Οι κόκκινες σκιές

Η γυναίκα αυτή είναι όμορφη και έξυπνη: αχ, πόσο εξυπνότερη θα είχε γίνει, αν δεν ήταν όμορφη! Νίτσε, Χαραυγή
Οταν ο Λουσιέν έκλεισε την τελευταία σελίδα απο το "Αγνωστο Αριστούργημα" , η ώρα ήταν σχεδόν 11 το βράδι. Με τις παντόφλες και τις πυζάμες κατέβηκε απο το διαμέρισμά του και έτρεξε στο διπλανό βίντεοκλάμπ. Μόλις που πρόλαβε τον υπάλληλο πριν κλείσει τον υπολογιστή. Νοίκιασε την "Ωραία Καυγατζού" στην τετράωρη έκδοση κι επέστρεψε σπίτι. Μέχρι τις 4 το πρωί δεν κουνήθηκε απο τον καναπέ. Παρατηρούσε τις καμπύλες της Μπεάρ. Τη μεστότητα ερμηνείας του Πικολί. Και ιδίως τον τρόπο του Ριβέτ να αναπλάθει κινηματογραφικά την αμηχανία του μετρ Φρενχόφερ. Η ίδια η ταινία, χωρίς να το υποδηλώνει, ήταν μια "αναπαράσταση" του βιβλίου: όπως ο μετρ ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε στον καμβά την Κατρίν Λεσκώ του προσπαθώντας να την αποδώσει τόσο τέλεια ώσπου στο τέλος κατόρθωσε μια μουτζούρα απο την οποία διέφευγε ένα τέλειο πόδι, έτσι κι ο σκηνοθέτης, πλάνο προς πλάνο προσπαθούσε να αποδώσει την τελειότητα. Ωσπου έκανε μια ταινία που ο Λουσιέν παρακολουθούσε καθηλωμένος, ακριβώς επειδή το να είναι βαρετή, το να διασώζονται από αυτήν μονάχα μερικά τέλεια πλάνα στη γενική σπατάλη κινηματογραφικού χρόνου, ήταν το στοίχημα του σκηνοθέτη. Ο Ριβέτ, αποδείκνυε μέσα σε 4 ώρες πλάνων ενός ζωγράφου που επιχειρεί το αδύνατο, οτι η ίδια προοπτική μπορούσε να εφαρμοστεί και στην κινηματογραφική τέχνη. Οπως ο Μπαλζάκ περιέγραφε μια μουτζούρα, μεταπλάθοντάς την διαδρομή του δημιουργού της μέχρι αυτήν σε υψηλή αφήγηση, έτσι ο Ριβέτ, μεταπλάθοντας ξανά την λογοτεχνική αφήγηση σε κινηματογραφική, επαναλάμβανε τα βήματα ανάποδα, κατερχόμενος προς τη μουτζούρα. Η ταινία του δεν απεικόνιζε μόνο την πορεία του μετρ προς το ανέφικτο, αλλά και την πορεία του σκηνοθέτη. Ο άνθρωπος φιλοσοφούσε με την κάμερα.
Οταν η ταινία τελείωσε, ο Λουσιέν δε μπορούσε να κοιμηθεί. Εβαλε ενα ουίσκι και μπήκε στο ατελιέ. Είχε να μπει εκεί μέσα από τότε που η Ελέν τον είχε εγκαταλείψει, πρέπει να είχαν περάσει 6 μήνες. Τα πορτρέτα της, όσα δεν της είχε χαρίσει, ήταν ακόμα εκεί, εκτεθειμένα στο πάτωμα να ακουμπάνε στον ανατολικό τοίχο. Απο το παράθυρο έπεφτε πάνω τους μια αχτίδα φεγγαρόφωτου. Αναψε το φως. Οι αράχνες είχαν απο καιρό ξεκινήσει το πλέξιμο. Στον κεντρικό καμβά, που από τότε ξεκουραζόταν στο μεγάλο καβαλέτο, η επιφάνεια ήταν ολόλευκη εκτός απο την κάτω δεξιά γωνία. Εκεί, ένα θεσπέσιο πόδι με καλοσχηματισμένα μακριά δάκτυλα εισέβαλλε στο λευκό μέχρι λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο. Μέχρι εκεί είχε προφτάσει να το ζωγραφίσει την ημέρα που η ζωή του διαλύθηκε. Μάλιστα αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είχε κάνει την Ελέν να του πετάξει με κακία: "Ουτε ο Φρενχόφερ να ήσουν. Δεν αρκεί να ζωγραφίζεις καλά Λουσιέν, πρέπει η υπόλοιπη ζωή σου να μην είναι μια μουτζούρα..." Α, η μοντέρνα του Μπελ Νουαζέζ, έτσι ακριβώς είχε πει εγκαταλείποντάς τον. Και τότε ο Λουσιέν συνειδητοποίησε ότι μπροστά στην καλλιεργημένη αυτή γυναίκα, ο ίδιος ήταν ένα κούτσουρο απελέκητο, με μόνο ταλέντο να μπορεί να ζωγραφίζει και να σκορπάει το σπέρμα του γρυλίζοντας σαν πεινασμένη ύαινα.
Ο Λουσιέν δεν είχε παιδεία. Απο μικρός βαριόταν τα διαβάσματα και προτιμούσε να σκιτσάρει. Δεν είχε τελειώσει καν το Λύκειο. Στο Γυμνάσιο τον είχε εντοπίσει ενα περιοδικό κόμικ και από τότε βιοποριζόταν με την τέχνη του, στην αρχή σκαρώνοντας σκίτσα για το περιοδικό και στη συνέχεια αποκτώντας το στυλ που τον καθιέρωσε. Τώρα, στα πενήντα του, είχε πια αναγνωριστεί σαν ένας από τους καλούς ζωγράφους των νοτίων επαρχιών, είχε εκθέσει αρκετές φορές στο Παρίσι και τα έργα του πουλιόνταν καλά. Αλλά πόσα πράγματα, σκεφτόταν τώρα, θα ήξερε για τη ζωή και για την τέχνη, πόσα πράγματα θα μπορούσε να συζητά με την Ελέν, αν δεν ασκούσε τόσο συστηματικά την κλίση του, αν ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν αφοσιωμένη στο χρωστήρα και στο σεξ. Ο Λουσιέν, επηρεασμένος από οσα είχε μόλις βιώσει, ένοιωθε κάτι σαν πολιτιστικό σοκ. Διαπίστωνε ότι η εξειδίκευση και το ταλέντο του τον είχαν παρασύρει σε μια ζωή γεμάτη χρώματα και φαντασία, αλλα ταυτόχρονα μονοσήμαντη, σα μια πολύχρωμη σουρεαλιστική βίδα, αλλά πάντως βίδα.
Ντρεπόταν που δεν ηξερε τίποτα για τον Μπαλζακ, παρότι καταγόταν απο κοντινή περιφέρεια. Λυπόταν που δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ για τη λογοτεχνία η τον κινηματογράφο, που ολα αυτα που για την Ελέν ήταν τόσο αφομοιωμένα ώστε θαλεγες πως κυλούσαν στο αίμα της, ήταν για τον ίδιον άγνωστη γη. Ντρεπόταν που έφτασε σ αυτή την ηλικία για να μάθει ότι κάποιος μεγάλος λογοτέχνης, 100 και βαλε χρόνια πριν, είχε "ζωγραφίσει" με λέξεις την απελπισία που κι ο ίδιος ένοιωθε πολλές φορές, μπροστά στο μη τέλειο, μπροστά στην αδυναμία του να εκφράσει στον καμβά ακριβώς αυτό που είχε στη φαντασία του. Γιατί τότε θα ήξερε πως δεν ηταν ο μόνος που τον βασάνιζε η αδυναμία να αποδώσει την Ελέν ακριβώς όπως ο ίδιος την αισθανόταν, όχι τόσο μορφικά όσο εσωτερικά, να αποδώσει στον καμβά δηλαδή εκείνο που αποτελούσε την ουσία της Ελέν και βρισκόταν πίσω απ το δέρμα και ενδιάμεσα στις αποχρώσεις.
Κάθισε στο ψηλό σκαμπό και κοιτούσε το πόδι. Πόσες φορές το είχε φιλήσει αυτό το πόδι, πόσες φορές το είχε λατρέψει ανεβαίνοντας γονατιστός προς τους μηρούς, κι έπειτα σε εκείνη την πάντα φρεσκοξυρισμένη πηγή που τον ξεδίψαγε...
