Έτσι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα


Θυμάμαι τη μέρα που μίλησε ο Ταμπούκι στη Στοά του Βιβλίου.

Ήταν Οκτώβριος μιας χρονιάς δόξας και κλέους, οι Ολυμπιακοί είχαν γίνει πριν λίγους μήνες με επιτυχία, η λωρίδα ταχείας ολυμπιακής κυκλοφορίας δεν είχε ξεθωριάσει ακόμα στην Κηφισίας και όλα κόστιζαν πολύ ακριβά. Αλλά ο χρόνος παρήχετο, ακόμα, αφιλοκερδώς. Είχαμε καιρό.


Θυμάμαι ότι έτυχε να πάω να δω την ομιλία του Ταμπούκι γιατί μόλις είχα τελειώσει τον Τριστάνο που πέθαινε, και πεθαίνοντας αναρωτιόταν αν το σήμερα άξιζε τις θυσίες του παρελθόντος. Έλα μου ντε, θα σφύριζε κάποτε το μέλλον. Ο Τριστάνος βέβαια δεν ήταν Περέϊρα, δεν έκανε την προσωπική του επανάσταση ενάντια σε κάποια δικτατορία, που ακόμα κι αν δεν ήταν πραγματική όπως του σαλαζάρ, ήταν εντούτοις μια εξωπραγματική δικτατορία. Βέβαια είχε την τύχη να βιώσει μια χάρτινη ζωή και να πεθάνει προτού το δόγμα του σοκ ανατείλει στο στερέωμα.

Ελεγα λοιπόν ότι θυμάμαι τη μέρα που πήγα να δω την ομιλία του Ταμπούκι, και το θυμάμαι αυτό γιατί χτες ο Ταμπούκι πέθανε, 8 χρόνια μετά από τον Τριστάνο και μετά από την εποχή της αθωώτητας. Καλό ταξίδι φίλε.

Αλλά δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Βέβαια σήμερα, δεν έχει πια σημασία αυτό αλλά τι ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.
Να ο ορισμός της ανελευθερίας.

Θυμάμαι λοιπόν μια ομίχλη που περιλαμβάνει τον έρωτα και το θάνατο και την ανάσταση. Θυμάμαι να γεννιούνται μια κόρη κι ένας γιος. Θυμάμαι την τελευταία ηλιαχτίδα της Αμοργού κι ένα κοτέτσι στη Νάξο. Θυμάμαι τα πέτρινα της Ευδοκίας στους Αρκιούς κι ένα μπουκαλάκι γεμάτο βότσαλα. Θυμάμαι έναν άντρα γυμνό στο μπαλκόνι να σκέφτεται αν θα ζει σε λίγα λεπτά και θυμάμαι λίγα λεπτά να περιμένουν μια γυναίκα που κοιτούσε έναν άντρα γυμνό δαγκώνοντας τις πέτσες των νυχιών της ν αποφασίσει. Θυμάμαι την ελευθερία σαν θερινό σινεμά και σαν μουσική του Κοέν σε ένα σοκάκι της Ύδρας.

(Έπειτα επεμβαίνει ο θαλασσινός ταξιτζής της Ύδρας και μου χαλάει την ανάμνηση ζητώντας ακατέβατη την ταρίφα)

Θυμάμαι όσα μπορεί να θυμάται κανείς πού έχει τσούξει τσίπουρα, μια φορά θυμάμαι μ αγαπούσες, θυμάμαι ότι το παπούτσι το πρωτοείπε παπάτσι, θυμάμαι τους καπνούς ομίχλες και τα τσιγάρα βαριά, και ξαφνικά θυμάμαι ένα καρδιογράφημα και δέκα φίλους έξω από το χειρουργείο. Θυμάμαι που όλοι είχαμε λεφτά, όχι απαραίτητα πολλά λεφτά, αλλά θυμάμαι που γελούσαμε, και μπορεί να λένε πως τα λεφτά δεν ε΄χουν σημασία αλλά ξέρετε, είχαν, γιατί δε γελάει κανείς όταν πεινάει, και όταν δεν πεινάει σημαίνει ότι έφαγε, κι όσο δε σφάζουμε εμείς τις κότες τα κοτόπουλα κοστίζουν, αρα ναι, έχουν μια κάποια σημασία, θυμάμαι που γελούσαμε που λες και που διαβάζαμε πολύ και βγαίναμε στα μπαρ και στα ξενύχτια κι ίδρωναν οι παλάμες κι ανάσαινε η ψυχή, κι έπειτα πάλι θυμάμαι που ξαφνικά έπιασε κρύο και δεν είχαμε πετρέλαιο κι ανάβαμε φωτιά στη σόμπα, αλλά αυτή η φωτιά δεν συγκροτούσε εστία, για κάποιο λόγο αν και ζέσταινε δεν έφτανε στο κόκκαλο η ζέστη, θυμάμαι κάποιον κάποτε που είπε σε έναν άλλον πως δεν είναι το κρύο που σε κάνει να υποφέρεις αλλά η απουσία ζεστασιάς, θυμάμαι ότι ανήκαμε κάποτε κάπου, υπήρξαμε, αν δεν ήταν όνειρο, ένα σύνολο που κάποτε μπορούσε να ενωθεί,

