια στιγμή. Παιδιά, καλό το χιούμορ αλλά ξεχνάμε ότι το όνειρο οφείλει να είναι τέχνη κι όχι γκροτέσκα φάρσα.... -Οφείλει; Και ποιός το λέει αυτό παρακαλώ; ακούστηκε μια φωνή στο διπλανό κλαδί. Ο Αλαντάρ παρατήρησε τότε τον Πελίνο να έχει πάρει μια γαλαζωπή απόχρωση και να φοράει ένα πρασινωπό λοφίο που έμοιαζε παγωνιού. Είχε καθίσει εκεί χωρίς να τον δει. -Εσύ; Την άφησες; τον ρώτησε. -Ναι, τελικά τη βαρέθηκα και λέω να πάω αλλού. Παραήταν ερωτευμένη για τα γούστα μου. Για πες μας λοιπόν κύριε καλλιτέχνη, γιατί τα όνειρα οφείλουν να είναι τέχνη; -Μα για να περνάμε όλοι καλύτερα, προφανώς. Η τέχνη εξυψώνει τη ζωή, της δίνει υψηλότερο νόημα. Εμείς συνηθίζουμε να φτιάχνουμε όνειρα χωρίς καμιά σύνδεση. Τη μια στιγμή κάποιος πέφτει και την επόμενη τον βάζουν σε μια μπλε σακούλα κι έχει μεταμορφωθεί σε παλτό. Κι έπειτα αντλούμε ικανοποίηση να τις διηγιόμαστε μεταξύ μας και να γελάμε σε βάρος τους. Αυτό είναι εύκολο. Δύσκολο είναι να φτιάξουμε πραγματικές ιστορίες. Να τους πείθουμε ότι τα όνειρά τους έχουν μια σημασία. Αυτό είναι τέχνη. Δε βλέπετε οι ονειροκρίτες τους πόσο ανόητοι είναι; Έχετε δει κανέναν ονειροκρίτη που να προσεγγίζει τη λογοτεχνία; Αν υπήρχε, τότε θα ήμασταν πραγματικά επιτυχημένοι. Αυτό αποκαλώ τέχνη. Την ιστορία. Έστω κι αν είναι εξωπραγματική. -Πωπω φιλοσοφία! Κι εγώ σου λέω ότι περνάω πολύ καλύτερα όταν τους νοιώθω να πετάγονται τρομαγμένοι και να προσπαθούν να καταλάβουν αν είδαν πράγματι όνειρο ή τους έφαγε κάποιο τέρας!, είπε αυθάδικα ο Πελίνο. Και ποιος σου είπε ότι δεν μπορώ να φτιάξω «ιστορίες» όπως τις λες; Απλά οι δικές μου είναι συνήθως κάπως τρομακτικές ή παράλογες. Με διασκεδάζουν οι αντιδράσεις τους. -Στο ξαναλέω Πελίνο, είσαι κακός. -Εγώ πάντως Αλαντάρ συμφωνώ μαζί του και μη με πεις κακιά, πετάχτηκε μια κίτρινο-διάφανη ονειρεύτρια που την έλεγαν Σόνια κι ο Αλανταρ τη φλέρταρε κάποτε, όταν είχαν μπει ο ένας στον Ρασπούτιν κι η άλλη στην Ρωσίδα αυτοκράτειρα. -Θυμάσαι εξάλλου ότι η «τέχνη» που επικαλείσαι δεν έχει πάντοτε αγαθά αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τη δική σου καλή θέληση. Αλλιώς ο καλόγερος δεν θα χρησιμοποιούσε τη δουλειά σου για να πετύχει τα θλιβερά σχέδιά του, έτσι δεν είναι; Εξάλλου φίλε μου η ίδια τους η ζωή είναι ασυνάρτητη, γιατί να μην είναι τα όνειρά τους; Η συζήτηση εξελίχθηκε σε φασαρία. Οι ονειρευτές είχαν χωριστεί σε δύο ομάδες που υποστήριζαν την άποψη της τέχνης και την άποψη του παραλόγου, με κριτήριο τη δική τους καλοπέραση. -Έχω μια ιδέα, είπε ξαφνικά ο Μπέλβερ, πρόσωπο σεβαστό από όλους μια που ήταν ο τοπικός καθοδηγητής. Όλοι σώπασαν να τον ακούσουν. Τα τζιτζίκια ξανάρχισαν να φωνάζουν για να μην καρφωθούν. -Πως θα σου φαινόταν Αλαντάρ αν έκανες έναν ανεπίσημο αγώνα με τον Πελίνο; Θα μπαίνετε όπου θέλει ο καθένας και θα φτιάχνει ό,τι νομίζει. Με τη διαφορά ότι θα προσπαθήσετε και οι δύο να φτιάχνετε όνειρα που να έχουν έναν στοιχειώδη ειρμό, να μην είναι μόνο ασύνδετες εικόνες όπως συνηθίζουμε. Να φτιάχνετε όνειρα- ιστορίες, ώστε να είναι έντονα και πιο πιστευτά και να εντυπώνονται καλύτερα στη μνήμη τους. Δεν θα έχετε άλλον περιορισμό, το αν θα είναι εφιάλτες, αν θα μοιάζουν με προμηνύματα ή με οτιδήποτε άλλο, είναι δικό σας θέμα. Θα φτιάξετε ίσα όνειρα ο καθένας, σε όποια εποχή και άνθρωπο θελήσετε. Μετά θα συναντηθούμε πάλι εδώ, σε τούτο το πεύκο και θα τα διηγηθείτε στη συνέλευση. Θα μας πείτε επίσης αν και ποιές επιπτώσεις είχαν στα υποκείμενά σας. Κατόπιν θα ψηφίσουμε εκείνα που μας άρεσαν περισσότερο και όποιος από τους δυο σας κερδίσει, θα εισηγηθούμε όλοι στο Μεγάλο Συμβούλιο να γίνει ο επόμενος περιφερειακός καθοδηγητής -γιατί εγώ βαρέθηκα εδώ που τα λέμε. Τι λέτε; -Εγώ είμαι μέσα, είπε ο Πελίνο χωρίς καθυστέρηση. Τα πλήθη άρχισαν να κυματίζουν επιδοκιμάζοντας. Οι ονειρευτές διψούσαν για αφηγήσεις. Ο Αλαντάρ συσπάστηκε και το γαλάζιο του κύμα έλαμψε δυνατά. -Eμένα δεν μου αρέσει να υποχρεώνομαι να αποδεικνύω τίποτα. Αλλά αυτό θα το κάνω, γιατί ο κόσμος έχει γεμίσει εφιάλτες και φταίμε εμείς, είπε. Η οχλοβοή πάνω στο δέντρο μεταφράστηκε σε φύσημα δυνατού ανέμου για τον οδοκαθαριστή που περνούσε από κάτω. Κάθισε στη ρίζα του δέντρου και περίμενε τα πούσια να πέσουν καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Μακάρι να ήξερα πως μου ήρθε αυτό που έγραψα. Καμία σχέση δεν βρίσκω να έχει με όσα με απασχολούν. Αφήνω ανοιχτό τον υπολογιστή γιατί χτυπάει το κουδούνι. Πρέπει να είναι εκείνη. Το πήρα απόφαση. Θα τη ρωτήσω τι μου συμβαίνει. Γιατί κάτι μου συμβαίνει σίγουρα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι. Στα επόμενα επεισόδια: Κέντρωνας 3. Ζω, δηλαδή είμαι άλλος. Επίλογος.

buzz it!

Ομως είναι τ' ανέλπιστα...

Η εξέταση του ραδιενεργού άνθρακα έβγαζε τρελά αποτελέσματα. Από τη μια έδειχνε ότι το κόκαλο είχε ηλικία περίπου 3000 ετών, όμως το κομμάτι ύφασμα που βρέθηκε δίπλα του, είχε φτιαχτεί τα τελευταία 10 χρόνια. Δεν μπορεί, κατά σύμπτωση θα βρέθηκαν μαζί, υπέθετε ο καθηγητής της αρχαιολογίας.