Τους τελευταίους έξι μήνες, μόλις καταφερε να ξεμεθύσει από τη μέρα που τον εγκατέλειψε η Ελέν, ο Λουσιέν δεν είχε πιάσει πινέλο. Αντίθετα, είχε διαβάσει πολύ. Είχε διαβάσει τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή του. Είχε κρατήσει για το τέλος τον Μπαλζάκ. Για το τέλος που σχεδίαζε, μη μπορώντας να φανταστεί μια ζωή χωρίς την Ελέν. Κι αυτό το τέλος είχε έρθει. Δεν απέμενε στον Λουσιέν παρά να αξιοποιήσει όλες αυτές τις γνώσεις που ρούφηξε το τελευταίο διάστημα για να επινοήσει έναν τρόπο αναχώρησης που να τον εξέφραζε, να ήταν δικός του, να είχε την υπογραφή Λουσιέν, και παράλληλα να είναι ποιητικός, δεν ήξερε πως ακριβώς, να ήταν μια πράξη που θα στιγμάτιζε για πάντα με το βάρος της φόνισσας την ψυχή αυτής της άσπλαχνης γυναίκας, αυτής της φαμ φατάλ που δεν υπολόγισε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει, ούτε υπέκυψε ποτέ στις απελπισμένες του εκκλήσεις να γυρίσει κοντά του. Αυτής της σκληρής γυναίκας που κάποτε του έλεγε πως τον λάτρευε, για να αποδειχτεί, όπως το έβλεπε τώρα εκείνος, πως λάτρευε τον χρωστήρα και το ταλέντο του μονάχα, και μόλις κατάλαβε πως ο Λουσιέν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της όπως οραματιζόταν αφού δεν είχαν τίποτα κοινό περα απ την αγάπη τους για τη ζωγραφική, σιγά σιγά αποξενώθηκε κι εντέλει έφυγε.
Κοιτώντας το θεσπέσιο πόδι ο Λουσιέν θυμήθηκε το Εξαίσιο Πτώμα, ένα απο τα βιβλία που είχε διαβάσει τελευταία. Σκέφτηκε να ρουφήξει όλη την κόκα που του είχε απομείνει και αυτοκτονήσει με πριόνι. Αλλά το μετάνοιωσε σύντομα γιατι παρότι ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να κόψει τα πόδια του και το αριστερό χέρι χωρίς να πονέσει πολύ, δεν έβρισκε τρόπο να κόψει το δεξί του χέρι. Θα έπρεπε να είχε πριονοκορδέλα μαραγκού. Μετά σκέφτηκε να πάει να αγοράσει απο την προκυμαία της Μασσαλίας κάποιο τεράστιο ψάρι, ας πούμε έναν πελώριο γαλαίο η εναν σφυροκέφαλο και να αποκεφαλιστεί με τα δόντια του, αφήνοντας καποιο μεγάλο βάρος να πέσει απο ψηλά, αφου θα είχε χώσει το κεφάλι του στο στόμα. Αφού διαπραγματεύτηκε για ώρα τους ενδεχόμενους τρόπους αυτοκτονίας, ο Λουσιέν αποφάσισε πως ηταν κότα. Δεν τολμούσε να πεθάνει για χάρη της. Μήπως αυτό σήμαινε πως δεν την αγαπούσε αρκετά; Η μήπως σήμαινε πως υπήρχε ακόμα ζωή, αν έβρισκε έναν τρόπο να συγκινήσει αυτή την κυνική; Τι είναι αγάπη αν δεν πεθαίνεις γιαυτήν; Αλλά και ποιός είσαι εσύ αν δε μπορείς να συγχωρήσεις την αλλαζονεία του ανθρώπου που αγάπησες, να την μεταμορφώσεις σε κάτι πιο ανθρώπινο; Κι εκείνη τη στιγμή που αναρωτήθηκε, μια θολή, συγκεχυμένη ιδέα του ήρθε στο μυαλό. Βγήκε από το ατελιέ κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Τα