Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλοθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλλοθι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το δάχτυλο

Δεν είχα να πω κάτι, έτσι έλειψα.
Επιστρέφω για να δημοσιοποιήσω αυτή τη φωτογραφία.
Το οφείλω στη συλλογική ψυχή του Έλληνα.
Αν υπάρχει δηλαδή κάτι τέτοιο.
(Όχι συλλογική ψυχή, αυτή είμαι πεπεισμένος πως υπάρχει)




Αυτό που βλέπετε, είναι ο δυτικός τοίχος της ιματιοθήκης των τηβέννων, δηλαδή του ακαδημαϊκου "βεστιαρίου" της σχολής ανθρωπιστικών επιστημών του πανεπιστημίου του Λάϊντεν. 
Αυτό το πανεπιστήμιο βρίσκεται σε μια μικρή πόλη της Ολλανδίας και είναι το αρχαιότερο της χώρας. Στην πόλη αυτή γεννήθηκε ο Ρέμπραντ. Και στο πανεπιστήμιο αυτό δίδαξαν, μεταξύ άλλων, ο Σπινόζα κι ο Καρτέσιος. Δεν είναι ένα τυχαίο πανεπιστήμιο. 
Η εν λόγω αίθουσα των τηβέννων, βρίσκεται μέσα σε ένα μεσαιωνικό μοναστήρι, που τώρα έχει αναστηλωθεί και μετασκευαστεί σε χώρο του πανεπιστημίου. Χρησιμοποιείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για την αναγόρευση των διδακτόρων, την απονομή των τίτλων, κλπ. 
Ο καθηγητής του πανεπιστημίου που με συνόδευε, αφού με ξενάγησε στο χώρο, με έβαλε σε αυτή την αίθουσα "επειδή είσαι Έλληνας". Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Τότε, μου υπέδειξε τον τοίχο που βλέπετε. "Αυτοί που εικονίζονται στους 12 περιφερειακούς πίνακες, είναι κάποιοι από τους ευεργέτες και συνιδρυτές του πανεπιστημίου", μου είπε. Μετά με ρώτησε τι βλέπω στον κεντρικό πίνακα. Έβλεπα έναν ακαδημαϊκό της αναγέννησης να ακουμπάει το χέρι του σε μια υδρόγειο σφαίρα. "Πράγματι", επιβεβαίωσε. "Για δες καλύτερα"
Και τότε είδα.
Δεν ακουμπούσε απλώς το χέρι του στην υδρόγειο. Έδειχνε με το δάχτυλό του ένα σημείο επάνω της. 
Την  Ελλάδα.
"Είναι για να θυμόμαστε από που προέρχεται η έννοια της Ακαδημίας, από που ξεκίνησαν όλα αυτά", μου είπε, χαμογελώντας, ο Ολλανδός καθηγητής. "Εσείς δεν λέγατε πως ο ομφαλός της γης βρισκόταν στους Δελφούς;", το χαμόγελό του έγινε  πιο πλατύ. 
"Και σήμερα στο κέντρο του κόσμου βρισκόμαστε.. Και σήμερα μας δείχνουν με το δάχτυλο...", του είπα.
Γελάσαμε και οι δύο. Ευτυχώς, αντιλήφθηκε το χιούμορ μου.
Δεν ξέρω γιατί δεν συγκράτησα το όνομα του ακαδημαϊκού της αναγέννησης στο πορτρέτο. Η μάλλον,  νομίζω πως ξέρω. 
Μα δεν έχει σημασία..





buzz it!

Έτσι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα


Θυμάμαι τη μέρα που μίλησε ο Ταμπούκι στη Στοά του Βιβλίου.

Ήταν Οκτώβριος μιας χρονιάς δόξας και κλέους, οι Ολυμπιακοί είχαν γίνει πριν λίγους μήνες με επιτυχία, η λωρίδα ταχείας ολυμπιακής κυκλοφορίας δεν είχε ξεθωριάσει ακόμα στην Κηφισίας και όλα κόστιζαν πολύ ακριβά. Αλλά ο χρόνος παρήχετο, ακόμα, αφιλοκερδώς. Είχαμε καιρό.


Θυμάμαι ότι έτυχε να πάω να δω την ομιλία του Ταμπούκι γιατί μόλις είχα τελειώσει τον Τριστάνο που πέθαινε, και πεθαίνοντας αναρωτιόταν αν το σήμερα άξιζε τις θυσίες του παρελθόντος. Έλα μου ντε, θα σφύριζε κάποτε το μέλλον. Ο Τριστάνος βέβαια δεν ήταν Περέϊρα, δεν έκανε την προσωπική του επανάσταση ενάντια σε κάποια δικτατορία, που ακόμα κι αν δεν ήταν πραγματική όπως του σαλαζάρ, ήταν εντούτοις μια εξωπραγματική δικτατορία. Βέβαια είχε την τύχη να βιώσει μια χάρτινη ζωή και να πεθάνει προτού το δόγμα του σοκ ανατείλει στο στερέωμα.

Ελεγα λοιπόν ότι θυμάμαι τη μέρα που πήγα να δω την ομιλία του Ταμπούκι, και το θυμάμαι αυτό γιατί χτες ο Ταμπούκι πέθανε, 8 χρόνια μετά από τον Τριστάνο και μετά από την εποχή της αθωώτητας. Καλό ταξίδι φίλε.

Αλλά δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Βέβαια σήμερα, δεν έχει πια σημασία αυτό αλλά τι ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.
Να ο ορισμός της ανελευθερίας.

Θυμάμαι λοιπόν μια ομίχλη που περιλαμβάνει τον έρωτα και το θάνατο και την ανάσταση. Θυμάμαι να γεννιούνται μια κόρη κι ένας γιος. Θυμάμαι την τελευταία ηλιαχτίδα της Αμοργού κι ένα κοτέτσι στη Νάξο. Θυμάμαι τα πέτρινα της Ευδοκίας στους Αρκιούς κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο βότσαλα. Θυμάμαι έναν άντρα γυμνό στο μπαλκόνι να σκέφτεται αν θα ζει σε λίγα λεπτά και θυμάμαι λίγα λεπτά να περιμένουν μια γυναίκα που κοιτούσε έναν άντρα γυμνό δαγκώνοντας τις πέτσες των νυχιών της ν αποφασίσει. Θυμάμαι την ελευθερία σαν θερινό σινεμά και σαν μουσική του Κοέν σε ένα σοκάκι της Ύδρας.

(Έπειτα επεμβαίνει ο θαλασσινός ταξιτζής της Ύδρας και μου χαλάει την ανάμνηση ζητώντας ακατέβατη την ταρίφα)

Θυμάμαι όσα μπορεί να θυμάται κανείς πού έχει τσούξει τσίπουρα, μια φορά θυμάμαι μ αγαπούσες, θυμάμαι ότι το παπούτσι το πρωτοείπε παπάτσι, θυμάμαι τους καπνούς ομίχλες και τα τσιγάρα βαριά, και ξαφνικά θυμάμαι ένα καρδιογράφημα και δέκα φίλους έξω από το χειρουργείο. Θυμάμαι που όλοι είχαμε λεφτά, όχι απαραίτητα πολλά λεφτά, αλλά θυμάμαι που γελούσαμε, και μπορεί να λένε πως τα λεφτά δεν ε΄χουν σημασία αλλά ξέρετε, είχαν, γιατί δε γελάει κανείς όταν πεινάει, και όταν δεν πεινάει σημαίνει ότι έφαγε, κι όσο δε σφάζουμε εμείς τις κότες τα κοτόπουλα κοστίζουν, αρα ναι, έχουν μια κάποια σημασία, θυμάμαι που γελούσαμε που λες και που διαβάζαμε πολύ και βγαίναμε στα μπαρ και στα ξενύχτια κι ίδρωναν οι παλάμες κι ανάσαινε η ψυχή, κι έπειτα πάλι θυμάμαι που ξαφνικά έπιασε κρύο και δεν είχαμε πετρέλαιο κι ανάβαμε φωτιά στη σόμπα, αλλά αυτή η φωτιά δεν συγκροτούσε εστία, για κάποιο λόγο αν και ζέσταινε δεν έφτανε στο κόκκαλο η ζέστη, θυμάμαι κάποιον κάποτε που είπε σε έναν άλλον πως δεν είναι το κρύο που σε κάνει να υποφέρεις αλλά η απουσία ζεστασιάς, θυμάμαι ότι ανήκαμε κάποτε κάπου, υπήρξαμε, αν δεν ήταν όνειρο, ένα σύνολο που κάποτε μπορούσε να ενωθεί,

μα δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Δε θέλω να μάθω τι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα.

Θέλω να ενωθώ ξανά με τη ζεστασιά του να επιλέγεις το άγνωστο, τον δύσκολο δρόμο, από τον γνωστό, περπατημένο, δούλιο δρόμο.
Θέλω να μουτζώσω κι εγώ στις παρελάσεις, τους τραπεζίτες Σαλαζάρ και τις πολιτικές τους μαριονέτες.
Θέλω να μη με νοιάζει που η καρδιά μου είναι πια ασθενική και να μπουκάρω ξανά στα δακρυγόνα κι ας σπάσει.
Θέλω να ερωτεύομαι πέτρες και φωτιές.
Θέλω να ρωτάω, όπως ο Τριστάνος, αν είχε πράγματι αξία να θυσιαστούνε τόσοι πρόγονοι για τέτοιους απόγονους.
Θέλω να ελπίζω πω κάποιες αναλαμπές της μνήμης, θα μου θυμίσουν μια μέρα πως...

"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".

Και θέλω πανω απ όλα τα παιδιά μου να μη μου πούνε κάποια μέρα,

μπαμπά, έτσι  ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.

buzz it!

Νόημα

Κοιτώ την ημερομηνία της προηγούμενης ανάρτησης. Σχεδόν 18 μήνες σιωπής. Η σιωπή είναι σαν την προφυλάκιση λοιπόν. Της προφυλάκισης, ακολουθεί απελευθέρωση, είτε φυλάκιση. Μα η σιωπή δεν είναι φυλακή. Αλλά ούτε ελευθερία. Ελευθερία είναι, ίσως μια-κάποια, να νιώθεις πως τα παιδιά σου θα μεγαλώσουν σε έναν καλύτερο κόσμο, ή πως θα κάνουν εκείνα τον κόσμο καλύτερο. Και πως αυτό έχει ένα-κάποιο, νόημα. Φυλακή είναι αυτό που ζούμε. Στη φυλακή όμως, αντίθετα με την ελευθερία, επέρχεται μια νέα κοινωνικοποίηση. Επανέρχεται ένας πληθυντικός, μια ομάδα διαλυμένη επανασυνδέεται. Στη φυλακή μας ξαναγινόμαστε Έλληνες, αργά, βασανιστικά, με πόνο. Στην ελευθερία γινόμαστε πάλι κοσμοπολίτες.  Κι έτσι δεν ξέρω τι θα βγει από τούτη τη σύγκρουση.
Τι ξέρω;
Πως μέσα στο διάστημα της προφυλάκισης δεν επιθύμησα ελευθερία, δεν επιθύμησα φυλάκιση.
Επιθύμησα μόνο να είχε κάτι νόημα, νόημα ίδιο με αυτό που εντοπίζω πια μόνο στο γέλιο των παιδιών μου, μόνο στο γέλιο τους.


buzz it!