Ο Λέκκας το είχε ανακαλύψει στην κορυφή του Κιθαιρώνα, λίγο έξω από το εγκαταλειμμένο στρατόπεδο της αεροπορίας. Για την ακρίβεια το είχε βρει ο σκύλος του ο Τόμυ, σκάβοντας σχεδόν κάτω από τα αγκαθωτά φύλλα ενός αθάνατου. Δεν είχαν βρεθεί άλλα ανθρώπινα οστά τριγύρω, παρότι ακολούθησε μια αρκετά εκτεταμένη και προσεκτική ανασκαφή. Κάποιος είχε ξεχάσει το χέρι του εκεί πάνω.
Οστά μπορεί να μην είχαν βρεθεί, όμως η σκαπάνη είχε εντοπίσει σε κοντινή απόσταση και τα κομμάτια ενός αμφορέα. Η εξέταση έδειχνε ότι κάποτε είχε μέσα κρασί. Τώρα που η άνοιξη έδινε τη θέση της στο καλοκαίρι, ο καθηγητής Λέκκας είχε επιστρέψει στο σημείο του ευρήματος με την τσάπα του, το αντίσκηνό του, τον Τόμυ και την Ιωάννα, τη νεαρή φοιτήτρια και βοηθό του. Παρότι η επίσημη ανασκαφή είχε τελειώσει, κάτι τον έσπρωχνε να συνεχίσει ιδιωτικά, με τα πενιχρά μέσα ενός ιδιώτη αρχαιολόγου. Είχε απλά εξασφαλίσει την άδεια από το κεντρικό αρχαιολογικό συμβούλιο. Ο Λέκκας είχε παθιαστεί. Ήθελε να λύσει το μυστήριο του χαμένου χεριού. Διαισθανόταν πως κάτι ιδιαίτερο έκρυβε αυτό το εύρημα και θα προσπαθούσε να το εντοπίσει.
-Κοίτα εδώ! άκουσε την Ιωάννα να φωνάζει ένα μεσημέρι. Την είδε γεμάτη λάσπες και χώματα να του δείχνει ένα σημείο μέσα σε μια λακκούβα που έσκαβε από το πρωί. Πήγε κοντά και εκείνη του υπέδειξε ένα περίεργο κομμάτι σίδερου. Ο Λέκκας το περιεργάστηκε αρχικά στη θέση που βρισκόταν, αποφεύγοντας να το πιάσει. Με το μικρό του σκουπάκι το καθάρισε εύκολα επί τόπου. Ήταν στιλπνό παρά τα χώματα. Με μεγάλη προσοχή το σήκωσε και το επεξεργάστηκε. Έμοιαζε με αλουμίνιο, όμως κάτι στην υφή του και το δυσανάλογο βάρος του, τον έκαναν να συμπεράνει πως επρόκειτο για κάποιο άλλο είδος μετάλλου. Στην κορυφή του υπήρχε ένα εξόγκωμα που έμοιαζε με μεταλλικό κουκουνάρι. Το σίδερο ήταν τυλιγμένο με πλέγμα που θύμιζε φύλλα κισσού. -Θεέ και παναγία, μοιάζει με θύρσο! είπε δυνατά ο Λέκκας. Αλλά οι θύρσοι ήταν ξύλινοι, ετούτο εδώ είναι μεταλλικό! Προσεκτικά, σήκωσε τελικά το μέταλλο με γυμνά χέρια και το περιεργάστηκε καλύτερα χωρίς να κρύβει την έκπληξή του. -Τι είναι ο θύρσος; τον ρώτησε η Ιωάννα. -Ήταν ένα ραβδί, συνήθως από καλάμι, στολισμένο με κισσό η αμπέλι που κρατούσαν όσοι έπαιρναν μέρος στις πομπές... Όπως ο Λέκκας μιλούσε ακουμπώντας τα σιδερένια φύλλα του κισσού, άκουσε ένα κλικ και μια γαλαζωπή λάμψη πετάχτηκε από το κουκουνάρι πριν ολοκληρώσει τη φράση του. Τυφλώθηκε για λίγο και ζαλίστηκε.
Όταν άνοιξε τα μάτια δεν πίστευε αυτό που έβλεπε. Μια παράξενη μυρωδιά διαχεόταν στην ατμόσφαιρα, μια μυρωδιά μεθυστική κι ενοχλητική ταυτόχρονα. Δυνατή μουσική με αυλούς και τύμπανα ακουγόταν και μπροστά στον έκπληκτο Λέκκα δεκάδες γυναίκες με αραχνοΰφαντα πέπλα στροβιλίζονταν στο ρυθμό της μουσικής, που ολοένα γινόταν πιο έντονη και ρυθμική, κρατώντας αναμμένους πυρσούς και κραδαίνοντας θύρσους. Στο βάθος, ένας άντρας στεφανωμένος με κισσούς καθόταν σε ένα ανάκλιντρο και παρακολουθούσε, ενώ άλλες γυναίκες, καθισμένες νωχελικά στα πόδια του, τον τάιζαν σταφύλια. Το γυναικείο πλήθος χόρευε με φρενήρη ρυθμό γύρω από έναν δεύτερο, ολόγυμνο άντρα που ήταν δεμένος σε έναν πάσαλο. Οι γυναίκες έμοιαζαν να βρίσκονται σε έκσταση και τραγουδούσαν κάποιο χορικό στα αρχαία Ελληνικά. Ο καθηγητής μετέφρασε μέσα του νοερά στη μοντέρνα γλώσσα αυτά που έλεγαν: Πολλές της Μοίρας οι μορφές πολλά και τ αναπάντεχα που οι θεοί περαίνουν κι όσα στο νου μας βάζουμε να γίνουν, δε θα γίνουν. Όμως είναι τ ανέλπιστα Που πραγματοποιούνται ΟΛέκκας, που βρισκόταν στην κορυφή ενός λόφου λίγο ψηλότερα, διέκρινε μια φιγούρα που έμοιαζε με κατσίκα να τις πλησιάζει. Όμως από τη μέση και πάνω η κατσίκα ήταν άντρας και τα τραγίσια πόδια ήταν δύο. Είδε τον καθισμένο άντρα να λέει κάτι στρεφόμενος προς τον δεμένο γυμνό άντρα και μετά να εκσφενδονίζει ένα αντικείμενο σαν ραβδί μακριά του. Πάγωσε ακούγοντας ξαφνικά τον δεμένο άντρα να ουρλιάζει σαν άγριο θηρίο. Αλλά αμέσως σώπασε ξανά.
-Αδύνατον… είπε από μέσα του σχεδόν τρομοκρατημένος. Δεν είναι δυνατόν. Παρακολουθώ το χορό των μαινάδων, το Διόνυσο και τον Πάνα! Από το δάσος ξεπρόβαλαν τότε άντρες με ορθωμένους τους πελώριους φαλλούς τους και σε λίγο οι μαινάδες, ο Πάνας και οι σάτυροι σχημάτισαν ένα οργιώδες σύμπλεγμα που αγκομαχούσε στους ρυθμούς της μελωδίας τριγύρω από τον δεμένο. Ο ερωτισμός τους ήταν ζωώδης και η μυρωδιά ταγισμένου ιδρώτα ανακατεμένου με σπέρμα και κρασί, έφτασε σύντομα μέχρι τον Λέκκα που παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια και τον έκανε να μην μπορεί να αποφασίσει αν το σώμα του ερεθιζόταν η αηδίαζε περισσότερο. Μόνο ο Διόνυσος παρακολουθούσε ατάραχος από το ανάκλιντρό του με πέντε από τα κορίτσια της ακολουθίας του να συνεχίζουν να τον χαϊδεύουν, να τον κερνούν κρασί και να τον ταΐζουν φρούτα. Ο άντρας που ήταν δεμένος στον πάσαλο είχε κλείσει τα μάτια κι έμοιαζε να προσεύχεται υψώνοντας το βλέμμα στον ουρανό, αρνούμενος να παρακολουθήσει το όργιο.