επόμενα 4 χρόνια ο Λουσιέν δεν ξαναμπήκε εκεί μέσα. Δεν έπιασε πινέλο. Εβγαινε από το σπίτι του μόνο για να ψωνίσει τα απαραίτητα. Δεν κατέβαινε ουτε καν στο λιμάνι να πιεί με τους λιγοστούς του φίλους. Δεν έκανε αλλη έκθεση και αρνιόταν να μιλήσει με τους γκαλερίστες. Ειχε αρκετά χρήματα πια για να μην χρειάζεται να πουλάει διαρκώς. Σταμάτησε να τρώει και απέμεινε ίχνος του εαυτού του. Αντιθέτως, διάβαζε συνεχώς, ακατάπαυστα, κάθε μέρα όλη τη μέρα. Διάβασε δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Και ολα τα βιβλία για τα οποία κατά καιρούς του είχε μιλήσει η Ελέν.
Στην επέτειο των 5 ετών απο τον χωρισμό τους, κι ενώ εκείνη δεν ενέδιδε στις αραιές εκκλήσεις του, τηλεφωνικές πάντα, για επανασύνδεση, ο Λουσιέν ένοιωσε έτοιμος να ξαναμπεί στο ατελιέ. Ανοιξε την πόρτα, παραμέρισε τους ιστούς και κάθισε ξανά στο σκονισμένο σκαμπώ μπροστά απο το πόδι. Ανακάτεψε τις μπογιές στην παλέτα και ξεκίνησε.
~
Οταν η Ελέν είδε στις καλλιτεχνικές εφημερίδες φωτογραφίες από το νέο δημιούργημα του Λουσιέν, που ο ζωγράφος αρνιόταν να πουλήσει παρότι του είχαν γίνει απίστευτες προσφορές, και διάβασε αναφορές για τον τρόπο που ζωγραφίστηκε, ανατρίχιασε. Οι εφημερίδες μιλούσαν για μια νέα, την πιο ώριμη περίοδο στη δουλειά του γνωστού ζωγράφου, έκαναν λόγο για μετάλλαξη του ύφους και του στυλ που επέφερε, εκτιμούσαν, η ωριμότητα και η απόσυρση 6 ετών απο τα δρώμενα. Κάποια υπερβολική μιλούσε για παρθενογέννεση, άλλη για μια νέα τάση στη ζωγραφική.
Μπήκε στο ατελιέ του Λουσιέν με προσεκτικά βήματα και κρατώντας την ανάσα της. Σκεφτόταν ότι όλα αυτά τα χρόνια τον είχε στο μυαλό της και μετάνοιωνε για την απόφασή της να τον εγκαταλείψει τόσο σκληρά. Οσοι αντρες πέρασαν έκτοτε από τη ζωή της δεν την είχαν συγκινήσει όσο εκείνος. Σκεφτόταν πως υπήρξε αλλαζονική που τον απέρριψε επειδή ήταν ακαλλιέργητος, αφού το ταλέντο του προσανατόλιζε τις πράξεις του. Ισως κάπου υπήρξε άδικη, ίσως όταν πέρασε η πρώτη φλόγα να τον αντιμετώπισε σαν κατηγορία και όχι ως μονάδα, ίσως του αφαίρεσε συμπεριφερόμενη έτσι αυτό ακριβώς για το οποίο τον είχε αγαπήσει, την ιδιαιτερότητά του. Σκεφτόταν πως ο Λουσιέν δεν είχε λόγο να γίνει ευρυμαθής, αφού ο θεός, η τύχη, η όποιος τέλος πάντων, του είχε χαρίσει κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν είχαν.
Η Ελεν, μπροστά στον απίστευτο πίνακα που αντίκρυζε επιτέλους στο φυσικό του μέγεθος, καταλάβαινε πως είχε κρίνει τον Λουσιέν χρησιμοποιώντας ένα κουτάκι, εγκλωβίζοντάς τον μέσα στην αντίληψή της για το πως πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Δεν είχε κρίνει τον ίδιον, αλλά την αντίληψή της μέσα από αυτόν. Τώρα η Ελέν έβλεπε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει αυτός ο άνθρωπος.