Animal Instict



Δεν είμαι σίγουρος τι πρέπει να γίνει. Απο τη μια αποστρέφομαι τη τζάμπα επανάσταση κι από την άλλη φοβάμαι μη νικήσουμε τα παιδιά μας. Δεν ξέρω τι είναι πιο κακό. Και όποτε δεν είμαι σίγουρος για το τι πρέπει να γίνει, επιστρέφω στο ένστικτο. Παρατηρώ τους σκύλους της Αθήνας. Τα αδέσποτα του κέντρου, μια ιδιαίτερη φυλή σκύλων. Εχουν αδιαμφισβήτητα ενστικτο επιβίωσης, ναι; Στην Αθήνα ζούνε.

Στην επόμενη πορεία λοιπόν, παρατηρήστε τα αδέσποτα. Δείτε με ποιούς πανε, ποιούς αφήνουν, ποιούς γαυγίζουν και σε ποιούς επιτίθενται.

Κι ας μην πει κανείς ότι πρόκειται για καθοδηγούμενους σκύλους.

buzz it!

Τριων

Ντόρα εξπλόρερ, Μπομπ Σφουγγαρακη, Ζουζούνια, Μπαρμπι, Μικρή Γοργόνα, Πητερ Παν, Καπτεν Χουκ, Τινκι, 101 σκυλακια, Κρουέλα, Λιλο και Στιτς, Ψαράκια, Σταχτομπούτα, Χιονάτη, νάνοι, πλαστελίνες, μολυβια, μαρκαδόροι, ροζ καθρέφτη, τρελό δικτυωτό καλσονάκι, παπουτσάκια χριτς-χρατς, τόπια, αρκούδε κους και αρκούδε καφέ, παζλ, τουβλάκια, σαξοφωνάκι, αυτοκολλητάκια, μπουρμπουλήθρες μου,
ο κόσμος γίνεται όμορφος μαζί σας. Ειρηνικός. Δεν γίνεται να τσακωθείς εντός του.
Που σημαίνει πως ένα ροζ συννεφάκι μπορεί να γίνει του καθενός η επανάσταση.
Δεν πίστευα στο απόλυτο πριν απο σένα.
Σ' αγαπάω ψυχή μου.

buzz it!

Ο χαρωπός βασανιστής

«H τελική απάντηση στο ερώτημα "γιατί διαβάζουμε; " είναι πως μόνο το βαθύ, αδιάκοπο διάβασμα μπορεί να συγκροτήσει και να διευρύνει έναν αυτόνομο εαυτό. Μέχρι να γίνεις πραγματικά ο εαυτός σου, τι μπορείς να προσφέρεις στους άλλους;»
Χάρολντ Μπλουμ Ο ποιητής απιστεί στην πραγματικότητα, ντύνοντας με το μανδύα της τέχνης όσα τον κατατρώγουν. Δια της απιστίας αντέχει την πραγματικότητα. Δεν την αποφεύγει, εξωραίζει την αντίληψή του γι αυτήν. Για να το κατορθώσει, έχει προηγουμένως καταδυθεί στα άδυτα της συλλογικής μνήμης και των παθών. Αυτό που φέρνει απο εκεί κάτω, τον έχει ήδη μεταμορφώσει. Οχι, δεν τον έχει λυτρώσει. Τον έχει αλλάξει. Αλλά αν αυτό μπορεί να κάνει η γραφή, μπορεί η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων να λειτουργήσει λυτρωτικά για μια ψυχή που υποφέρει; Αν εκλαμβάνει κανείς τον μύθο ως τέτοιον, αν δεν επιτρέπει στον εαυτό του καμιά συγκίνηση παρά συνεχώς υπενθυμίζει "σύνελθε, ψέματα είναι", από που προέρχεται η γοητεία ενός έργου η μιας διήγησης; Γιατί λέμε στον εαυτό μας: "Έτσι θα έπρεπε να είναι η αλήθεια. Έτσι ΕΙΝΑΙ η αλήθεια, προτού μασκαρευτεί τη φθορά της καθημερινότητας. Έτσι είναι η πρωτογενής αλήθεια, η ιδέα της αλήθειας, η αληθινή αλήθεια, κι όσα ζούμε έξω από το «έργο» είναι οι σκιές της, οι εφαρμογές της τέλειας αυτής αλήθειας στον ατελή μας κόσμο" Όταν η σκιώδης αλήθεια δεν αντέχεται, όταν καθίστανται αβίωτα αυτά που ζεις βλέπεις κι ακούς, τότε κινητοποιείται η δύναμη της λογοτεχνίας ως αντιδότου. Ταυτιζόμαστε με ήρωες βιβλίων όχι επειδή δεν ξέρουμε πως είναι μυθοπλασία αυτό που βιώνουν, αλλά επειδή γνωρίζουμε πως η μυθοπλασία αυτή είναι η πραγματικά αληθινή, κι όσα βιώνουμε σκιές της. Επειδή μέσα μας υπάρχει ο ιδανικός άνθρωπος, το μοντέλο μας στον κόσμο που δεν παραμορφώνεται από τα πρέπει ετούτου εδώ, και το νοιώθουμε ότι θα μπορούσαμε να είμαστε έτσι, άσχετα που δεν το καταφέρνουμε. Αλλά το αντίδοτο, είναι ταυτόχρονα και δηλητήριο. Ανάλογα αν διαβάζεις ή αν γράφεις. Αυτό που ανακουφίζει τον αναγνώστη, έχει στοιχειώσει τον γραφιά. Μονάχα με τη μάσκα της τέχνης του ο δημιουργός που υποφέρει μπορεί να προσεγγίσει τα κατάβαθα της ψυχής του και μέσα από εκεί να ανασύρει, από το ιδιωτικό του πηγάδι ένα παγκόσμιο νερό. Αλλά τον ίδιον ποτέ δε θα τον λυτρώσουν πραγματικά όσα θα φέρει σε εμάς αναδυόμενος, γιατί η σωτηρία δεν βρίσκεται στον κόσμο των ιδεών, αλλά στη σκιά τους εδώ ανάμεσά μας. Ο πόνος που για εμάς ελαφραίνει δια μέσου της τέχνης, πολλαπλασιάζεται στην πραγματική ζωή για τον δημιουργό. Όσο περισσότερο γράφει, τόσο περισσότερο αιμορραγεί. Όσο περισσότερο μας γιατρεύει τις πληγές, τόσο πυορροούν οι δικές του. Για να ευτυχεί ο αναγνώστης πρέπει να υποφέρει ο συγγραφέας. Ο γραφιάς που προσπαθεί να ζήσει δολοφονεί το έργο του. Κι ο ζωντανός που προσπαθεί να γράψει δολοφονεί τη ζωή του. Κάνει το αντίδοτο δηλητήριο. Ανασηκώνεις τα μάτια έχοντας μόλις διαβάσει μια ξένη ιδέα η οποία ήταν και δική σου ιδέα ώσπου την είδες γραμμένη. Δεν είναι σύμπτωση να βρίσκεις τις ιδέες σου διατυπωμένες από άλλον. Είναι απλή αμνησία. Μερικές φορές, και αχαριστία. Η σκέψη μας έχει πλαστεί από ιδέες προγενέστερες που αφομοιώθηκαν και μετά τις ξεχάσαμε, η ουσία τους όμως μας ορίζει. Κάποτε τις ξανασυναντούμε και μας εκπλήσσει αυτό. Κι έτσι εσύ λαμβάνεις το αντίδοτο της ανάγνωσης και εύκολα ξεχνάς πως πρόκειται για το δηλητήριο της γραφής. Ξεχνάς ότι κάποιος άλλος ανέλαβε να αιμορραγήσει για λογαριασμό σου, να κυοφορήσει και να γεννήσει την κοινή σας ιδέα. Εσύ απολαμβάνεις τώρα αυτό που εκείνον τον πλήγωσε. Και είναι το ίδιο πράγμα, ένας έρωτας, ένας θάνατος, ένας πόνος. Βλέπεις, για να γίνεις εσύ «πραγματικά ο εαυτός σου», πρέπει δεκάδες συγγραφείς σε όλο τον κόσμο να απωλέσουν τους δικούς τους. Να βουτήξουν στα κατάβαθα της μαυρισμένης ψυχής σου για να σε ανασύρουν. Να ταυτιστούν μαζί σου, να βιώσουν τον πόνο σου και να δώσουν τις λύσεις που δεν έδωσες, να ματώσουν και να χαλάσουν τα στομάχια τους, προκειμένου εσύ να καταφέρεις την ταύτιση-αντίδοτο στον πόνο σου.
Αναγνώστη, δεν είσαι παρά ένας χαρωπός βασανιστής, να το ξέρεις.
Η απολογία θα ήταν ότι και χωρίς εσένα, αυτοί οι τρελοί θα βασανίζονταν μόνοι τους, σαν τους παλιούς εκείνους καλόγερους που αυτομαστιγώνονταν.
Αυτό δεν σε απαλλάσει από την ευθύνη, άσε που δεν είναι και απόλυτη αλήθεια, αφού ελάχιστοι θα συνέχιζαν να γράφουν αν δεν τους διάβαζε κανείς. Διότι είναι ξιπασμένοι. Λένε πως γράφουν για τον εαυτό τους, μα γράφουν πάντα για τον άλλον, αφού υπάρχουν μόνο δια μέσου των άλλων. Οι πιο πορωμένοι εξ αυτών, υποστηρίζουν πως δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς αφού οι ιστορίες τους επιλέγουν κι όχι εκείνοι τις ιστορίες. Εαν ακούσεις κάποιον να μιλάει έτσι, τραβήξου μακριά γιατί σε λίγο θα εκραγεί με κρότο και θα γίνει σουπερ νόβα.
Αν θες να κάνεις ένα καλό στη ζωή σου, σταμάτα να διαβάζεις έργα συγγραφέων εν ζωή.
Υποχρέωσέ τους να σταματήσουν να την περιγράφουν και να τη ζήσουν, ή να αποκτήσουν υπομονή να διαβαστούν μετά θανατον, άρα το έργο τους να αξίζει πραγματικά.

buzz it!

Στον πετροπόλεμο να φοράτε κράνος.