-Μα ποιος είναι αυτός; αναρωτήθηκε ο Λέκκας που είχε αρχίσει να ιδρώνει από την έξαψη και να ανατριχιάζει από το σοκ. Σε λίγο, μέσα σε κρεσέντο ερωτικών επιφωνημάτων, οι μαινάδες άρχισαν να σηκώνονται μια-μια και να πλησιάζουν τον δεμένο, ενώ οι σάτυροι παρακολουθούσαν ξαπλωμένοι στο χορτάρι. Με τους θύρσους άρχισαν να τον χτυπούν και με τους πυρσούς να τον καίνε σε όλο το σώμα. Το ουρλιαχτό του άντρα του τρύπησε τα αυτιά. Ο Λέκκας γούρλωσε τα μάτια ακόμα περισσότερο, τόσο που οι κόρες του πετάχτηκαν έξω. Έπειτα οι μαινάδες, με ακονισμένα καλάμια, με τα νύχια και τα δόντια τους ξεκίνησαν να γδέρνουν και να κατακρεουργούν αργά-αργά τον άτυχο άντρα, ο οποίος δεν αντιδρούσε πια, ούτε φώναζε.
Ο Λέκκας δεν μπορούσε να βλέπει, καθώς οι εκστασιασμένες γυναίκες ξέσκιζαν το σώμα του, τον έγδερναν, τον κατασπάραζαν, τον δάγκωναν. Στο τέλος τον διαμέλισαν. Αργα-αργά και σα να βρίσκονταν σε ηδονική έκσταση, οι γυναίκες απέκοψαν πριονίζοντας και δαγκώνοντας και τα τέσσερα άκρα του δυστυχισμένου. Επιναν το αίμα που αναβλυζε στις πληγές και μετά τις έκαιγαν. Οι περισσότερες είχαν γεμίσει με αίματα και τα μάτια τους φαίνονταν λευκά. Άλλες γυρνούσαν χορεύοντας με αλαλαγμούς γύρω από τον πάσαλο, κραδαίνοντας με μανία τους θύρσους. Το σώμα κρατόταν ακόμα δεμένο από τον κορμό. Σάρκες κρέμονταν παντού. Μια από τις γυναίκες, πήρε τελικά ένα κοντό σπαθί και με ένα απότομο χτύπημα του έκοψε και το λαιμό. Με το κεφάλι του νεκρού στο δεξί της χέρι να στάζει αίματα, άρχισε να τρέχει γύρω-γύρω από τον Διόνυσο που παρακολουθούσε πάντα ατάραχος, αλαλάζοντας και υψώνοντας το τρόπαιο στους ουρανούς.
Ο Λέκκας θυμήθηκε τον Ευριπίδη. Αν ο μεγάλος τραγικός για κάποιον ακατανόητο λόγο περιέγραφε μιαν πραγματικότητα, τότε παρακολουθούσε τον μαρτυρικό θάνατο του Πενθέα, του βασιλιά της Θήβας, που αρνήθηκε να δεχθεί τη λατρεία του Διονύσου όταν ο θεός έφτασε στην πόλη. Και οι γυναίκες που τώρα του ξέσκιζαν τη σάρκα, ήταν οι γυναίκες της Θήβας που σε πείσμα του βασιλιά τους ακολούθησαν το θεό. Ήταν οι Βάκχες που τώρα είχαν μεταμορφωθεί σε μαινάδες. Ανάμεσά τους έπρεπε, θυμόταν ο καθηγητής, να βρισκόταν και η ίδια η μητέρα του άτυχου Πενθέα, η Αγαύη. Ο Λέκκας ξαφνικά ανατρίχιασε για πολλοστή φορά, όμως τώρα εξαιτίας μιας μνήμης. Αγαύη, ήταν το επιστημονικό όνομα του αθάνατου, του φυτού δίπλα στο οποίο ο Τόμυ είχε ανακαλύψει το οστό. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, τώρα έβλεπε ποιανού το χέρι είχε βρει. Πανικόβλητος από το σοκ του και το αβάσταχτο παράλογο της έκπληξης να ζει μια μυθολογική σκηνή χιλιάδες χρόνια πριν, θυμήθηκε πως ακόμα κρατούσε το παράξενο μέταλλο. Έσφιξε και πάλι τους μεταλλικούς κισσούς, αυτή τη φορά όσο πιο μαλακά και λιγότερο μπορούσε. Μια νέα λάμψη τον τύφλωσε. Άνοιξε ξανά τα μάτια.
Τώρα αντίκριζε την ίδια ακολουθία γυναικών, μόνο που τις έβλεπε να ανεβαίνουν προς το βουνό κρατώντας και πάλι πυρσούς, πανέρια με φρούτα, μελανόμορφους αμφορείς και καλαμένιους θύρσους. Η θυρσοφόρος πομπή βρισκόταν αρκετά κοντά του. Ο Διόνυσος ήταν μισοξαπλωμένος στο ανάκλιντρο που μετέφεραν μερικοί σάτυροι, οι οποίοι τώρα δεν ήταν ερεθισμένοι. Για πρώτη φορά ο Λέκκας συνειδητοποίησε ότι οι σάτυροι δεν είχαν πάντα έτοιμο τον υπερμεγέθη φαλλό, αλλά υπήρχαν και στιγμές που το πέος τους ήταν χαλαρό. Λίγο παραπάνω, είδε το ίδιο τοπίο όπου πριν είχε παρακολουθήσει να διαδραματίζεται το όργιο και ο τελετουργικός διαμελισμός του Πενθέα. Μπροστά πήγαινε ο Πάνας παίζοντας τον αυλό του και μερικοί τυμπανιστές σάτυροι. Η ακολουθία ανέβαινε αργά. Ο Λέκκας συμπέρανε ότι είχε μεταφερθεί μόλις λίγη ώρα στο παρελθόν.
-Όχι, δεν θα το επιτρέψω να ξανασυμβεί, σκέφτηκε. Αυθόρμητα και χωρίς να το καλοσκεφτεί, ο καθηγητής της αρχαιολογίας αποφάσισε να επηρεάσει την ιστορία, που μέχρι πριν λίγο νόμιζε για μυθολογία. Ο φόβος που νωρίτερα τον είχε κάνει να παραλύσει, ξαφνικά μεταβλήθηκε σε οργή. Ένοιωσε την αδρεναλίνη να τον τινάζει μπροστά. Πετάχτηκε από το βράχο του απερίσκεπτα και στάθηκε όρθιος και αγριεμένος μπροστά στον Διόνυσο, κραδαίνοντας απειλητικά τον θύρσο.
-Ανάθεμά σε θεέ της ηδονής για τους φόνους που επιτρέπεις στο όνομά σου! του φώναξε βροντερά. Όμως εγώ δεν θα σου επιτρέψω να το κάνεις αυτό. Δεν θα σκοτώσεις άλλον άνθρωπο για τη διασκέδαση και το όργιό σου. Εκπροσωπώ τον πολιτισμό και το αύριο. Κάνε πίσω Διόνυσε! Η ακολουθία σταμάτησε, όπως και η μουσική. Η φωνή του Διόνυσου ακούστηκε σα μελωδία από τον ουρανό. Ήταν απολύτως ήρεμη κι ο ίδιος σχεδόν χαμογελούσε. -Βλέπω πως ήρθες τελικά. Βλέπω ότι κρατάς το θεϊκό μου όπλο, αυτό που έκλεψες νομίζοντας πως μου στερείς τη δύναμη χθες βράδυ, στα ανάξια και ιδρωμένα χέρια σου. Ίδιος με άγριο θηρίο μου μοιάζεις, που το βασίλειό σου θες να προφυλάξεις από τον εισβολέα. Όμως θα διαπιστώσεις βασιλιά ότι δεν είμαι εγώ ο εχθρός του λαού. Ο Λέκκας προσπάθησε να πει κάτι, αλλά ο Διόνυσος συνέχισε. -Εγώ είμαι ο ελευθερωτής των ζωντανών ανθρώπων από τα δεσμά της σάπιας ηθικής σου. Και είσαι εσύ ο τύραννός τους. Αλλά από σήμερα η θηριώδης διακυβέρνησή σου θα δώσει τη θέση της στις αισθήσεις. Το μέλλον που λες ότι εκπροσωπείς είναι ένα μέλλον ζοφερό και στερημένο από τη μαγεία για χάρη κάποιου εξωτικού πλάσματος που αποκαλείς ορθό λόγο. Γιατί είναι ορθός αλήθεια; Μήπως γιατί ο πολιτισμός που επικαλείσαι είναι χτισμένος σε εκατομμύρια πτώματα που θυσιάστηκαν χωρίς σκοπό, χωρίς τελετουργία, χωρίς την ιερή μέθη του οίνου, της ψυχής και του αίματος; Οι ηδονές του μέλλοντός σου δεν είναι ηδονές πραγματικές, γιατί δεν έχουν το θεό και τη σπονδή μέσα τους, παρά μονάχα το ζώο και το όφελος. Ξέρουμε κι εμείς να σφάζουμε όμως Πενθέα.