μα δε θυμάμαι τι ισχυρίστηκε ο Περέϊρα.
Δε θέλω να μάθω τι ισχυρίζεται ο Πρετεντέϊρα.

Θέλω να ενωθώ ξανά με τη ζεστασιά του να επιλέγεις το άγνωστο, τον δύσκολο δρόμο, από τον γνωστό, περπατημένο, δούλιο δρόμο.
Θέλω να μουτζώσω κι εγώ στις παρελάσεις, τους τραπεζίτες Σαλαζάρ και τις πολιτικές τους μαριονέτες.
Θέλω να μη με νοιάζει που η καρδιά μου είναι πια ασθενική και να μπουκάρω ξανά στα δακρυγόνα κι ας σπάσει.
Θέλω να ερωτεύομαι πέτρες και φωτιές.
Θέλω να ρωτάω, όπως ο Τριστάνος, αν είχε πράγματι αξία να θυσιαστούνε τόσοι πρόγονοι για τέτοιους απόγονους.
Θέλω να ελπίζω πω κάποιες αναλαμπές της μνήμης, θα μου θυμίσουν μια μέρα πως...

"Κι αν αυτοί οι δύο νεαροί επαναστάτες, ισχυρίζεται ότι είπε ο Περέιρα, έχουν δίκιο; Αυτό θα το αποφασίσει η Ιστορία και όχι εσείς, κύριε Περέιρα, είπε ήρεμα ο δόκτωρ Καρντόζο. Ναι, είπε ο Περέιρα, αν όμως έχουν δίκιο εκείνοι, η ζωή μου δεν θα έχει νόημα, δεν θα έχει έννοια το γεγονός ότι σπούδασα στην Κοΐμπρα και ότι πίστεψα ότι η λογοτεχνία ήταν το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, δεν θα έχει νόημα ότι διευθύνω την πολιτιστική σελίδα αυτής της απογευματινής εφημερίδας στην οποία δεν μπορώ να εκφράσω τη γνώμη μου, και όπου πρέπει να δημοσιεύω γαλλικά διηγήματα του δέκατου ένατου αιώνα, δεν θα είχε τίποτα έννοια πλέον, κι είναι γι' αυτό που θέλω να μετανοήσω, σαν να ήμουν ένα άλλο άτομο και όχι ο Περέιρα που έκανε πάντα τον δημοσιογράφο, σαν να πρέπει να απαρνηθώ κάτι από τη ζωή μου".

Και θέλω πανω απ όλα τα παιδιά μου να μη μου πούνε κάποια μέρα,

μπαμπά, έτσι  ισχυρίστηκε ο Πρετεντέϊρα.

buzz it!

4 σχόλια:

Τσαλαπετεινός είπε...

Χαίρομαι πολύ που είσαστε εδώ.

Σελιτσάνος είπε...

Μην θορυβείστε.Αν σας πουν τέτοιο πράγμα τα παιδιά σας θα πει ότι έχουν αναπτύξει ενδιαφέρουσα αίσθηση χιούμορ.(Αυτή η αισιοδοξία θα με καταστρέψει!)

dirdawuth είπε...

Κάπου έχασα το μίτο αλλά παρ'όλα αυτά το βρήκα πολύ όμορφο.

Ανώνυμος είπε...

Εγώ, πάλι, νομίζω πως ειναι απο τα πιο ζεστα σου κείμενα. Κι αν θυμαμαι καλα, ειχε ερθει του Αγιου Δημητριου, το '04.