-Kι εκεί πάνω, Βαγγέλη, θα στήσουμε τους θρόνους.

~~

-Mεγαλώσαμε με το ένα, της είπε.
-Στην πρώτη μας ανάμνηση λες κι ο κόσμος ήταν ένα με μας. Και τότε, ήταν. Ανατραφήκαμε θαυμάζοντας αυτό το ένα με τρόπο μυστικιστικό. Όλα είναι ένα. Όλοι είμαστε αδέρφια. Μια οικογένεια. Ένα λουλούδι. Μια λύση για όλα. Ένας τρόπος ζωής. Ένας έρωτας. Μια όμορφη ζωή.
-Στην εφηβεία, μάθαμε το δύο. Δυο φωνές με φωνάζουν. Δυο αγάπες. Δυο μαθήματα χρωστάω. Από την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω; Κιθαρίστας ή ντράμερ; Αριστερά η δεξιά; Θάρρος η αλήθεια; Βότκα η τεκίλα; Χαρντ ροκ η σκυλάδικο; Πλήθος η μονάδες; Σκέφτομαι άρα υπάρχω, ή άρα υπάρχεις; Εδώ, πολλά παιδάκια κόλλησαν. Δεν είναι μόνο το δίλημμα που θέτει το δύο, μα και εκείνο της επιλογής. Ένα η δύο; Άλλα λοιπόν πορεύτηκαν με το ένα, άλλα με το δύο. Μερικά όμως τράβηξαν την κουρτίνα. Από αυτά, τα περισσότερα βρήκαν τον ζονγκ. Κάποια όμως, βρήκαν το μηδέν.
-Τι προσπαθείς να μου πεις; ρώτησε εκείνη ανάβοντας τσιγάρο. -Ένα παιδί, συνέχισε αυτός, σήκωσε κάποια μέρα μια ασπρόμαυρη στρογγυλή πέτρα και την κοίταξε. Καμιά αξία δεν είχε. Ο κόσμος είναι γεμάτος από πέτρες. Ο κόσμος χτίστηκε με πέτρες. Ήταν η πιο κοινή πέτρα. Τίποτα το ιδιαίτερο, ένα απλό ασπρόμαυρο βότσαλο. Κι όμως, λες και μια περίεργη λάμψη βγήκε από το βάθος της σκληρής του ύλης. Και το έβαλε στην τσέπη. Το είχε βρει, ή μάλλον εκείνο τον είχε βρει, όταν κάποιο άλλο παιδί ξέμεινε από πέτρες στη διάρκεια ενός πετροπόλεμου. Άρπαξε την πρώτη που βρήκε στο έδαφος και ήταν αυτό το βότσαλο. Κατά κάποιο τρόπο είχε ξεφύγει από την παραλία και βρέθηκε εκεί. Έβαλε το πετραδάκι στη σφεντόνα του χωρίς να του δώσει καμιά σημασία και το εκσφενδόνισε. Για αυτό το παιδί, η πέτρα ήταν απλώς πυρομαχικά. Για τον περισσότερο κόσμο αυτό ακριβώς είναι μια κοινή πέτρα. Το βότσαλο διέγραψε λοιπόν μια πολύ αρμονική τροχιά και κατέληξε στο κεφάλι του παιδιού για το οποίο σου μιλώ. Του έκανε ένα πολύ όμορφο και γερό καρούμπαλο. Εκείνος σήκωσε το βότσαλο από το χώμα και το περιεργάστηκε. Ακόμα και σήμερα το έχει. Το κράτησε και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του. Διέκρινε τα άσπρα στίγματα της πέτρας να ζωγραφίζουν ένα ολοστρόγγυλο μηδέν στη στιλπνή της μαύρη επιφάνεια. Και έμεινε άφωνο. -Από τα αστεράκια που έβλεπε; τον ρώτησε αστειευόμενη. -Από μια ξαφνική αστραπή στο μυαλό, είπε κι αυτός χαμογελώντας. Αυτό το παιδάκι, στο Δημοτικό ήταν καλό στη γυμναστική. Ο γυμναστής στο σχολείο αποφάσισε κάποια στιγμή να τον τοποθετήσει επικεφαλής της ομάδας στίβου. Επειδή όμως όλα τα αριθμημένα μπλουζάκια της ομάδας είχαν ήδη μοιραστεί, του είπε να φτιάξει το καινούργιο του μπλουζάκι και να βάλει τον αριθμό μηδέν. Θα ήταν ο αρχηγός μηδέν. Είναι παράξενο ότι μερικές φορές, ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε αυτό που συμβαίνει μέσα μας και να το εκφράσουμε. Όταν λοιπόν ο μικρός άκουσε ότι έπρεπε να φορέσει τη φανέλα μηδέν, ντράπηκε. Είχε μεγαλώσει θεωρώντας το μηδέν ως την αριθμητική έκφραση του τίποτα. Θα ήταν ο καπετάν Τίποτα λοιπόν. Ντράπηκε πολύ. Περισσότερο όμως ντράπηκε να εκφράσει αυτό που ένοιωθε στον γυμναστή του. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, ντρεπόταν να πει ότι ...ντρεπόταν να φορέσει τη φανέλα με το μηδέν. Δεν ντράπηκε όμως να αρνηθεί τη θέση του αρχηγού. Ίσως και να φοβόταν τη χλεύη των συμμαθητών του, ίσως πάλι να σκεφτόταν πως δεν αρκεί να είσαι καλός σε κάτι για να γίνεις αρχηγός, πρέπει και να σε ενδιαφέρει αυτό το κάτι. Ποιος ξέρει πως σκέφτηκε; Δεν το εξήγησε σε κανέναν.
Ο γυμναστής, έκπληκτος από αυτή την ακατανόητη αντίδραση, προσπάθησε να τον μεταπείσει. Όμως το παιδί αρνήθηκε ανυποχώρητα. Κι όταν μετά από μέρες είδε κάποιον συμμαθητή του να φοράει τη φανέλα με το μηδέν, έκανε χαρούμενος τις ασκήσεις του εκτελώντας τις εντολές αντί να τις δίνει. Ήξερε ότι μπορούσε να είναι εκεί, μέσα σε αυτή τη φανέλα. Αλλά δεν ήθελε. Ντρεπόταν το μηδέν, ντρεπόταν να είναι γίνει ο καπετάν Τίποτα. Μεγαλώνοντας διατήρησε αυτές τις αναμνήσεις του μηδενός, διαπερνώντας τις εποχές του ένα και του δύο. Και τώρα, κρατούσε με το ένα χέρι το καρούμπαλο στο κεφάλι και με το άλλο την πέτρα του μηδέν. Και τότε τι λες πως σκέφτηκε; -Ότι ο πετροπόλεμος πονάει;
-Περίπου. Ότι η αντίφαση είναι συστατικό στοιχείο του κόσμου. Πως το τίποτα επιδρά στην ύλη. Ότι από το μηδέν παράγεται κάτι, όπως ένα καρούμπαλο. Ότι η ανυπαρξία δεν υπάρχει. Πως αν υπάρχει το τίποτα, υπάρχουν και όλα. Πως ό,τι στερείται σκοπού είναι σκόπιμο. Πως το δύο και το ένα εξαρτώνται από την ενέργεια του τίποτα, του μηδενός, που μπορείς να το πεις και τύχη ή αναγκαιότητα αλλά μπορείς να το πεις και θεό, όπως σε βολεύει, ανάλογα με τη φάση αριθμού που περνάς. Πως ενίοτε προστίθενται και δίνουν τρία κι άλλες φορές αντλούν το νέο νόημά τους από το μηδέν της ζωής. Γιατί μπορεί το ένα και το δύο να σηματοδοτούνε τα μονοπάτια της εμπειρίας μας και τους αναστεναγμούς των αμφιβολιών μας, μα το μηδέν είναι που φτιάχνει τα πιο γερά καρούμπαλα...
-Δεν είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνω που το πας... -Ξέρεις τι σκέφτηκε με αφορμή το καρούμπαλο; Πως αν βρισκόταν ξανά στην ίδια θέση, ίσως και πάλι να αρνιόταν. Αλλά αυτή τη φορά από επιλογή, όχι από φόβο. Αυτή τη φορά όχι γιατί θα ντρεπόταν τη φανέλα με το μηδέν, αλλά γιατί θα βαριόταν να δίνει εντολές για κάμψεις κι επικύψεις. Εκ φύσεως τεμπέλης, εκεί πίσω στα τσικό της γυμναστικής, θα μπορούσε να λουφάρει καλύτερα. Πίστευε πως ο κόσμος χρειάζεται αρχηγούς που να ενδιαφέρονται πραγματικά. Κι εκείνος απλά είχε τύχει να είναι κάπως καλός. Αν ήταν σε άλλο σχολείο ή σε άλλο τμήμα δεν θα ήταν ο πιο καλός. Είχε απλά τύχει. Και κυρίως, δεν τον ενδιέφερε η γυμναστική.
-Μμμ...Και μετά;
-Μετά, όπως όλα τα παιδιά, μεγάλωσε. Με τα χρόνια, απέκτησε κι αυτός την ισχύ δια της οποίας κάθε άνθρωπος, ή σχεδόν κάθε άνθρωπος, μπορεί να ασκήσει εξουσία. Στην περίπτωσή του μάλιστα, αρκετή εξουσία. Αλλά τότε διαπίστωσε πως προτιμούσε τα μεσημέρια, τις ώρες που έπρεπε να κάνει τις επαφές του με την εξουσία, να μπαίνει στο αυτοκίνητό του, ένα παλιό ρώσικο τζιπ που είχε αγοράσει για τις εκδρομές του στα κοντινά βουνά, και να οδηγεί ολοταχώς από το κέντρο ως το Σούνιο. Εκεί, απέναντι από τις κάβο-κολόνες, κάπνιζε ένα τσιγάρο και χαιρετούσε το πέλαγος. Μετά επέστρεφε στη δουλειά. Τρεις ώρες πορεία για ένα πεντάλεπτο τσιγάρο κι ένα αγνάντεμα. Σχεδόν κάθε μέρα. Επί μήνες. Φυσικά, η εξουσία που απλόχερα του είχε παραχωρηθεί γιατί όλοι νόμιζαν στην αρχή πως την άξιζε, του αφαιρέθηκε γρήγορα. Δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί, έκριναν. Δεν είχαν άδικο. Δεν αυξάνεις την εξουσία καπνίζοντας τσιγάρα στο Σούνιο. Ούτε καν την διαχειρίζεσαι. Γίνεσαι στην καλύτερη γραφικός και συνήθως χαμένος. Εκείνος πάλι ήξερε μέσα του πως αυτό δεν ήταν ακριβές. Γιατί δεν την ήθελε. Η εξουσία αυτή, αντιπροσώπευε το μηδέν στο σχολικό μπλουζάκι της γυμναστικής. Αν την ήθελε, θα μπορούσες να τον πεις ανίκανο. Αποποιούμενος κάτι για το οποίο δεν ήταν κατάλληλος, απέφυγε πολλές αγρυπνίες και δεν του χρειάστηκε να πάρει ποτέ καθαρτικά. Επίσης απέκτησε τον χρόνο που ζητούσε για να προσεύχεται στο μηδέν, δηλαδή να τον ξοδεύει μη κάνοντας τίποτα. Τελικά έγινε φωτογράφος. Ενας μεταξύ χιλιάδων. Αυτά.
-Αυτα... Δεν καταλαβαίνω όμως, υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα στην ιστορία σου;
-Οχι. Υπάρχει όμως κάτι σχετικό με την επίγνωση και με τα κράνη.
* Διασκευή από κείμενο δημοσιευμένο προ 3ετίας εντύπως.

buzz it!