Ο Λέκκας δεν καταλάβαινε… Για ποιόν τον περνούσε; -Μα τι λες…ψέλλισε και ξαφνικά ένοιωσε έναν οξύ πόνο στο κεφάλι. Όπως όλα σκοτείνιαζαν γύρω του κι έπεφτε στο χώμα, πρόλαβε να δει τον Πάνα που τον είχε χτυπήσει από πίσω με ρόπαλο. Έχασε τις αισθήσεις του και σωριάστηκε. Όταν συνήλθε, συνειδητοποίησε σαν μέσα σε κακό όνειρο ότι άκουγε την ίδια μουσική και μύριζε την ίδια γλυκερή έντονη μυρωδιά που είχε νοιώσει μετά την πρώτη λάμψη. Μόνο που τώρα ήταν γυμνός και δεμένος ο ίδιος στον πάσαλο. Τα ρούχα του τα είδε σκισμένα και πεταμένα πλάι από έναν αθάνατο. Γύρω του στροβιλίζονταν με μάτια λευκά οι μαινάδες και στο βάθος έβλεπε τον Διόνυσο να απολαμβάνει τα σταφύλια του στο ανάκλιντρο. Μια πανέμορφη έφηβη που έμοιαζε εντυπωσιακά στην Ιωάννα, είχε καθίσει εμπρός στα πόδια του και πιπιλούσε το μόριό του που βρισκοταν σε στύση. Ο Διόνυσος της χαιδευε απαλά το μάγουλο. Ο Πάνας ερχόταν από το βάθος με τον αυλό του. -Μα τι κάνετε; Αφήστε με, λύστε με, δεν είμαι αυτός που νομίζετε, είμαι άλλος. Δεν είμαι βασιλιάς, είμαι καθηγητής και... Μα η φωνή του σκεπαζόταν από το τραγούδι των γυναικών που ωρύονταν κουνώντας τα καλάμια τους και χοροπηδώντας. Θυμήθηκε πως αυτό λεγόταν θυρσομανία. Άρχισε να φωνάζει προσπαθώντας να ακουστεί, αλλά άκουσε ξανά τον Διόνυσο. Κατά τρόπο παράδοξο, η δική του φωνή παρότι σιγανή και μελωδική, ακουγόταν ολοκάθαρη πάνω από τη μουσική και την οχλοβοή των μαινάδων: -Νόμισες ανόητε θνητέ ότι κλέβοντάς μου τον θύρσο θα μπορούσες να με εξουσιάσεις και να σταματήσεις τις γυναίκες της Θήβας από την επιθυμία τους να με ακολουθήσουν; Απερίσκεπτε, τα όπλα του θεού των ηδονών είναι ανεξάντλητα. Είμαι ο Διόνυσος και το μεγάλο μου όπλο δεν είναι αυτό το μέταλλο, παρά η δύναμή μου να στήνω τον απελευθερωτικό μου χορό στις ψυχές των ανθρώπων. Κι έτσι αυτό που τόση σκευωρία χρησιμοποίησες για να μου πάρεις, δες πως θα το πετάξω τώρα μακριά. Και εκσφενδόνισε το μεταλλικό ραβδί προς τους θάμνους λίγο πιο πέρα. Οι εκστασιασμένες γυναίκες άρχισαν να τον πλησιάζουν με μάτια αναποδογυρισμένα, ζυγίζοντας τους θύρσους και υψώνοντας τα μαχαίρια.
Ο καθηγητής Λέκκας διέκρινε τότε μακριά, πάνω στον κοντινό λόφο, μια ανθρώπινη φιγούρα να στέκεται ακίνητη και να τον παρακολουθεί. Ούρλιαξε σαν άγριο θηρίο.
*μεταγραφή απο έντυπο κλπ

buzz it!

Η τέχνη της μελιτζανοσαλάτας

-Αυτό με τη φράκταλ γεωμετρία δεν τό’πιασα, είπε το τζίνι. Τι σημαίνει κλασματική γεωμετρία; -Φαντάσου ότι κοιτάς μια ακτογραμμή από ψηλά, ας πούμε πετώντας με το μαγικό χαλί. Μπορείς τότε να τη μετρήσεις και να βρεις ότι το μήκος της είναι ας πούμε ένα μίλι, σύμφωνοι; είπε ο Μάρκους Αλαν. -Ναι… -Ωραία. Τώρα πετάς χαμηλότερα και ξανακοιτάς την ακτογραμμή. Διακρίνεις πλέον μερικά γυρίσματα της άμμου που δεν διέκρινες από ψηλότερα. Αν μετρήσεις τώρα, το μήκος θα ισούται με ένα μίλι συν το κλάσμα που σου διέφευγε. Όσο χαμηλότερα κατεβαίνεις, τόσα περισσότερα γυρίσματα, κλάσματα, εντοπίζεις που δεν φαίνονταν από ψηλά. Στο τέλος φαντάσου ότι είσαι ένα μυρμήγκι, που περπατά κατά μήκος της ακτογραμμής. Αυτό το ίδιο πράγμα που από ψηλά είχε μήκος ένα μίλι, τώρα είναι πρακτικά άπειρο για σένα. Που σημαίνει ότι τα πάντα είναι θέμα κλίμακας, έτσι; -Έτσι. -Οπότε τώρα φαντάσου την πεταλούδα που λέγαμε πριν, να φτερουγίζει σε μια εξοχή στο Τόκιο. Σηκώνει ένα απειροελάχιστο κύμα αέρα. Αν όμως τύχει εκείνη τη στιγμή αυτό το απειροελάχιστο κύμα να συναντήσει ένα ρεύμα και να ενδυναμωθεί και ταξιδεύοντας να συναντήσει ακόμα ένα, κι ακόμα ένα, κι ακόμα ένα, αυτή η φαινομενικά ασήμαντη τυχαιότητα, αυτό το απειροελάχιστο πετάρισμα, μπορεί να δημιουργήσει τέτοια εντροπία, ας πούμε...μμμ...τέτοιο ανακάτεμα στο καιρικό σύστημα, που να προκαλέσει θύελλα στην άλλη άκρη του ωκεανού. Όλα είναι θέμα κλίμακας, τυχαιότητας, συμπτώσεων, εντροπίας και κυρίως, του συνδυασμού όλων αυτών. Ε, αυτό είναι συνοπτικά το χάος. -Μάλιστα, τώρα το έπιασα σε γενικές γραμμές. Βέβαια δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σχέση έχουν όλα αυτά με το χάος στη ζωή του προκατόχου σου, αλλά μου αρκεί η εξήγηση που έδωσες γιατί το θέμα είναι βαρετό, είπε το τζίνι.