Το αρχικό εξαίσιο πόδι συνεχιζόταν τώρα και σχημάτιζε την ίδια, καθιστή. Μπροστά της βρισκόταν ένα ανοικτό βιβλίο, που φαινόταν να είναι ενωμένο με τα χέρια της, να αποτελεί προέκτασή της. Ομως μόνο το πόδι είχε ζωγραφιστεί "κανονικά". Ολόκληρο το υπόλοιπο σώμα της ήταν φτιαγμένο με γράμματα. Τα γράμματα αυτά, διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων, πάχους, με διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες στις φράσεις που συγκροτούσαν, σχημάτιζαν προτάσεις κανονικές που μπορούσε κανείς να τα διαβάσει αν ξεκινούσε από το πόδι. Οι φράσεις αγκάλιαζαν τους γοφούς της και διπλώνοντας στο λαιμό της θαυμάστικά και σημεία στίξης, σκιάζοντας και τονίζοντας το φως σα να έπεφτε σε ιδρωμένο σώμα σε καίρια σημεία, με καταλληλα χρώματα έδιναν τους τόνους της αναπαράστασης. Αν κάποιος είχε υπομονή, θα μπορούσε να διαβάσει στον πίνακα ένα ολόκληρο βιβλίο. Ηταν το Αγνωστο Αριστούργημα του Μπαλζάκ.
Ο Λουσιέν την είχε ζωγραφίσει με τις λέξεις. Σα να φωτιζόταν απο το βιβλίο που κρατούσε. Το είχε σχεδιάσει έτσι ώστε οι φράσεις κλειδιά να βρίσκονται στα κατάλληλα σημεία, διέκρινε τώρα τις λέξεις belle noiseuse στο περίγραμμα των χειλιών της, διάβαζε το τέλος της ιστορίας, το σημείο που αποκαλύπτεται οτι ο τέλειος πίνακας που ζωγράφισε ο Φρενχόφερ δεν είναι παρα μια μουτζούρα, στο πίσω μέρος του αστραγάλου της, οι προσπάθειες του ζωγράφου συγκροτούσαν τον αφαλό της και οι πιο έντονες συνομιλίες κατέβαιναν βαθειά μέχρι την ήβη της. Αν στεκόταν μακριά από τον καμβά, οι λέξεις δεν διακρίνονταν και μπορούσε να δει τον εαυτό της, ζωγραφισμένο σουρεαλιστικά, σαν ένα εξαίσιο νέο ζωντανό είδος. Δεν θα μάθαινε ποτέ ότι για τον Λουσιέν δεν επρόκειτο για ζωντανό είδος, αλλά για την ανάσταση ενός αγαπημένου εξαίσιου πτώματος. Ο λόγος σχηματίζει τη σάρκα, τον ιδρώτα, την έκφραση. Η απόσταση επαναφέρει την απαραίτητη ενότητα στην επιφάνεια του δέρματος. Για να μην πνιγεί κανείς στα βάθη εκεί μέσα.
Εκτός απο το ποδι, μια ακόμα κανονική εικόνα βρισκόταν στο ανοιχτό βιβλίο μπροστά της. Εκεί, η Ελέν διέκρινε τον Λουσιέν με τα χέρια ανοικτά, να την κοιτάει μέσα από το βιβλίο υπομειδιώντας.
-Αληθεύει ότι χρησιμοποίησες το αίμα σου στα γράμματα που σχηματίζουν τις κόκκινες σκιές όπως έγραψε η Φιγκαρό; τον ρώτησε αργά το βράδι φωλιάζοντας στην αγκαλιά του. Ενοιωθε ξανά εντελώς δική του.
-Φυσικά! της αποκρίθηκε χαμογελώντας. -Ηθελα να σου δείξω πως αληθινές είναι μόνο οι λέξεις που ματώνουν. Είχε μάθει πια διαβάζοντας τον Νίτσε ότι η αναγκαιότητα είναι ερμηνεία κι όχι γεγονός. Και κάθε ερμηνεία σηκώνει ένα ποσοστό μύθου -ειδικά όταν θες να ξανακερδίσεις τη γυναίκα που αγαπάς αντί να την εκδικηθείς.