Αγαπημένη εργασία

Καθώς τελευταία μου είναι αδύνατο να σκεφτώ πρόταση μεγαλύτερη από αυτήν. Αλλά και κάτι με σπρώχνει να. (Τι ζμπρώχνεις χρυσό μου; ) Είπα σήμερα να σας ξεναγήσω στο αγαπημένο μου γραφείο. Ευχαριστώ ω εταιρεία που μου το παρέχεις. ~~ Εδώ η αγαπημένη μου πόρτα. Εδώ φαίνεται ο Λυκαβηττός. Εδώ τα ποτά και τα ξενύχτια. Εδώ η υπεραξία της εργατικής μας δύναμης.

Θα επανέλθω.

buzz it!

Warhol's 15 minutes

Ηρθε και η σειρά μας για το γνωστό 15λεπτο "διασημότητας". http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11619&subid=2&tag=8334&pubid=922506 Ευχαριστώ πολύ Ελένη Γκίκα. Σας εκτιμώ, το ξέρετε πολύ πριν προκύψει αυτό. Ευχαριστώ τη μαμα, το μπαμπα, τη γυναίκα, τα παιδιά μου, εύχομαι ειρήνη, υγεία, παγκόσμιο αφοπλισμό και καταλληλα ναρκωτικά για όλους, γειά σου γιαγιά. ΥΓ. Κυρία Γκίκα, συγχωρήστε με που είμαι ανέμπνευστος σήμερα, όπως επίσης ζητώ συγνώμη από τους αναγνώστες σας επειδή θα με προσεγγίσουν σε μια φάση γραφής που αυτό που με απασχολεί προέκυψε αιφνιδίως και είναι πολύ δυσάρεστο, αλλα δε μπορώ εύκολα να γράψω για κάτι άλλο όσο εκκρεμμεί. Προσπαθώ πάντως. Την κατανόησή σας. Εχω μόνο μια απορία: καλα ο Κήπος, τον "παραδείσιο", που τον είδατε; Εδώ κοντεύουμε να πιάσουμε θεωρείο στην κόλαση!

buzz it!

Πρόεδρο Αλέξη, ενταύθα

Τίποτα δεν με απογοητεύει, ούτε καν η απογοήτευση. Ωστόσο πιστεύω πολύ λίγο στο μέλλον της ανθρωπότητας.

Ιονέσκο, Η ελεγεία ενός παράλογου κόσμου



Πρόεδρε Αλέξη,

Θέλω να σου πω για τον έρωτα. Μέσα από την ψυχή ενός ανθρώπου που ερωτεύεται ερωτεύονται όλοι οι άνθρωποι. Υπάρχει κάτι οικουμενικό σε αυτό. Δια μέσου ενός ερωτικού εγκλήματος, η ανθρωπότητα αποκτά μια ακόμα από τις εκφράσεις του πάθους της, τη σκανδάλη πατάνε εκατομμύρια άντρες ή γυναίκες μαζί. Η ταύτιση στον έρωτα Αλέξη, είναι ταυτόχρονα μια ταύτιση με τον άλλον που αγαπάς έστω πρόσκαιρα αλλά και μια πολιτική πράξη. Πόσο πολιτική πράξη είναι ο έρωτας το έχω καταγράψει εδώ. http://nomads-tales.blogspot.com/2007/12/blog-post_21.html

Θέλω να σου πω Αλέξη ότι εμείς ερωτευτήκαμε το ΚΚΕες κάποτε, κατ αρχήν επειδή οι Ρηγίτισες ήταν, πολλές, όμορφες γυναίκες και σπιρτόζες κι επειτα για τη φυσαρμόνικα του Λεωνίδα. Μετά για όλα τ αλλα. Μετά τα καταλάβαμε. Λίγο από Ρόζα Λούξεμπουργκ είχανε τα κορίτσια μας, πριν γίνουνε Πασόκες μερικές και χάσουν κάθε τους θηλυκό στοιχείο χάριν μιας άφυλης εξουσίας. Πέρασαν τα χρόνια κι απομείναμε έξω από όλα. Για να μπορούμε να τα κρίνουμε Αλέξη.

Στη θέση σου Αλέξη θα με έλουζε κρύος ιδρώτας να με ευνοούν οι συγκυρίες. Να τα έχεις όλα πρίμα εξ αρχής, σημαίνει πως κανείς δε θα σου αναγνωρίσει την «πολυτέλεια» να γίνεις ίδιος με όλους τους άλλους. Πήρες το δαχτυλίδι την εποχή που οι νέοι είναι της μόδας, η σήψη βαθιά, ο πόθος για μια νέα αριστερά πελώριος, το σύστημα του δικομματισμού αγγίζει τα όριά του, χωρίς ικανό αντίπαλο απέναντι. Υποσκέλισες, άθελά σου, έναν από τους πιο αξιόπρεπείς και χαμηλού προφιλ ανθρώπους της προηγούμενης γενιάς, τον Φώτη. Να δεχθώ ότι δεν είχε έντονα αρχηγικό προφίλ και δεν ήταν πια νέος, ναι. Αρκεί αυτό όμως; Επίσης είσαι νέος κι ωραίος, τουλάχιστον 10 φιλενάδες έχω που σε γουστάρουν και γι αυτό θα σου δώσουν την ψήφο τους. Μια ευκαιρία στα νιάτα, το λένε. Εγώ το λέω φλερτ με σκοπό τον καλό, φαντασιακό και εξιλεωτικό συνειδησιακά, πολιτικό «γάμο». Κι από ελεύθερο συνειρμό, συγχώρα με, μου ήρθε στο μυαλό ο Βούγιας κι η Μαρία.

Αλέξη, όπως κι αν έγιναν τα πράγματα, η τύχη σε φέρνει μπροστά στο μεγαλύτερο σταυροδρόμι. Αν δεν ιδρώσεις με την ευθύνη που επωμίζεσαι, κι αν έτσι «γκομενικά» το συνεχίσεις το παιχνίδι –φλερτάρεις αγόρι μου, φλερτάρεις, το ανταποδίδεις το φλερτ της κοινωνίας, αλλά δεν είναι αυτοσκοπός, θυμήσου, με τον καιρό κοπάζει ο έρωτας- τότε φοβάμαι τα απίθανα ποσοστά που θα δουν τα μάτια μας θα σε λυγίσουν.

Για να κουβαλήσεις στους ώμους σου τον έρωτα ενός λαού σύντροφε πρόεδρε Αλέξη, για να ρυθμίσεις εσύ την πορεία μιας χώρας έστω κι από το μετερίζι μιας προοδευτικής επιρροής αν όχι συγκυβέρνησης, πρέπει να καταλάβεις το παιχνίδι και να αλλάξεις τους κανόνες. Αν δεν φέρεις την πραγματική πνοή των νέων ιδεών, αν ακολουθήσεις το παλαιοκομματικό πρότυπο της σέχτας και των ισορροπιών, ειδικά με το κόμμα-συμπίλημα που κουβαλάς με τις χίλιες συνιστώσες, θα βρεθείς σύντομα να έχεις γίνει πάλιουρας και να μη γοητεύεις πια. Σε ό,τι σε αφορά, αυτό δε με προβληματίζει βέβαια, αλλά Αλέξη, εδώ η συγκυρία σε φέρνει σε ένα σταυροδρόμι σπάνιο στη νεώτερη ιστορία. Κάτι ανάλογο με αυτό που αχνοδιαφαίνεται, είχε πετύχει μόνο ο Αντρέας «διασπώντας», των καιρών εκείνων συντρεχόντων, την Ένωση Κέντρου του Μαύρου. Με τη νίκη σου θα νικήσουν αρκετοί, μα πολλοί περισσότεροι θα ηττηθούν στο βατερλώ σου. Και θα είναι οι ήδη παραιτημένοι, εμείς που δεν πιστεύουμε και πολύ στο μέλλον της ανθρωπότητας, μα παρόλα αυτά, ευχόμαστε πως εμείς είμαστε το λάθος. Το ευχόμαστε για τα παιδιά μας.

Πρόεδρε Αλέξη, όποιος ερωτεύεται τη μόδα σύντομα τον παρατά αυτόν τον έρωτα. Βαριέται. Μη γίνεις μόδα πρόεδρε. Κι αν να μη γίνεις μόδα σου στοιχίσει κάποια ποσοστά, σε διαβεβαιώνω πως η αγάπη είναι βαθύτερο συναίσθημα κι ας μη φωτοβολεί τις νύχτες σαν πάλευκα δόντια στον προβολέα. Ακόμα κι αν σου στοιχίσει το προεδριλίκι, θα’ χεις διασώσει το είδος του έρωτα που λέγαμε πριν, εκείνο το οικουμενικό.

Αυτά είχα να σου πω, με τις ευχές μου.

buzz it!