-Πολύ ωραία λοιπόν, συνέχισε, ας πάμε και στην τελική μου επιθυμία. Ο Άλαν είχε βρει το λυχνάρι όταν πήγε στο σπίτι του παππού του να ξεκαθαρίσει λίγο τα πράγματα προτού αναλάβουν οι μεσίτες. Ο γέρος, ο Τζόνας Αλαν, είχε αφήσει πέραν των άλλων και μια σοφίτα γεμάτη διάφορες παλιατζούρες, που έπρεπε να ξεκαθαρίσει ο Αλαν ο νεώτερος πριν από την πώληση του σπιτιού. Αιώνες συσσώρευσης εκεί μέσα. Βρήκε το λυχνάρι μέσα σε ένα παλιό σεντούκι κι αμέσως σκέφτηκε ότι έτσι και το έτριβε θα πεταγόταν ένα τζίνι, τόσο χαρακτηριστικό ήταν. Τώρα το τζίνι τον κοιτούσε βλοσυρό, μετέωρο στη σοφίτα, κι αντί για το λυχνάρι έτριβε τη σκούρα μπλε κοιλιά του.
-Είσαι έτοιμος λοιπόν για την τρίτη επιθυμία; τον ρώτησε. Όταν το τζίνι ξεπετάχτηκε από το λυχνάρι, ο Μάρκους Αλαν δεν τρόμαξε. Δεκαετίες ορθολογισμού στο πανεπιστήμιο όπου τώρα ήταν πλέον κοσμήτορας στη σχολή Θεωρητικής Φυσικής τον είχαν ασκήσει τόσο, ώστε ακόμα κι η έξοδος ενός τζίνι από λυχνάρι να μην μπορεί να γκρεμίσει τις πεποιθήσεις του περί απουσίας της μεταφυσικής. Ο Αλαν πίστευε πως ακόμα κι όσα δεν μπορούσαν να εξηγηθούν παρά μόνο μεταφυσικά, απλώς δεν είχαν ακόμα αναλυθεί επαρκώς για να προκύψει η ορθολογική εξήγηση. Έτσι εξεπλάγην όσο αν έβλεπε το βόρειο σέλας στον τροπικό. Στο μέτρο του επιστήμονα. -Μάλιστα, είχε πει το τζίνι. Άλλος ένας που με ξύπνησε. Λοιπόν αγαπητέ, έχω βαρεθεί με αυτή την ιστορία. Κάθε τρεις και λίγο έρχεται κι ένας από σας και με ταράζει. Δε μου αρέσει να με ενοχλούν. Γι αυτό θέλω να είσαι σύντομος. Παρακαλώ να ικανοποιήσεις αμέσως τις τρεις μου επιθυμίες γιατί βαριέμαι θανάσιμα εδώ έξω!, είπε αιωρούμενο πέρα-δώθε με τα χέρια σταυρωμένα στην φουσκωτή κοιλιά του. -Τι είπες; ρώτησε για πρώτη φορά έκπληκτος ο Αλαν. Να ικανοποιήσω τις επιθυμίες σου; -Φυσικά, νόμιζες ότι θα τη γλίτωνες; -Μα είναι δυνατόν; Εσύ πρέπει να ικανοποιήσεις τις τρεις επιθυμίες μου, όχι εγώ τις δικές σου! -Αυτά είναι παραμύθια της χαλιμάς αγαπητέ. Τις ίδιες αηδίες μου είπαν κι οι υπόλοιποι. Μα δε μου λέτε, είστε σοβαροί όλοι σας; Δε φτάνει που με ενοχλείτε, με θέλετε και δουλάκι σας; Εμπρός τελείωνε, φέρε μου μια μελιτζανοσαλάτα γι αρχή! -Τι; Είπε γουρλώνοντας τα μάτια ο Αλαν. Μια τι; -Μια μελιτζανοσαλάτα ανόητε! Αυτή είναι η πρώτη μου επιθυμία. Μου έχει μείνει απωθημένο από τότε που είχε τρίψει το λυχνάρι εκείνος ο…ο… τέλος πάντων, δε θυμάμαι πως τον λέγανε…Έτρωγε όμως μια καταπληκτική μελιτζανοσαλάτα εκείνη την ώρα και δοκίμασα λίγη. Έκτοτε το μόνο που μου αρέσει στον ηλίθιο κόσμο σας είναι αυτή η γεύση. Κάθε φορά που βγαίνω, η πρώτη μου επιθυμία είναι πάντα η ίδια. Σπεύσε! -Δεν είμαστε καλά! είπε θυμωμένος ο Αλαν. Τότε τα τζάμια της σοφίτας έτριξαν γερά, μερικά στοιβαγμένα έπιπλα έπεσαν κάτω, από το ισόγειο ακούστηκε σαματάς ξύλων και γυαλιών που σπάνε κι ένα κύμα σκόνης σηκώθηκε και τον έκανε να βήξει. -Κοίτα, είπε το τζίνι, δεν θα κάθομαι εδώ να παίζω. Τελείωνε γιατί βαριέμαι σου είπα. Αν δεν εκτελέσεις άμεσα τις επιθυμίες μου θα διαλύσω το αχούρι και κατόπιν θα βγω λίγο να παίξω στο δρόμο, εντάξει; Δεν έχω κανένα κέφι να σου φορτωθώ, αλλά δεν μας επιτρέπουν να επιστρέφουμε στα λυχνάρια αν δεν μας ικανοποιείτε πλήρως γιατί χαλάμε την πιάτσα. Κι αυτό είναι εντολή απαράβατη για μας. Άντε λοιπόν να τελειώνουμε! Ο Αλαν βρισκόταν στα όρια να αναθεωρήσει την πίστη του στον ορθολογισμό, αλλά δεν έκανε πίσω. Εντάξει λοιπόν, είχε μπλέξει με ένα σαματατζίδικο και απαιτητικό τζίνι. Κάποτε η επιστήμη θα το εξηγούσε και αυτό. Τώρα όμως προείχε να βρει μια μελιτζανοσαλάτα. Κατέβηκε από τη σοφίτα και κοίταξε τριγύρω. Στα κοντινά σουπερ μαρκετ δεν υπήρχε συσκευασμένη μελιτζανοσαλάτα, το ήξερε. Η ελληνική καταγωγή του τον έσπρωξε να οδηγήσει σιωπηλός μέχρι το κοντινό εστιατόριο «Σαντορίνη» όπου αγόρασε μια μελιτζανοσαλάτα, παρότι ο μαγαζάτορας επέμενε ότι είχε καλύτερη φάβα εκείνη τη μέρα. Λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν πάλι στη σοφίτα. Το τζίνι είχε γίνει πράσινο και είχε προκαλέσει ανακατωσούρα βομβαρδισμένου τοπίου. -Επιτέλους! είπε Άρχιζα να χάνω την υπομονή μου. Λίγο ακόμα και θα έβγαινα έξω. Την έφερες; Ο Αλαν του έδωσε το κεσεδάκι. Το τζίνι μύρισε τη μελιτζανοσαλάτα κι έδειξε ικανοποιημένο. Έβαλε το δάχτυλό του στο κεσεδάκι κι άρχισε να τρώει. Ο Μάρκους Αλαν καθόταν στο πάτωμα και κοιτούσε. Σε λίγο το τζίνι είχε γίνει πάλι μπλε. -Μμμμμ…ωραία, είπε τελικά και ρεύτηκε δυνατά. Καιρό είχα να το φάω αυτό. Είναι από τα λίγα καλά στον κόσμο σας, αν και τούτη εδώ δεν ήταν γευστική σαν την προηγούμενη. Έχε χάρη που την είχα επιθυμήσει πολύ, αλλιώς θα σε έστελνα να μου βρεις κάποια της προκοπής. Νομίζω πως ο κόσμος σας όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται λιγότερο νόστιμος. Πάμε στη δεύτερη επιθυμία; -Πάμε…είπε μοιρολατρικά ο Αλαν. -Θέλω να μου πεις τι σημαίνει χάος. Ο προηγούμενος ενοχλητικός τύπος που έτριψε το λυχνάρι, μου είπε λίγο πριν ξαναμπώ μέσα ότι είχα κάνει τη ζωή του ένα χάος. Τι εννοούσε; -Θεέ μου, έπιασε τον εαυτό του να λέει από μέσα του ο Αλαν κι αμέσως ο ορθολογισμός του επαναστάτησε. Όχι, ούτε σε αυτή την περίσταση είχε τη θέση της τέτοια μεταφυσική επίκληση. Εξάλλου αν υπήρχε θεός, αυτό το τζίνι θα έπρεπε να βρίσκεται στα τρίσβαθα της κόλασης κι όχι στη σοφίτα του παππού του. Θα καθάριζε με τον ορθολογισμό. -Λοιπόν άκουσε, αν το θες λαϊκά, χάος είναι όλη αυτή η φριχτή ανακατωσούρα που δημιούργησες τριγύρω μας. Μιλώντας πιο επιστημονικά...