buzz it!

6 σχόλια:

Aura είπε...

Mάλλον ξεμείναμε από λέξεις..

Εμπνευσμένος, κύριε Νομάδα!


(η ιστορία σας, τίθετε υπό επεξεργασία, δια την πλήρη κατανόηση των μηνυμάτων..)


Καλό βράδυ

Nomad είπε...

Αγαπητή Αύρα,

σας ευχαριστώ πολύ. Σχετικά με την επεξεργασία παντως, όπως θα σας διαβεβαιώσει κι ο κ.Βέλτσος αν τον ρωτήσετε (:Ρ) αυτό που θέλετε να επιχειρήσετε δεν μπορεί να συμβεί. Δεδομένου ότι κατανοώ σημαίνει μεταφράζω, πάντοτε στην επικοινωνία, πόσο μαλλον στη λογοτεχνική εκφραση, θα υπάρχει ένα ποσοστό νοήματος μη μεταφράσιμο, ακόμα κι αν σας πω καλημέρα και μου απαντήσετε γειά σου. Συνεπώς δεν (μπορεί να) υφίσταται η έννοια της πληρότητας στην κατανόηση κανενός μηνύματος.

:)

ΥΓ. Προς επιβεβαίωση, επιχειρήστε να κατανοήσετε τον εαυτό σας. Εγω προσπαθώ τόσα χρόνια κι ακόμα πιστεύω ότι κατα βάθος είμαι μαροκινός πρίγκηπας και σε λίγο θα απογειωθώ με το μαγικό χαλί.

:ΡΡΡΡΡ

Ιωάννα είπε...

"Ηθελα να σου δείξω πως αληθινές είναι μόνο οι λέξεις που ματώνουν"
............

Αν αληθινές είναι μόνο οι λέξεις που ματώνουν, όπως λέει ο Λουσιέν, μάλλον πρέπει να αρχίζω να αμφιβάλλω για την αλήθεια των λόγων μου;

"Και κάθε ερμηνεία σηκώνει ένα ποσοστό μύθου -ειδικά όταν θες να ξανακερδίσεις τη γυναίκα που αγαπάς αντί να την εκδικηθείς."

Ωραίος τρόπος για την ευόδωση τέτοιου στόχου!

Αρκεί το ποσοστό του μύθου να μην αλλοιώνει τον πυρήνα της ερμηνείας και αυτό που επιθυμείς να ξανακερδίσεις να αξίζει το όποιο ποσοστό του μύθου.

Να υποθέσω ότι θάχουμε ένα Κέντρωνα νούμερο 2;

Όμορφη ιστορία!

Σελιτσάνος είπε...

Άτιμε μυθοπλόκε!
(Το χάσαμε το κορμί πατριώτη!)

Nomad είπε...

Ιωάννα,

ευχαριστώ :)

Στην ερώτηση σας η απαντηση είναι
Δεν Εχω Ιδέα


Σελιτσάνε,

εδώ χασαμε αυγα, πασχάλια, το μπουσουλα, την 1η θεση στο μουντομπασκετ εφήβων, τη μπαλα, τη θεία, τη θερινή ραστώνη, κλπ, το κορμί θα μας έμενε συμπέθερε;

:ΡΡΡ

ΠΡΟΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ είπε...

Υποκλίνομαι!!
Απλώς περαστικός ήμουν από το μπλοκ σας και ομολογώ ότι με καθήλωσε το κείμενο σας!
Θα παραμείνω ενεργός επισκέπτης σας!