Ο,τι ψάχνεις βρίσκεις; Μουνάκια και μπλογκερς

Νέος στην ιδέα του ηλεκτρονικού ημερολογίου, δεν είχα καταλάβει τις τεχνικές. Πίστευα πως να διατηρείς ενα σημειωματάριο δημόσιο, σχολιάζοντας τα εσώψυχα των άλλων και τα δικά σου άπλυτα, να γράφεις τα ντραφτ των ιστοριών σου που αν δεν ήταν δημόσιες θα εγκατέλειπες απο βαρεμάρα, ενδεχομένως και να σχολιάζεις κάποια ραγδαία επικαιρότητα, είναι αυτό και μόνον: Κέφι. Ανακαλύπτω λοιπόν έντρομος από την αναλογία με όσα ήξερα έξω από εδώ, φυλές, παρέες, τρόπους προσέλκυσης αναγνωστών, μεθόδους, ίντριγκες, συνομωσίες. Ηχηρά "ονόματα", πχ δεν βάζουν λινκς δίπλα. Αλλοι παραθέτουν 500 μαζεμένα να ξοφλάνε χωρίς γκρίνιες. Αλλοι αναλώνονται σε ανταλλαγές κι άλλοι σε δεινό σχολιασμό άλλων. Αλλοι κόβουν τα σχόλια, ή τα ελέγχουν. Αλλοι αυτοσχολιάζονται και καταμετρούνται, νυχθημερόν, στους μετρητές. Υπάρχουν μεμονωμένοι καβαλάρηδες που ξέρουν για τους μύλους αλλα αδιαφορούν όπως ο πετεφρής, υπάρχουν λιμπρόφιλοι ολκής, υπάρχουν εκκλήσεις σε κοινές δραστηριότητες, εκπρόσωποι κάποιας εξωτικής φυλής των μπλόγκερς, και βέβαια, υπάρχουν κι αυτοί που σχολιάζουν περιφρονητικά τις πρωτοβουλίες των άλλων -μέχρι φυσικά να αναλάβουν κάποιαν οι ίδιοι. Αλλοι προσδοκούν δημοσιογραφία των πολιτών χωρίς καμιά διασταύρωση της φούσκας -και φυσικά μερικές φορές θα πέσουν μέσα. Αλλοι είναι εξεζητημένα προσβλητικοί ή βωμολόχοι, εριστικοί και σνόμπηδες, άλλοι μοιραίες ιουλιέττες σε αναζήτηση καπουλέττων, και τούμπαλιν, άλλοι βοιδάρες που μαθαίνουν κορακίστικα και μερικές φορές, άλλοι σπουδάζουν αλμοδοβάρ σε ηλεκτρονική έκδοση, μερικοί είναι μάντεις δεινών, μα είναι και διαμάντια κρυμμένα στο τίποτα, στο ουδέν, κι είναι και κάποιοι "σχεδόν μπλόγκερς" , σχεδόν εκτοπισμένοι, που προσπαθούν να δημοσιοποιούνται ιδιωτεύοντας, κατασκοποι του δημοσίου αυτοί, δεν θελουν να ξέρει κανείς ότι έχουνε βλογ. Υπάρχουν οι θεόμουρλοι τερμίτες της γνώσης με τα θεματικά μπλογκς, ποίηση, έγκλημα, ταξίδια, αυτόχειρες, αλληλογραφίες, αυτούς τους λατρεύω, με μαθαίνουν πράγματα. Εχω την αίσθηση ότι γι άλλη μια φορά ξεφύγαμε συνδίκτυοι. Ολα αυτα δεν είναι κέφι αλλα τεχνική. Οχι όλα, τα περισσότερα όμως. Κόλησσα προχτές μια ώρα να κοιτάω τι αναζητούσε όποιος με διάβαζε. Μουνάκια αναζητούσε βέβαια ο πλειοψηφίας αναγνώστης. Μουνάκια. Και μοιραία με πετάνε οι συνειρμοί στην ξαπλωτή ανασκελη θέση αυτού που μόλις καταλαβε το αστείο και καγχάζει. Εμένα με βρήκε ο πλειοψηφίας αναζητώντας μουνάκια, για να πέσει πανω στον παβιτς, το χειμωνά, τις εκφράσεις του γιανναρα για την εκπτωση της αγαπης, μια διαστημική ιστορία, ενα πορνοπρωταγωνιστή που καλογέρεψε κι εναν τρελό που είχε ερωτευτεί την αδερφή του. Στον αντίποδα των χιλίων τόσων που έφυγαν όταν διαπίστωσαν τι μουνάκια τους είχα φυλαγμένα, υπάρχουν κάπου 40 αναγνώστες με παραμονή πανω απο ώρα στην ιστοσελίδα. Ε, γιαυτούς τους ανθρώπους γραφω. Χρειαζόταν να κάνω κάποιο τέχνημα για να βρεθούν; Δεν πιστεύει κανείς σαν κι εμένα πως ό,τι ψάχνεις δεν το βρίσκεις, σε βρίσκει; Εσας βρε τεχνίτες της βλογοποίησης, συνειδητοποιείτε τι ζητούν κατά πλειοψηφία όσοι σας βρίσκουν; Δεν ξέρω τι νόημα έχει για κάποιους η agb των βλογ, κι η εσωτερική τους ποιοτική διάσταση της ποσότητας, τι ωφελήματα εισπράττουν, τι χαρά τους αποδίδει η μεθόδευση κι η μετατροπή ενός δημιουργού χάους σε κάτι ανόητο όπως "η φυλή" των βλόγκερς. Αυτό που ξέρω είναι πως δεν είδα κέφι. Εστω κι αν το "κέφι", για τη γραφή, μεταφράζεται σε απελπισία, ίμερο, λεξοπάλη (η λεξοτανίλ, παίζεται) Αλλα οι λέξεις σας δεν μου καρφώνονται πια σαν πρόκες. Ασχετο: Ο Μάκης έχει ντοκουμέντα για τις μίζες του Μίνωα σε Γραμμική Α. (Ξέρω, δεν κολλάει αλλά θα φέρει κλικζ)

buzz it!

Για τα παιδάκια με τα ροπαλάκια

Ανακοίνωση οργανώσεων Μόνο από καθαρή τύχη το Σάββατο 2 Φλεβάρη δεν είχαμε νεκρούς. ΜΑΤ και Χρυσή Αυγή, συνεργαζόμενοι άψογα, χτύπησαν με μανία τους αντιφασίστες διαδηλωτές. Οι μεν πρώτοι άνοιγαν το δρόμο με την ρίψη χημκών, ώστε οι δεύτεροι με μαχαίρια, σιδερολοστούς κ.λ.π. να απειλήσουν ζωές. Ένας μάλιστα από τους αντιφασίστες διαδηλωτές μαχαιρώθηκε (ο Κ.Κουνενάκης), ενώ ήταν ήδη αιμόφυρτος στο έδαφος από χτύπημα με λοστό στο κεφάλι! Οι εγκληματίες και επίδοξοι δολοφόνοι, μέχρι αυτή την στιγμή παραμένουν ασύλληπτοι. Αυτό αποτελεί πρόκληση στην νοημοσύνη μας. Οι τηλεοπτικές και άλλες εικόνες είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες της πραγματικότητας. · οι Χρυσαυγίτες χτύπησαν τους διαδηλωτές μαζί με τα ΜΑΤ. · τα ΜΑΤ «άνοιξαν» τις γραμμές τους για να αφήσουν χώρο στην δολοφονική εφόρμηση των Χρυσαυγιτών. · μπροστά στα μάτια των ΜΑΤ οι Χρυσαυγίτες έβγαλαν, κράδαιναν και τελικά χρησιμοποίησαν μαχαίρια. · μπροστά στα μάτια των ΜΑΤ μαχαίρωσαν διαδηλωτές και έστειλαν πέντε άτομα στο νοσοκομείο. · μετά επέστρεψαν πίσω από τις γραμμές των ΜΑΤ, και όλοι μαζί με σχεδόν «συναδελφική» εγκαρδιότητα, αφού …επιτέλεσαν το έργο τους, επέστρεψαν στην πλατεία Κολοκοτρώνη. Όπου σύμφωνα με καταγγελίες αυτόπτη μάρτυρα (Θ.Κάραλης), μέρος των δυνάμεων των ΜΑΤ, βοήθησαν τους Χρυσαυγίτες να φορτώσουν τον στρατιωτικό εξοπλισμό τους σε φορτηγάκι. · τελευταία εικόνα των αυθαιρεσιών ήταν αυτή των προπηλακισμών και της απρόκλητης βίας των δυνάμεων των ΜΑΤ, ενάντια σε διαδηλωτές που αποχωρούσαν ειρηνικά από τον χώρο. Η ευθύνη βαραίνει την φυσική και πολιτική ηγεσία της αστυνομίας, το υπουργείο εσωτερικών που δίνει τις σχετικές εντολές, και συνολικά την κυβέρνηση! Οι οποίοι έδωσαν την άδεια τους για την πραγματοποίηση της φασιστικής σύναξης των δολοφόνων! Την ίδια ώρα επισημαίνουμε ότι: · η ένταξη του ΛΑΟΣ στην βουλή, με εκπροσώπηση βουλευτών με δηλωμένο ακροδεξιό παρελθόν, · οι αντιμεταναστευτικές και αντιπροσφυγικές πολιτικές της κυβέρνησης (τρανό παράδειγμα η επιχείρηση-σκούπα στην Πάτρα), · η επιλογή της ατιμωρησίας όσων κρατικών λειτουργών έχουν καταγγελθεί για βασανιστήρια ή όποιες παραβιάσεις δημοκρατικών δικαιωμάτων, · η πολιτική επιλογή της έντασης της καταστολής, κάθε φορά που η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με την κοινωνική αμφισβήτηση των πολιτικών της (φοιτητικό κίνημα πέρσι), δημιουργούν το έδαφος, ώστε οι φασιστικές ομάδες να επιχειρούν τον μόνο ενεργότερο ρόλο που μπορούν να έχουν, αυτόν των εγκληματικών επιθέσεων. Αποτελεί πρόκληση η στάση αστυνομικών αξιωματούχων να επικαλούνται «ελαφρυντικά» ή «λάθη». Τα επαναλαμβανόμενα «λάθη» συγκροτούν πολιτική στάση! Η επικοινωνία, η συνεργασία, και η αλληλεγγύη μεταξύ φασιστικών ομάδων και τμημάτων των δυνάμεων ασφαλείας, είναι μια αναντίρρητη πραγματικότητα! Τελεία και παύλα! Η πραγματικότητα κραυγάζει για όποιον έχει αυτιά και ακούει! Η ταυτότητα της Χρυσής Αυγής, συγκροτείται από τα ποινικά μητρώα μιας –μικρής ακόμα- συμμορίας δολοφόνων. Μια συμμορία που απειλεί τον καθέναν και την καθεμιά από μας που διαφέρει, στην γλώσσα, στο χρώμα, στην καταγωγή, στην ιδεολογία. Εκατοντάδες επιθέσεις τα τελευταία χρόνια δεν φτάνουν; 20 επιθέσεις μέσα στους τελευταίους 6 μήνες μόνο, δεν φτάνουν; Το γεγονός ότι ο γραμματέας της, Ν. Μιχαλολιάκος, έχει καταδικαστεί και φυλακιστεί 2 φορές για κατοχή εκρηκτικών υλών τη 10ετία του ‘70, δεν είναι αρκετό; Ότι ο τότε υπεύθυνος οικονομικών της Χρυσής Αυγής Χ.Κουσουμβρής καταδικάστηκε και φυλακίστηκε για ένοπλη ληστεία στην Καλαμάτα το 2001 δεν λέει τίποτα; Ότι ο υπαρχηγός της, Περίανδρος Ανδρουτσόπουλος, καταδικάστηκε πέρυσι σε 21 χρόνια φυλακή για τη δολοφονική επίθεση ενάντια στο μέλος του Κ.Σ. της ΕΦΕΕ, Δ.Κουσουρή, ούτε αυτό τους λέει τίποτα; Ότι το φθινόπωρο του 2005 μετά από πυροβολισμούς που έπεσαν από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής επί της Σολωμού, σε έρευνα βρέθηκε ένα «πλούσιο» οπλοστάσιο, ούτε αυτό άραγε σημαίνει τίποτα; Απαιτούμε, εδώ και τώρα * Να συλληφθούν οι ένοχοι που χτύπησαν αντιφασίστες διαδηλωτές. * Να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι των ΜΑΤ που συμμετείχαν στην κοινή επίθεση αστυνομίας και Χρυσής Αυγής. * Να ξεκινήσει άμεσα δημόσια έρευνα για τις σχέσεις ανάμεσα στις φασιστικές ομάδες και τα σώματα «ασφαλείας». * Με βάση το νόμο 927/79, για την πρόκληση ρατσιστικού μίσους και εγκλημάτων, αλλά και τις καταδίκες ηγετικών στελεχών και μελών της, να κλείσουν τα γραφεία και η εφημερίδα της Χρυσής Αυγής. Για να μη μπορούν οι φασίστες να επικαλούνται την αναγνώριση της νομιμότητάς τους από τον Άρειο Πάγο και να οργανώνουν εκδηλώσεις που καταλήγουν σε μαχαιρώματα. Τέλος καλούμε τα συνδικαλιστικά όργανα των δημοσιογράφων αλλά και κάθε εργαζόμενο στα ΜΜΕ να απαιτήσει να σταματήσει η προκλητική προβολή των φασιστών από τα κανάλια, που προσβάλει καθέναν και καθεμιά από μας, αλλά πιστεύουμε και τους ίδιους. Επαναλαμβάνουμε για μια ακόμη φορά: Οι φασίστες δεν είναι μια ακόμη πολιτική άποψη που πρέπει να ακουστεί, αλλά μια συμμορία δολοφόνων που προσπαθεί να οργανωθεί και να δυναμώσει ώστε να απειλήσει ευθέως τις κατακτήσεις και τις ελευθερίες του εργατικού κινήματος, της νεολαίας και ολόκληρης της κοινωνίας. ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ! ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ! ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ! ΥΠΟΓΡΑΦΟΥΝ: * ΑΔΕΔΥ * ΟΛΜΕ * Δίκτυο για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα * Δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης προσφύγων και μεταναστών * Νεολαία ενάντια στο Ρατσισμό στην Ευρώπη-YRE * Kίνηση Απελάστε το Ρατσισμό * Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών * Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ * ΑΝΤΙΓΟΝΗ - Κέντρο Πληροφόρησης και Τεκμηρίωσης για το Ρατσισμό, την Οικολογία, την Ειρήνη και τη Μη Βία * Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών * Ομάδα δικηγόρων για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών * Νεολαία ΣΥΝ * Τμήμα Δικαιωμάτων του ΣΥΝ * ΟΚΔΕ/Σπάρτακος * ΔΕΑ * ΞΕΚΙΝΗΜΑ * ΚΟΚΚΙΝΟ * ΑΚΟΑ * ΚΟΕ * ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ – ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΤΥΠΟΣ Κι εγώ προσυπογράφω, με την παρατήρηση ότι δεν συμφωνώ με τα μπολντ. Ακόμα και που είναι όπως περιγράφεται ο φασισμός, θεωρώ οτι πρέπει να έχει δικαίωμα στο λόγο ακριβως για να μπορούμε να τον αρνηθούμε δημοκρατικά. Δεν μπορείς να πολεμάς το φασίστα με τα ίδια όπλα που σε πολεμάει. Αυτό μου θυμίζει την κινεζικη παροιμία "όποιος πολεμάει για καιρό με τους δράκους γίνεται δράκος" Θα το κατανοούσα ίσως σε καιρούς που ο φασισμός έχει επικρατήσει, όχι όμως τώρα που βρίσκεται στο περιθώριο της κοινωνίας παρά τα εφιαλτικά ξεσπάσματά του. Διαφορετικά δε βρίσκω μεγάλη διαφορά απο το να κοπανάς έναν αριστερό με καδρόνι (τάχα μου ιστό σημαίας) ή έναν φασίστα. Το καδρόνι σκέτο δεν κάνει τη διαφορά.