Ο Αλαν του εξήγησε το χάος αρκετά αναλυτικά, τόσο που έπιασε το τζίνι να χασμουριέται. -Πολύ ωραία λοιπόν, ας πάμε και στην τελική μου επιθυμία. -Σε ακούω… -Θέλω να μάθω τι σημαίνει αγάπη. Ο Αλαν μαρμάρωσε. -Ναι, τι σημαίνει αγάπη; Δεν μπόρεσα να το καταλάβω ποτέ αυτό. Ο προηγούμενος που ρώτησα μου έλεγε κάτι αρλούμπες κι αναγκάστηκα να του κάνω παρέα μέχρι που πέθανε. Άσε, δράμα… Ξέρεις τι είναι να μένεις 20 χρόνια σ’ αυτό τον παλιόκοσμο; Τα άλλα τζίνι γελούσαν όταν επέστρεψα, είχα γίνει τελείως διάφανος από το θυμό μου. Να σκεφτείς ότι για να περάσω την ώρα μου προκάλεσα δυό πολέμους και μια πολιορκία, αλλά ούτε κι αυτά με συγκίνησαν. Όλο τα ίδια και τα ίδια κάνετε εσείς οι άνθρωποι, πυροβολείτε ο ένας τον άλλον και πεθαίνετε πολύ γρήγορα. Γι αυτό βάλε τα δυνατά σου και σε παρακαλώ μη μιλήσεις πάλι…πως το είπες… ακαδημαϊκά; Γιατί το προηγούμενο με το ζόρι το κατάλαβα, άσε που μιλάς βαρετά!
Ο Αλαν σκεφτόταν. Πώς να εξηγήσει σε ένα τζίνι την έννοια της αγάπης; Εδώ δεν την ήξερε ο ίδιος καλά-καλά. Δεν είχε αγαπήσει ποτέ. Θυμόταν αμυδρά την αγάπη που ένοιωθε για τη μητέρα του, μα είχαν πια περάσει πάνω από 25 χρόνια που είχε πεθάνει. Τον πατέρα του δεν τον είχε αγαπήσει ποτέ κι όλες του οι ερωτικές σχέσεις ήταν καθαρά σαρκικές, ποτέ δε βρήκε καιρό για συναισθήματα ανάμεσα στην καριέρα του. -Έχετε θηλυκά τζίνι; ρώτησε. -Δεν έχουμε φύλα εμείς, τι μας πέρασες; Είπε το τζίνι. Γαμώτο… Τελικά ο Αλαν προσπάθησε να χρησιμοποιήσει και πάλι τον ορθολογισμό. -Αγάπη λοιπόν…Πως να σου το πω…Πρέπει να καταλάβεις τους ανθρώπους και την ανασφάλειά τους…τις φοβίες τους…Νομίζω πως αγαπάμε γιατί στη μάχη ο δεξιός μας ώμος μένει ακάλυπτος και μια διπλανή ασπίδα πρέπει να τον καλύπτει... Αγαπάμε για να κοιμόμαστε ξέγνοιαστα, ανάσκελα τα βράδια, για να υπάρχει κάποιος να μας προσέχει τις ώρες που είμαστε ευάλωτοι. Για να έχουμε πάντα κάποιον καλεσμένο στις γιορτές μας… -Αυτό που λες δεν ξέρω αν ισχύει, πάντως δεν απαντά στην ερώτηση μου, τον διέκοψε το τζίνι. Η ερώτησή μου δεν είναι για ποιό λόγο αγαπάτε εσείς, αλλά τι είναι αγάπη. Οι άνθρωποι τελικά είστε σίγουρα ανώμαλοι, αλλιώς δεν θα μου ανέλυες την έννοια της αγάπης, που από όσα έχω καταλάβει πρέπει να είναι κάτι όμορφο, σα να μου αναλύεις τον φόβο και την ιδιοτέλεια. Αυτά τα συναισθήματα τα ξέρω από άλλους που έχουνε τρίψει το λυχνάρι μου. Ξέρω την οσμή του φόβου κι έχω δει το βλέμμα της ιδιοτέλειας. Τίποτα από αυτά δεν μου εξηγεί την αγάπη. Ίσως το να τα συνδυάζεις είναι δικά σας κόλπα, ανθρώπινα, αλλά εγώ ξέρω ότι και τα ζώα αγαπούνε. Το ξέρω γιατί μια φορά έτυχε να τρίψει κατά λάθος το λυχνάρι μου ένα λιοντάρι που προσπαθούσε να ξυστεί. Αυτό λοιπόν, αγαπούσε χωρίς να περιμένει κανέναν να του φυλάξει τον ώμο. Το ένοιωθα αυτό. Σου είπα ότι δεν ξέρω τι σημαίνει η αγάπη, όχι πως δεν μπορώ να τη δω στα πλάσματα. Αλλά δεν την κατανοώ. Γιατί υπάρχει; Άσε που το λιοντάρι ξάπλωνε ανάσκελα συνεχώς. Λυπάμαι ότι δε το ρώτησα να μου την εξηγήσει, αλλά χαίρομαι γιατί μου έμαθε το βρυχηθμό (το τζίνι έβγαλε ένα τρομερό βρυχηθμό που έκανε τα τζάμια να τρίξουν) τον ύπνο και την ηδονή, όχι αυτή τη λειψή γεμάτη σκέψεις ηδονή που ζείτε εσείς τα ατελή όντα, αλλά την αληθινή ηδονή του λιονταριού. Κρίμα ότι έκτοτε δεν έτυχε να πέσει το λυχνάρι μου σε ζώο. Λοιπόν, τι είναι αγάπη; Ο Αλαν κοιτούσε αποσβολωμένος το τζίνι. Πως διάβολο να εξηγήσει τώρα; Απόρησε με τις ίδιες του τις σκέψεις. Σκέφτηκε ότι μέσα σε λίγα λεπτά, ο ορθολογιστής έφτασε από τον θεό στον διάβολο εξαιτίας της αγάπης. -Κοίτα, ψέλλισε τελικά, νομίζω ότι αυτή η έννοια εξηγείται μόνο βιωματικά και δεν θα καταφέρω να σου δώσω να καταλάβεις… -Τότε κι εγώ θα κάτσω εδώ! -Καλά-καλά, ας κάνω άλλη μια προσπάθεια. Αγάπη λοιπόν… Νομίζω πως είναι κάτι που όταν συμβαίνει το βιώνουμε ως συναίσθημα, όμως δεν μπορεί να αναλυθεί λογικά γιατί λειτουργεί στο υποσυνείδητο. Έχω την αίσθηση ότι νοηματοδοτεί τον κόσμο μέσα μας, χωρίς όμως να το αντιλαμβανόμαστε συνειδητά. Ναι, ναι, πρέπει να είναι έτσι. Αλλιώς σκέφτομαι ότι εγώ ο ίδιος, με τόσες επιτυχίες και μια καριέρα αξιοζήλευτη, δεν έχω λόγο να νοιώθω τόσο...χμ... άδειος, τόσο κενός…Πρέπει να είναι αυτή απουσία νοήματος… είπε ο Αλαν κι ένοιωσε έκπληκτος με τα λόγια του. Αλλά το τζίνι δεν τον άφησε να το σκεφτεί περισσότερο.