buzz it!

Γιατί δεν θέλω να θέλω

Εξ αφορμής, http://xpsilikatzoy.wordpress.com/2008/01/30/0130012008/ Δεν θέλω να δω το ντιβιντι γιατί είμαι σνομπ. Προς τον εαυτό μου. Θέλω, εαν ξεπέσει στην επιθυμία, να τον σνομπάρω. Να του υπενθυμίσω το νταντα, το τίποτα, να βγω στην πλατεία και να τον γιουχάρω που θά'ναι κάλπης. Θέλω να μαλακιστώ με τσόντες εθελούσιες, με φιλοσοφίες, με σχέσεις, με τα ιερά και τα όσια (επίσης θέλω να διαβάζω μαλακίες που και που για να θυμάμαι πόσο η έπαρση υποστέλει τη σκέψη) μα πάνω από αυτά θέλω να ιδιωτεύω ανερυθρίαστα, να δημοσιοποιούμαι κατ' επιλογήν και να μπορει ο κάθε άνθρωπος να κάνει το ίδιο. Δεν θέλω να δω αυτό το συγκεκριμένο ντιβιντι ακριβώς γιατί μέσα μου θέλω. Δεν θέλω να θέλω.

buzz it!

Θέλεις ή δεν θέλεις να δεις το (ροζ) dvd;;;

Αν δεν θέλεις:





http://giaskepsou.blogspot.com/2008/01/dvd_29.html

http://elawyer.blogspot.com/2008/01/blog-post_30.html

http://abttha.blogspot.com/2008/01/blog-post_30.html

http://key-em.blogspot.com/


K. κ.σ-μ, ευχαριστώ για την ενημέρωση. Θεωρώ ότι απάντησα στην ερώτησή σας.

buzz it!

Mirror

Μια μέρα, μέσα στο σπίτι, τοποθέτησα τον αγαπημένο μου φύκο μπροστά στον αγαπημένο μου καθρέφτη. Ο καθρέφτης μου είχε αρρωστήσει και δεν καθρέφτιζε. Τίποτα δεν έδειχνε, ό,τι κι αν έβαζα μπροστά του. Προσπάθησα να τον συνεφέρω με χαμογελαστές φωτογραφίες και πολύχρωμα φορέματα, έπαιξα κουκλοθέατρο κι έπειτα λιτάνευσα μπροστά του, αλλά αρνιόταν να τα καθρεφτίσει.



Με τον φύκο είμαστε επίσης φίλοι απο παλιά. Του μιλάω συχνά. Ηλπιζα ότι αυτός θα κατόρθωνε να συνεφέρει τον καθρέφτη με την πραότητά του. Κι όμως, τίποτα δεν συνέβαινε. Μια μέρα, εκνευρισμένος απο την παρατεινόμενη αρρώστια του καθρέφτη, στάθηκα ανάμεσα τους και τους απήγγειλα Σύλβια Πλαθ:

Mirror

I am silver and exact. I have no preconceptions.Whatever I see I swallow immediatelyJust as it is, unmisted by love or dislike.I am not cruel, only truthful-The eye of the little god, four cornered.Most of the time I meditate on the opposite wall. It is pink, with speckles. I have looked at it so longI think it is a part of my heart. But it flickers.Faces and darkness separate us over and over.Now I am a lake. A woman bends over me,Searching my reaches for what she really is.Then she turns to those liars, the candles or the moon.I see her back, and reflect it faithfully.She rewards me with tears and an agitation of hands.I am important to her. She comes and goes.Each morning it is her face that replaces the darkness.In me she has drowned a young girl, and in me an old womanRises toward her day after day, like a terrible fish.

Το φυτό εμεινε καιρό εκεί σιωπηλό και σκεφτόταν τα λόγια μου. Ωσπου ένα πρωί, τη στιγμή που μπήκα ανάμεσά σε κείνο και στον καθρέφτη για να το ποτίσω, μας τραγούδησε Δεληβοριά:





Έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέπτη που με εμποδίζει ότι είναι πίσω του να δω Δεν έχω δει ποτέ μου ποιο μεγάλο ψεύτη και το χειρότερο είναι όμοιος εγώ Δείχνει πολύ καλός ενώ εγώ δεν είμαι δείχνει κακός ενώ δεν είμαι ούτε αυτό Όσοι μου λένε "φίλε όπως είσαι μείνε" είναι όσοι χάψαν τον αντικατοπτρισμό Έναν καθρέπτη συνεχώς έχω μπροστά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Έναν καθρέπτη συνεχώς έχω μπροστά μου Αντανακλά αυτά που θέλουν οι γυναίκες και έτσι τις πείθει ότι ’μαι το άλλο τους μισό Μπροστά του γδύνονται του λεν γλυκές κουβέντες πίσω από το τζάμι εγώ ολομόναχος κοιτώ Κάνει παιχνίδι ως και με τα πρότυπα μου τις θείες φωνές που μου μιλούσανε παιδί Τις φέρνει απέναντί μου και στα κυβικά μου πάω να τις φτάσω και τσουγκρίζω στο γυαλί Έναν καθρέπτη συνεχώς έχω μπροστά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Πάνω του πέφτει και ραγίζεται η καρδιά μου Έναν καθρέπτη συνεχώς έχω μπροστά μου Ξέρω πως όλοι πια πιστεύουν σε καθρέπτες σε οθόνες, φωτοτυπίες και προβολείς Μέχρι παιχνίδια έχουν βγάλει που οι παίκτες ζούνε σε μια γυάλα και τους βλέπουμε όλοι εμείς Μα εγώ θα κάνω τον καθρέπτη μου κομμάτια ξέρω ότι αυτόν που κρύβει πίσω του είσαι εσύ Εσύ που ψάχνεις μεσ' στα μαύρα σου τα μάτια να καθρεφτίσεις μόνο εμένα στην ζωή

Τότε ο καθρέφτης ξεθάμπωσε κι έδειξε αυτό:


(μεταφορά απο αλλού, γραμμένο πέρσι τέτοια εποχή)

buzz it!

Το αθάνατο άλλοθι

H αθανασία του βρισκόταν στο μέλλον. Καβάλα στο βέλος του χρόνου, σε κάθε σημαδούρα πρωτοχρονιάς θυμόταν να θυμηθεί πως όσα εκτείνονταν στην ουρά του βέλους δε μπορούσαν πια να αλλάξουν, μπορούσαν όμως να αποτελούν μια πραγματικότητα διανοητική όσος χρόνος κι αν περνούσε. Ολα είναι μια κατάσταση μυαλού δε λέμε; Ιδίως η αθανασία. (Για να λέμε την αλήθεια, ο χρόνος δεν περνάει. Ο χρόνος είναι εκεί, όπως και οι διαστάσεις του χώρου. Εμείς περνάμε από το χρόνο πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Τον διαβαίνουμε, όπως ακριβώς διαβαίνουμε τα μέτρα που χωρίζουν το σαλόνι από το κρεββάτι και προς την ίδια κατεύθυνση πάντα, όπως καταδυόμαστε στα βάθη που χωρίζουν τις ζωές μας) Για να γίνεις αθάνατος χρειάζεται οι πράξεις σου, οι παραλείψεις σου, τα λόγια σου και η επιρροή σου στις ζωές των άλλων να αφήσουν ίχνη τόσο βαθειά, που ακόμα κι όταν εσύ θα εξαφανιστείς εκείνα να δείχνουν πως πέρασες. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αθάνατος γίνεται ο βιαστής ενός ανήλικου όσο κι ο αληθινός του δάσκαλος. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αυτός που σου δίνει το μοναδικό χαστούκι της ζωής σου μένει εξίσου αθάνατος με εκείνον που σου δίνει το μοναδικό φιλί.Κι αυτός που χαράζει τη σκέψη σου δεν ξεχνιέται ποτέ. (Οι περισσότεροι, εδώ που τα λέμε, είμαστε τυχεροί που γκρινιάζουν για την έλλειψη απόλυτης χαράς. Περισσότερα τα φιλιά από τα χαστούκια μας. Περισσότεροι οι γελαστοί αθάνατοί μας από τους μίζερους.) Παραμονή μιας ακόμα πρωτοχρονιάς, σκεφτόταν ότι ολόκληρη η αθανασία του βρισκόταν στο μέλλον. Αν πέθαινε τώρα δε θα γινόταν αθάνατος πραγματικά. Σε μια γενιά, τη δικιά του γενιά, θα είχε ξεχαστεί απ’ όλους και ο άνεμος θα είχε εξαφανίσει οριστικά το πέρασμά του από τη γη. Οταν θα πέθαινε η μανα του, η γυναίκα του και δυό-τρεις ακόμα φίλοι και φίλες, θα πέθαινε κι εκείνος. Οριστικά. Ο μόνος τρόπος για να περάσει το βέλος του χρόνου καβάλα στην αθανασία του, ήταν να κατορθώσει να μείνει αθάνατος σε περισσότερες γενιές. Αθάνατος είναι ο Πλάτων, αλλά αθάνατος είναι κι ο παππούς εκείνος που το παρατσούκλι του έγινε το όνομά σου, αθάνατος είναι κι εκείνος ο πρόγονος που στους δύσκολους καιρούς έπραξε κάτι ηρωικό, η ακόμα κι εφιαλτικό –μόνο που τότε την αθανασία του την κρύβεις. Αθάνατη είναι η μνήμη. Ομως δεν ήταν μεγάλος καλλιτέχνης, πολιτικός, αθλητής, δεν ήταν καν ένας Τσόμσκι της καθημερινοτητας, ένας Ζορμπάς των σαλονιών, μια αξιοπρεπής αντίφαση, ώστε το στίγμα του (μαζί με τη ματαιοδοξία του) να διαιωνιστούν. Δεν ένοιωθε πως θα μπορούσε να κερδίσει την αθανασία με κάποιο επίτευγμα, όπως τον παρακινούσε το ρομπότ στη διαφήμιση. (Με την ευκαιρία, έβαλε κι ένα ουισκάκι) Για να γίνει αθάνατος θα έπρεπε να μεγαλώσει τα παιδιά του και να αντέξει ώσπου να γεννηθούν ίσως τα εγγόνια του. Για να μεγαλώσει τα παιδιά του όμως, θα έπρεπε να θέλει να το κάνει. Για να θέλει να το κάνει θα έπρεπε να θέλει να ζει. Για να θέλει να ζει, θα έπρεπε να νοιώθει μια χαρά στη ζωή. Και πέρα από τα παιδιά του, εδώ και καιρό δεν την ένοιωθε. Τότε διερωτήθηκε γιατί δε μπορούσε να νοιώσει χαρά. Πραγματική χαρά. Αυθεντική. Απο εκείνη που σε κάνει να χοροπηδήξεις στη λακκούβα της βροχής. Και η απάντηση που έλαβε στην οθόνη του υπολογιτή όπου διατύπωνε το ερώτημα (πολλοί δεν γνωρίζουν ότι ένα απο τα χαρακτηριστικά του καινούργιου γουόρντ είναι ότι τη στιγμή που πλητρολογείς την ερώτηση ο αυτόματος απαντητής καταγράφει την απάντηση) ήταν προστακτική: -Σταμάτα να κατασκευάζεις μνήμες. Ετσι του μίλησε ο Αμπουλάφια (συγχωρήστε του την απουσία ευρηματικότητας στην ονοματοδοσία του υπολογιστή του, φανταστείτε πως τη σκύλα του την ονόμασε Μπόνι το δε πέος του βαφτιζόταν κατά καιρούς και μέ άλλο όνομα, πεισματικά θέμα της νονάς αυτό κι έτσι ο ίδιος χαιδευτικά και κατ' ιδίαν το αποκαλούσε πολυώνυμο) Τα δάχτυλά του διατύπωσαν την επόμενη αντίρρηση: -Πως είναι δυνατόν να ζήσει κανείς αν δεν κατασκευάζει μνήμες; Τότε η οθόνη άστραψε και βρόντηξε. -Ε τότε φρόντισε να επινοείς τις όμορφες μνήμες. Οι προφητείες που θα εκπληρώσεις να είναι χρωματιστές και φουρφουλωτές με πολλά στρας σαν τα κόκκινα παπούτσια της κόρης σου. Επινόησε τη χαρά σου αντί να διηγείσαι τη θλίψη σου στον εαυτό σου. Σταμάτησε να γράφει. Φαντάστηκε εναν βραχόκηπο με καταρράκτη που καταλήγει σε λιμνούλα με νούφαρα, 5-6 τίνγκι μπελ (όλες γκομενάρες) το λόττο, αγκαλιές παιδιά γκαζόν κωλοτούμπες και...Προσπάθησε να φανταστεί 5-6 ρωσσίδες. Τίποτα. Φαντάστηκε ένα γέλιο της. Εδω ξανακοίταξε την οθόνη. Ενα γέλιο της... Πόσο του είχε λείψει εκείνο το γέλιο... Νάτο! Οπως έπαιρνε χρησμούς απο τα βιβλία, τώρα θα έπαιρνε απο τον υπολογιστή. Πάτησε το κουμπί που εντοπίζι το βέλος του ποντικιού στην οθόνη. Ηταν ξεχασμένο στη μπάρα του γουόρντ, ακριβώς στο «χελπ» Πάτησε. Χωρίς να το καταλάβει, ο κέρσορας πήγε πάνω στο Detect and repair. Το πάτησε. «Θα εντοπίσει και θα επιδιορθώσει αυτόματα τα λάθη...», τον πληροφόρησε ο γουόρντ. Αστραπή. Φλασιά στο θολωμένο μυαλό του. Ο γουόρντ μπορεί να ταξιδέψει στο χρόνο! Detect and repair. De-tect and re-pair!!! Το μυαλό του άρχισε να δουλεύει τρέχοντας. Εντόπιζε, εντόπιζε, εντόπιζε... ναι ναι, έφταιγε αυτό...Κι αυτό...Κι αυτό... Σε λίγη ώρα είχε εντοπίσει και περιγράψει το πρόβλημα. Ριπέρ; Τώρα είχε τη λύση. Με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά ήξερε τώρα, χάρη στις νέες δυνατότητες του γουόρντ (μπράβο κ.Γκέιτς) πως να γίνει αθάνατος και πως να στείλει μια χρονοκάψουλα να διορθώσει τα λάθη του. Αυτα τα δυό συνδέονταν πάντα, πως δεν το έβλεπε τόσο καιρό; Και γιατί δεν ήταν καλλιτέχνης; Τι γεννάει την τέχνη αν όχι η απουσία του γέλιου, εκείνου του γέλιου; Και τότε θυμήθηκε τη φράση εκείνου του γλύπτη: "Η αφροδίτη υπήρχε πάντα μέσα στο βράχο, εγώ απλά την απελευθέρωσα". Αρα η τέχνη΄, εαν υπήρχε, πάντα υπήρχε μέσα του, και η απουσία του γέλιου την ξεγεννούσε, να γιατί δε χαιρόταν, γιατί ένοιωθε τις ωδίνες και... Ανακουφίστηκε, πήρε βαθειά ανάσα, σκέπασε τα παιδιά, έβαλε καινούργιο ποτό, επέστρεψε στον υπολογιστή κι άνοιξε νέο, λευκό φύλλο εργασίας. Κάθισε να το κοιτάει, άναψε τσιγάρο (εορταστικό, με λίγη καλαματιανή μέσα) και σκέφτηκε ότι οι επέτειοι του χρόνου είναι πολύ καλές, επειδή συμβαίνουν κάτι τέτοια απροσδόκητα που σου ανοίγουν τα μάτια. Τώρα που έλυσε το μικροπρόβλημα της αθανασίας του, είχε να αντιμετωπίσει το πραγματικό, το βαθύτερο πρόβλημα. Βαριόταν! Αποφάσισε να αναβάλει για του χρόνου.

:)

Καλή χρονιά σε όλους.

buzz it!

Γράφω επειδή διαβάζεις




Να γράφεις αυτό που νοιώθεις.
Ελευθερία στην έκφραση.

Τη θεωρούμε δεδομένη. Τη βλέπω ανέφικτη.

Εχω εναν φίλο που γράφει μόνο όταν ξέρει πως κανείς γνωστός δεν θα τον διαβάσει. Αν τον ρωτήσεις, "για να μπορώ να γράφω ελεύθερα", λέει. Το κάνει πράγματι όμως;



Οχι, νομίζω όχι. Ακόμα και στον εαυτό του λέει ψέμματα. Εκφράζεει μόνο αυτά που δεν θα μπορούσαν να τον βλάψουν, αν τυχόν κάποιος γνωστός τον διάβαζε. Είναι τόσο αδύνατον να είσαι απόλυτα ελεύθερος, αν δεν είσαι ήδη ερημίτης. Τόσο ανέφικτο να μην αυτολογοκριθείς όταν οι σκέψεις σου δημοσιοποιούνται. Και να το παράδοξο:

Αν ήθελες να γράφεις ελεύθερα, να πεις αυτά που έχεις να πεις χωρίς μάσκες και καμουφλάζ, ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τα γράφεις με μολύβι σε τετράδιο που θα φυλάς κλεισμένο στο πιο μυστικό σου συρτάρι και ποτέ κανείς δε θα τα διαβάσει. Από τη στιγμή που επιλέγεις να εκφράσεις τις σκέψεις σου δημόσια, μονάχα δυό πιθανότητες υπάρχουν να μην τις μασκαρέψεις: να είσαι αγιος, ή να μην αγαπάς κανέναν.