-Μμ…είπε, ναι, αυτό το καταλαβαίνω, όμως και πάλι δεν εξηγεί τι είναι η αγάπη. Μου εξήγησες τι σου προκαλεί, μου είπες ότι σου δίνει ένα μη εκλογικεύσιμο νόημα στη ζωή σου, αλλά δε μου είπες από πού πηγάζει η ουσία της. Μα τόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις τι σε ρωτάω; Φαντάσου να σου έβαζα και καμιά δύσκολη τρίτη επιθυμία... Ο Αλαν έπιασε το κεφάλι του με τα δυό χέρια. Προσπάθησε να σκεφτεί για λίγο. Ανάθεμα την τύχη μου, σκεφτόταν αλλά για την αγάπη δε σκεφτόταν τίποτα. -Λοιπόν; είπε μετά από λίγο το τζίνι. Καθυστερείς και με κάνεις να βαριέμαι. Αν είναι να σου πάρει ώρα πέσ’ το μου, τουλάχιστον να βγω λίγο να φτιάξω κανέναν πόλεμο και να ξανάρθω. Ο Αλαν τινάχτηκε. -Περίμενε, είπε. Είπες για πόλεμο ε; Και πριν μου είπες ότι και τα ζώα αγαπούνε. Λοιπόν έχεις δίκιο, άκουσε, αγάπη σημαίνει θυσία. Να σου δώσω ένα παράδειγμα από την ιστορία των προγόνων μου -ξέρεις κατάγομαι από μια μακρινή χώρα που τη λένε Ελλάδα. Εκεί να δεις μελιτζανοσαλάτες! -Α, έκτακτα! είπε το τζίνι. Τότε να ζητήσω από τον επόμενο να με πάει εκεί! -Ε, παλιά τις έφτιαχναν, τώρα τις έχουν καταργήσει γιατί δεν υπάρχουν πια μελιτζάνες στην Ελλάδα... -Κρίμα... -Ναι πολύ κρίμα. Άκουσε όμως μια ιστορία που μου είχε πει ο πατέρας μου. Ήταν Σεπτέμβρης του 480 πΧ. Ένας Πέρσης πολέμαρχος που λεγόταν Ξέρξης με τον τεράστιο στρατό του, έχει μόλις νικήσει τον αρχηγό των Σπαρτιατών, μιας από τις Ελληνικές φυλές, τον Λεωνίδα, σε μια μεγάλη μάχη που έγινε σε ένα σημείο αυτής της χώρας που και σήμερα λέγεται Θερμοπύλες. Η μάχη ήταν πολύ δύσκολη για τον Ξέρξη, παρότι οι δυνάμεις του αντιπάλου του δεν αριθμούσαν πάνω από χίλιους στρατιώτες. Ένα εκατομμύριο Πέρσες λοιπόν προελαύνουν προς την Αθήνα, την μεγαλύτερη πόλη τότε, που είχε ζητήσει βοήθεια της Σπάρτης, ενώ ο Περσικός στόλος κατευθύνεται προς το λιμάνι της. Μέσα στη σκόνη και τη λάσπη, χιλιάδες Αθηναίοι εγκαταλείπουν άρον-άρον την πόλη, εκτός από ελάχιστους που έχουν οχυρωθεί στην Ακρόπολή της, γιατί έχουν πάρει κατά γράμμα τον χρησμό από ένα αρχαίο μαντείο που υπήρχε στους Δελφούς, ότι τα "ξύλινα τείχη θα σώσουν την πόλη". Με τα πόδια, με ζώα και άμαξες, οι Αθηναίοι κατεβαίνουν στο Φάληρο για να μπούνε στα πραγματικά "ξύλινα τείχη", που κατόπιν θα αποδειχθεί πως ήταν τα πλοία τους. Από πίσω τους όμως ακολουθούν χιλιάδες ζώα, σκύλοι, κατσίκες, άλογα, γαϊδούρια. Βγάζοντας γοερές κραυγές όταν οι Αθηναίοι επιβιβάζονται στα πλοία, πολλά από τα ζώα επιχειρούν να μπουν κι εκείνα μαζί τους. Όμως ο πόλεμος όπως έχεις ήδη διαπιστώσει είναι υπόθεση ανθρώπων κι έτσι οι Αθηναίοι που βιάζονται πολύ, τα αφήνουν στο Φάληρο και σαλπάρουν για τη Σαλαμίνα, ενώ οι Πέρσες αχνοφαίνονται από μακριά να σηκώνουν σύννεφα σκόνης. Τα ζώα αποδέχτηκαν τη μοίρα τους κι έμειναν στο λιμάνι.
-Χεχε! Ναι, ο πόλεμος είναι πράγματι δική σας υπόθεση κι έχει μεγάλη πλάκα, είπε γελώντας το τζίνι. Ο Αλαν του έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα και συνέχισε.
-Τότε, ένα μοναδικό σκυλί που η ιστορία κατέγραψε με το όνομά του ιδιοκτήτη του, ο σκύλος του Ξάνθιππου, του πατέρα του Περικλή που ήταν αρχηγός των Αθηναίων, δεν το έβαλε κάτω. Βλέποντας το πλοίο που παίρνει τον κύριό του, πέφτει στη θάλασσα και το ακολουθεί κολυμπώντας. Οι Αθηναίοι βλέπουν το σκυλί αλλά δεν μπορούν να σταματήσουν. Πρέπει επειγόντως να φτάσουν στη Σαλαμίνα για να πιάσουν τα στενά προτού εμφανιστεί ο Περσικός στόλος. Ο Αθηναϊκός στόλος συνεχίζει λοιπόν, αλλά το σκυλί δεν επιστρέφει. Επιμένει και κολυμπάει, ώσπου λίγο έξω από τη Σαλαμίνα εξαντλημένος χάνει πια τις αισθήσεις του και βυθίζεται, λίγη ώρα προτού ξεκινήσει η ναυμαχία που έκρινε την τύχη της Ελλάδας. Ο Ξάνθιππος, μόλις ο περσικός στόλος βυθίστηκε κι επιτέλους οι πολεμιστές μπόρεσαν να ανασάνουν, κατέβηκε στη Σαλαμίνα κι έσκαψε έναν κενό τάφο, στο σημείο όπου θα έβγαινε το σκυλί αν άντεχε. Από τότε οι Σαλαμίνιοι για πολλά χρόνια, έδειχναν τον τάφο του πρώτου πεσόντα ήρωα της ναυμαχίας, που ονομάστηκε "Κυνός Σήμα" για να θυμίζει στους μεταγενέστερους ότι αν υπάρχει άλαλη αγάπη, τα ζώα την ξέρουνε καλύτερα από τους ανθρώπους. Γιατί την εγκαθιστούνε στο κέντρο της ζωής, στο χώρο των ενστίκτων. Σκέψου τώρα ότι ο πόλεμος έχει τελειώσει κι είσαι άνθρωπος. Είναι καλοκαίρι κι ακολουθείς το αλαλάζον πλήθος στις παραλίες και τις αποβάθρες και φεύγει το καράβι, εκείνο το καράβι της θυσίας, που παίρνει μαζί του έναν άλλο άνθρωπο, που νομίζεις πως αγαπάς. Τον παίρνει για πάντα. Όσο ήσουν νέος, φανταζόσουν ότι είσαι ικανός να αγαπάς. Ανέμιζες μια κόκκινη σημαία που την είχες βαφτίσει αγάπη. Αλλά τώρα διαπιστώνεις ότι δεν είσαι έτοιμος να βουτήξεις και να ακολουθήσεις το καράβι της αγάπης όπως ο σκύλος. Φοβάσαι ότι κι αυτό, όπως ο στόλος των Αθηναίων, δε θα σταματήσει. Φοβάσαι τον θάνατο. Φοβάσαι τη θυσία. Κι έτσι καταλαβαίνεις ότι μαζί του φεύγει η παιδική σου αντίληψη κι ότι η καινούργια σου η σημαία δεν έχει το μεθυστικό ανέμισμα της προηγούμενης. Αλλά ξέρεις επίσης πως η σημαία που ανέμιζες παιδί ήταν ένα διανοητικό κατασκεύασμα -γιατί οι σκύλοι δεν έχουνε σημαίες αλλά ένστικτα. Το ένστικτο της αγάπης. Εκεί οι δρόμοι σου χωρίζουνε. Μπροστά η θάλασσα, η Σαλαμίνα, το Σήμα, το μόνο ένστικτο που υπερτερεί της αυτοσυντήρησης, ο τάφος, η Ιστορία. Πίσω σου η επίγνωση πως για να ζήσεις πρέπει να μείνεις ανάμεσα στο πλήθος και πως αν η Ιστορία θα σε καταγράψει στα ανώνυμα ηρωικά σκυλιά, σημαίνει πως θα’ χεις πεθάνει απ’ αυτό το ένστικτο. Είσαι έτοιμος για τη θυσία; Έτοιμος για την αγάπη; Κατάλαβες τώρα;