Τρομερό δεν είναι; Αν αγαπάς, σ’ αυτόν ακριβώς που αγαπάς οφείλεις –όπως το λέω, οφείλεις- να μη δίνεις πρόσβαση στο γκρεμό του μυαλού σου. Δε μπορείς ν αφήσεις τα παιδιά σου να τσακιστούν εκεί πέρα. Οσο οι σκέψεις σου είναι ανταριασμένες οφείλεις να κρατάς τους αγαπημένους σου μακριά τους. Μονάχα οι «τυχεροί» άγνωστοι θα έχουν πρόσβαση σ’αυτές, και ίσως δουν κάποιο κομμάτι του εαυτού τους εκεί μέσα.

Και πάλι όμως, την ίδια στιγμή που επιλέγεις να δημοσιοποιείς τις σκέψεις σου, τις μασκαρεύεις. Όλα αυτά που σε απασχολούν συμβαίνουν σε άλλους, συμβαίνουν παλιά, συμβαίνουν σε εξωγήινους, συμβαίνουν ωραιοποιημένα, γιατί πάντα θα φοβάσαι μήπως από το μάτι του αγνώστου πίσω ξεπροβάλει, κατά σύμπτωση –εσύ δεν είσαι που πιστεύεις πως όλα στην αρχή είναι τύχη; - κάποιο αγαπημένο βλέμα.

Τότε όλη σου η εξομολόγηση, αν δεν είναι ωραιοποιημένη, θα μεταβληθεί σε όπλο, σε νάρκη που θα εκπυρσοκροτήσει μόλις πατηθεί και θα σκοτώσει όχι οποιονδήποτε, αλλά ακριβώς εκείνον για τον οποίον έγραφες όλα αυτά, για να λυτρωθείς, κατά κάποιον τρόπο έστω, από τις τύψεις σου και τις ανεπάρκειές σου να είσαι ένας, μονάχα ένας, να μη διασπαρείς, να είσαι πάντοτε αυτός ο ένας που κάποτε αγαπήθηκε, να μη μεταβληθείς.

Σκέφτομαι ότι το μεγαλύτερο τμήμα της λογοτεχνίας συνοψίζεται στη διάσημη φράση του Φλωμπερ για το πιο διάσημο δημιούργημά του, τη μαντάμ Μποβαρύ: «Η Εμμα Μποβαρύ είμαι εγώ»

Γράφω, δηλαδή είμαι άλλος. Όπως ακριβώς ζω δηλαδή. (Πεσσόα) Πίσω από μένα, πίσω απ τις λέξεις που διαβάζεις τώρα αναγνώστη, υπάρχει ένας άνθρωπος που εσύ γνωρίζεις μόνο τη μάσκα του κι οι οικείοι του μονάχα τη σάρκα του και τις πιο αφοσιωμένες του σκέψεις. Έτσι λειτουργεί η αγάπη, αρνείται να κανιβαλίσει την ευτυχία χάριν τάχα μου κάποιας αλήθειας, που όλοι ξέρουμε πως επειδή είναι πρόσκαιρη, αν εξακοντιστεί σαν όπλο θα σκοτώσει. Το τεντωμένο σκοινί της ακροβασίας του, ελάχιστοι το ξέρουν, ακόμα κι εσύ μόλις που υποθέτεις από τι υλικό είναι φτιαγμένο και σε ποιον γκρεμό από πάνω εκτείνεται. Κι όμως, αυτό είναι που παράγει τις ιστορίες, κι αυτό είναι που στο τέλος, είτε θα σπάσει είτε θα τον οδηγήσει, επιτέλους, στη σιωπή.

Μη γελιέσαι φίλε που διαβάζεις. Η ανάγκη να γράψει κανείς γίνεται πραγματικά πιεστική όταν παύει να ζει, κι όταν μέσα του παλεύουνε δυο κόσμοι ασυμβίβαστοι. Το ιδανικό του ευτυχισμένου ανθρώπου είναι να καθεται σιωπηλός. Επιτέλους να μη νοιώθει την ανάγκη να μιλήσει για το μέσα του. Όταν τη νοιώθει δεν είναι ευτυχισμένος. Εξ ορισμού. Αλλά τότε οι ιστορίες τον επισκέπτονται και τον επιλέγουν. Εκείνες οι ιστορίες που μπορούν μέσα του να βρουν τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα για να διατυπωθούν, μονάχα εκείνες τον επιλέγουν. Γιατί λοιπόν κανείς επιλέγει τη μεταμφίεση από την εξομολόγηση στον ίδιο του τον εαυτό, προκειμένου να μισοεξομολογηθεί στον άγνωστο;

Νομίζω πως καμιά εκμυστήρευση, καμιά ιστορία που δεν κοινοποιείται, καμιά νουβέλα φυλαγμένη σε συρτάρι και μυθιστόρημα αδημοσίευτο, δεν μπορεί να ανακουφίσει πραγματικά. Μυστικό που το ξέρει μόνο ένας δεν είναι μυστικό, όπως κι όταν το ξέρουν περισσότεροι από δύο. Η κοινολόγηση και μεταποίηση των απόκρυφων σκέψεων είναι νομίζω που θεμελιώνει τη λογοτεχνία και, αν είμαστε τυχεροί, σώζει αυτόν που διηγείται από την τρέλα.

Γι αυτό σε ευχαριστώ αναγνώστη.

Αν δεν υπήρχες δεν θα έγραφα. Ποτέ μου δεν κράτησα χάρτινο ημερολόγιο.Ούτε μια λέξη δεν χαράμισα για μένα ποτέ.

Δεν είχε νόημα.

buzz it!

Πες μου αλήθειες


Μερικές φράσεις αλήθειας για να λες σε όσους αγαπάς λιγάκι, προκειμένου να είσαι πάντα ειλικρινής κι αυθεντικός μαζί τους.


Όταν κάποιος πάθει δηλητηρίαση από γάλα:
«Χιλιάδες άνθρωποι πίνουν γάλα, αλλά δεν παθαίνουν δηλητηρίαση»

Όταν κάποιος κινδυνεύει να πνιγεί:
«Δεν σε έσπρωξα εγώ. Απλά σε κάλεσα για μπάνιο»

Όταν κάποιος περιμένει πάρα πολύ:
«Εσύ δέχτηκες να μπεις στην αναμονή»

Όταν κάποιος χαίρεται με τη χαρά μας ενώ παράλληλα βιώνει τη θλίψη του:
«Κατσουφιάζω όταν υποφέρεις και δε μπορείς να χαίρεσαι μόνο για τη χαρά μου»

Όταν κάποιος καταδικαστεί σε θανατική ποινή:
«Η απόδραση τιμωρείται με θανατική ποινή»

Όταν πρέπει να χειρουργήσεις κάποιον:
«Εμένα με ενδιαφέρει να πετύχει η εγχείριση. Η επιβίωση του ασθενούς είναι δικό του θέμα»

Όταν κάποιος διψάει ενώ εμείς πίνουμε αργά και απολαυστικά δροσερό νερό:
«Μάθε να περιμένεις»

Όταν κάποιος βρίσκεται σκαλωμένος σε απότομο βράχο και κινδυνεύει να τσακιστεί:
«Έλα λίγο δεξιά, έχει πλάτωμα. Συγνώμη που δε σου δίνω το χέρι, αλλά μόλις τα έπλυνα»

'Οταν κάποιος γκρινιάζει ότι του λείπεις:
"Τον Μανώλη που τον αγαπάω, εχω να τον δω 6 μήνες"

buzz it!

Η επανάσταση της σιωπής



Είναι φορές που οι σκέψεις δεν πειθαρχούν στις λέξεις.


Νομίζεις πως αν καθίσεις μπροστά στο τετράδιο (τώρα στον υπολογιστή) θα βγουν όλες πειθήνιες και θα συνταχθούν, θα στοιχίζονται φρόνιμα η μια πίσω απ την άλλη, κι όλες μαζί θα αποδώσουν το υψηλόν-νομίζεις-νόημα που περικλείεται στις σκέψεις σου. Και τρως τα μούτρα σου. Όσο οι λέξεις κατέρχονται κι εμφανίζονται μπροστά σου, συνειδητοποιείς πως δεν υπάρχει κανένα νόημα, πόσο μάλλον εκείνο το «υψηλόν».
Είναι η επανάσταση της σιωπής.
Όσο κι αν δεν πιστεύεις στη σιωπή, όσο κι αν ξέρεις καλά πως σπάνια υποκρύπτει κατανόηση και συνηθέστερα σημαίνει αδυναμία και παραίτηση, αυτές τις στιγμές της επανάστασής της δεν μπορείς να τις πολεμήσεις. Το βλέπεις στις λέξεις σου, που λένε τελείως διαφορετικά πράγματα από αυτά που λένε οι σκέψεις σου.


Οι σκέψεις αρνούνται να τυποποιηθούν, να βγουν από το κεφάλι, να εκφραστούν. Πόσο μάλλον να τις επικοινωνήσεις. Κι έτσι μιλάς γι αυτή τη δυσχέρεια, όχι για τις ίδιες. Εκείνες επιλέγουν το ανέκφραστο για να παραμείνουν δικές σου, φοβούνται πως αν εκτεθούν στον κόσμο θα πεθάνουν, ναι, φοβούνται το θάνατο μερικές φορές οι σκέψεις και φωλιάζουν, κλείνουν τα μάτια και προσεύχονται να υπήρχε κάτι να προσευχηθούν, γίνονται ικέτιδες, ντροπιασμένες ζητιάνες, σημαδεμένοι φορείς της επανάληψης και της εμμονής, αρρωσταίνουν και ψάχνουν το φάρμακο στο ανείπωτο.


Κι εσύ κάνεις γκλουπ και τις καταπίνεις, φτύνοντας γραμματική και συντακτικό, παράγεις ήχους και σημεία που σχηματίζουν νέα νοήματα, αλλά κανένα δεν τις περιέχει.
Και τότε εύχεσαι αυτή η επανάσταση να μη σου φέρει Ροβεσπιέρους. Σιωπηλά.

buzz it!

Γιατί;

Επειδή δε μπορώ να μην πω τις ιστορίες. Θα μεταφέρω εδώ και όσες εχω κατά καιρούς αναρτήσει αλλού. Μήπως και πάψω να τις χάνω. Αυτες δε λενε να με χάσουν, αντίθετα πληθαίνουν με κάθε μου αδυναμία να τις ζήσω.

buzz it!