Το τζίνι τον κοίταξε παραξενεμένο. -Δε μου λες κύριε...πως το΄πες...κοσμήτορα; Όλοι οι καθηγητές έτσι είστε; Μιλάς τόση ώρα, τα λόγια σου μου ακούγονται πολύ όμορφα, αλλά δε μου λένε τίποτα. Τι θυσία μου λες; Δεν το καταλαβαίνω αυτό. Εμείς δεν έχουμε τέτοια πράγματα. Δεν υπάρχει λόγος να θυσιαστούμε για κάτι, πόσο μάλλον για κάτι που δεν κατανοούμε. Εντάξει, κατάλαβα ότι μου λες πως η αγάπη είναι κάτι για το οποίο οι λίγοι θα έφταναν στο σημείο να αποδεχτούν ακόμα και να πεθάνουν ενώ οι πολλοί κόβουνε το δρόμο ανάποδα, αλλά τι είναι αυτό το κάτι; Από τι αποτελείται; Πως προκύπτει; Πως μοιάζει; Γιατί όλοι γι αυτήν μιλάνε; Πως μυρίζει; Τι γεύση έχει η αγάπη;
Ο Αλαν είχε μπλοκάρει. Κοιτούσε σχεδόν απελπισμένος το άδειο κεσεδάκι της μελιτζανοσαλάτας στο πάτωμα και οι σκέψεις του χάνονταν μέσα εκεί. Μπερδεμένος ανάμεσα στον ορθολογισμό του, την ξαφνική συνειδητοποίηση του κενού που ένοιωθε τόσα χρόνια και της αναγκαιότητας να εξηγήσει κάτι που αγνοούσε, σε ένα δαιμονικό μπλε τζίνι… Ξαφνικά το μάτι του άστραψε. Έπιασε το κεσεδάκι και το ξανακοίταξε. Με το δάχτυλο δοκίμασε λίγο από το υπόλειμμα της μελιτζανοσαλάτας. Τι γεύση έχει η αγάπη; -Νομίζω πως το βρήκα! είπε. -Σε ακούω λοιπόν, απάντησε το τζίνι. Ελπίζω να τελειώνουμε πια, με κούρασες. -Σου άρεσε είπες η μελιτζανοσαλάτα, έτσι; Σου άρεσε μάλιστα εκείνη πρώτη που είχες φάει περισσότερο από τις επόμενες και μάλιστα διαπίστωσες πως ο κόσμος μας όσο πάει γίνεται και λιγότερο νόστιμος, έτσι; -Έτσι…είπε παραξενεμένο το τζίνι. Αλλά τι σχέση έχει η μελιτζανοσαλάτα με την αγάπη; -Έχει! Γιατί για να σου αρέσει η μελιτζανοσαλάτα εσένα, κάποιος άλλος την αγάπησε δημιουργώντας την. Κοίτα, δεν ξέρω πως ακριβώς γίνεται, αλλά μπορώ να καταλάβω πως περιέχει μελιτζάνα, σκόρδο, λάδι, ξύδι, μαϊντανό καρότο και μερτικές φορές κρεμμύδι κατά βάση. Φαντάσου λοιπόν: για να γίνει μια νόστιμη μελιτζανοσαλάτα που να σε κάνει να την ποθείς μια ζωή, πρέπει ο μάγειρας να αγαπάει το αποτέλεσμα της δουλειάς του. Να το έχει ορματιστεί προτού υπάρξει. Να θέλει να μυρίσει στο τέλος αυτή τη συγκεκριμένη μυρωδιά. Να γευτεί την πρώτη γεύση που είχες δοκιμάσει. Και να δώσει όσο χρόνο και υλικά χρειάζεται για να συμβεί αυτό, χωρίς να τσιγκουνευτεί αλλά ούτε να υπερβάλει. Να ψήνει με αγάπη τη μελιτζάνα, να της αφαιρεί ένα προς ένα τα σπόρια, να τη λιώνει πολύ προσεκτικά στο γουδί. Έπειτα πρέπει αυτή τη σκληρή σάρκα να τη δουλέψει μαζί με τα υπόλοιπα υλικά για ώρα, με το χέρι, ώστε να γίνει ένα μείγμα πραγματικά καλοδεμένο και νόστιμο. Η πρώτη μελιτζανοσαλάτα σου άρεσε γιατί φαντάζομαι πως ο μάγειρας την είχε φτιάξει σιγά-σιγά, με αγάπη για το αποτέλεσμα. Αυτή που σου έφερα τώρα είχε μάλλον χτυπηθεί σε μίξερ. -Να θυμηθώ να ρωτήσω τον επόμενο τι είναι μίξερ, είπε το τζίνι. -Δε χρειάζεται, θα σου πω εγώ. Μίξερ είναι ένα μηχάνημα χωρίς αγάπη. Βάζεις τα υλικά μέσα και φτιάχνει ένα χυλό στα γρήγορα. Αγάπη λοιπόν είναι το αντίθετο του μίξερ. Δεν είναι ένα μηχάνημα που βάζεις όλα τα υλικά μέσα και βγάζεις πελτέ. Είναι αυτό το σχεδόν...πως να το πω... μεταφυσικό κίνητρο που, με τη βοήθεια του χρόνου και του εθελοντικού σου κόπου, σε κάνει να προκαλείς την κατάλληλη ζύμωση, την ένωση των υλικών σε ένα μείγμα αξεχώριστο, όπου κάθε υλικό δένει αρμονικά με τα άλλα και συγκροτούν μια ουσία, ένα νέο κοινό υλικό. Νόστιμο. Ναι, νομίζω πως η αγάπη είναι πρώτα απ όλα νόστιμη. Πρέπει να αγαπάς για να φτιάξεις καλή μελιτζανοσαλάτα. Και νομίζω ότι πρέπει να είχε και λίγες σταγόνες ιδρώτα μέσα η πρώτη συνταγή που δοκίμασες. Κι αν κάποτε τελειώνει, εαν πραγματικά ήταν νόστιμη θα την ξαναφτιάξεις. Αρα ότι συγκροτείται με αγάπη δεν τελειώνει ποτέ. Το τζίνι χαμογέλασε.
-Βλακείες λες, είπε, αλλά τις λες χαριτωμένα. Εχε χάρη που η μελιτζανοσαλάτα είναι πράγματι νόστιμη. Και που βαριέμαι.
Ο Μάρκους Αλαν το κοιτούσε όπως το απορροφούσε το λυχνάρι σα γαλάζιο καπνό. Για πρώτη φορά είχε αφήσει τον ορθολογισμό κατά μέρος κι είχε χρησιμοποιήσει τη μαγειρική για να εξηγήσει στο τζίνι, μα ίσως πρώτα-πρώτα στον εαυτό του, μια έννοια. Όταν είπε τις λέξεις ‘μεταφυσικό κίνητρο’ του φάνηκε πως μιλούσε άλλος. Ωστόσο δεν είχε βρει καλύτερη έκφραση. -Hey, Allan Dean! φώναξε το τζίνι όπως εξαφανιζόταν. -Ναι; -Την εξήγηση που μου έδωσες για το χάος να την ξανασκεφτείς. Νομίζω πως χάος είναι απλά η μελιτζανοσαλάτα στο μίξερ, είπε και χάθηκε.
~~
*διασκευή απο έντυπο, κλπ μπλα μπλα.

buzz it!