Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το σημάδι του Αβελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το σημάδι του Αβελ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Το σημάδι του Αβελ 25

Σκόρπιες σκηνές και εικόνες. Αυτό απομένει από τα χρόνια που πέρασαν, που ξοδέψαμε ματώνοντας ο ένας τον άλλον. Εικόνες και πόνος, σουβλιά στο στήθος. Εικόνες και λέξεις, πολλές λέξεις. Όπως εκείνες στα ποιήματά σου. Που μου τα έκρυβες… Στα ποιήματά σου λοιπόν εγώ έκανα ανατομία. Θα σου πω πως συνέβη. Όταν τα εντόπισα στο ιντερνέτ καφέ, την ίδια κιόλας ημέρα που μου αποκάλυψες ότι έγραφες ποίηση σε μια ιστοσελίδα χωρίς να μου πεις σε ποιά, έψαξα και σε βρήκα. Σε βρήκα χωρίς καμιά πληροφορία ανάμεσα σε εκατομμύρια ιστοσελίδες. Ούτε κι αυτό το εξέλαβες ως κάτι σημαντικό. Το υποβάθμισες, το θεώρησες εύκολο. Τα εκτύπωσα όλα. Δεν θυμάμαι πως πλήρωσα, πως βρήκα ταξί, πως κατέληξα στο ξενοδοχείο, μάζεψα τη βαλίτσα μου κι έφυγα για το αεροδρόμιο. Δε θυμάμαι πόση ώρα περίμενα, τι συνέβη στη διάρκεια της πτήσης, πότε φτάσαμε στην Αθήνα και πως κατέληξα στο μικρό γραφείο μου στο κέντρο. Πόσο αλάτι έχω χύσει για σένα… Ναι, το ίδιο εκείνο απόγευμα, σχεδόν 2 χρόνια από το τελευταίο μας ιδιωτικό αντάμωμα, πήρα την πτήση της επιστροφής κι ακύρωσα το ξενοδοχείο παρότι είχα προγραμματίσει να μείνω το βράδυ, με σκοπό να επιδιώξω να σε ξαναδώ την επομένη. Αλλά στη σκέψη πως βρισκόμουν τόσο κοντά σου χωρίς να έχω το δικαίωμα να σε αναζητήσω, και πως αν ήθελα να σε δω θα έπρεπε να παραβώ τον όρκο μου να μη σε ξαναπλησιάσω, τον όρκο που ουσιαστικά με υποχρέωσες να λάβω για να δεχθείς να μου μιλάς έστω στο τηλέφωνο, τρελαινόμουν. Είχαμε φτάσει στην εποχή που μου απαγόρευες να σε πλησιάζω, παρότι είχες ήδη χωρίσει. Τώρα πια δεν ήμουν η τύψη για την απιστία σου, αλλά ένας άνθρωπος που δεν ήθελες ανεξάρτητα από τον άντρα σου. Αν είχες να επιλέξεις ανάμεσα σε 100 άντρες, σίγουρα θα ήμουν ο τελευταίος. Είχα προβιβαστεί στο μίσος… Ήθελα να μη μπορώ να καταστρέψω ξανά όσα σου είπα, να μη μπορώ να ξεφτιλιστώ άλλο από την αδυναμία μου να ζήσω πολύ καιρό χωρίς να σε ακούσω, να μη σε πλησιάσω ακόμα κι αν οι σειρήνες με τρέλαιναν με το τραγούδι τους. Να σε αφήσω ήσυχη. Έπρεπε να εγκαταλείψω το Βερολίνο αμέσως. Μη με κακίσεις που δεν σε ειδοποίησα ότι θα έφευγα και δεν σε χαιρέτισα. Αν όμως σε έβλεπα εκείνη τη στιγμή και δεν με κοίταζες με την αγάπη που ποθούσα να εντοπίσω στο βλέμμα σου, έστω και μια υποψία της απαξίωσης αν διέκρινα μέσα σου, φοβάμαι δεν θα το άντεχα πια. Μπορούσα μόνο να επιστρέψω σπίτι και να χωθώ στις σκέψεις σου. Κατάφερα να μην χαθώ στις λέξεις σου μέσα στο αεροπλάνο, επιθυμούσα να τις αγκαλιάσω, να τις πιω αργά, πολύ αργά, να μεθύσω λέξη στη λέξη. Ναι, σου παραδόθηκα. Για μια ακόμα φορά. Έφτασα λοιπόν στο γραφείο μου αφού δεν ήθελα να μείνω σπίτι και η Αλεξάνδρα με νόμιζε στη Γερμανία και τα διάβασα πολλές φορές. Με έκοψε κρύος ιδρώτας. Ξενύχτησα με τις σελίδες στο χέρι. Τις μύριζα και τις χάιδευα. Το μικρό λυόμενο κρεβάτι μου έγινε χάρτινο καίκι που ιδιώτευε σε ανερυθρίαστα νερά. Σκεπάστηκα με σένα και κοιμήθηκα τα χαράματα αγκαλιά σου. Πρέπει να διάβασα 15 φορές το καθένα. Νομίζω πως τα θυμάμαι πια απέξω. Πόσο σε μίσησα! Τόσον καιρό μου έλεγες ψέματα. Τάχα εσύ δε μπορούσες να γράψεις, οι ιδέες σου ήταν μπερδεμένες σε ένα ντελίριο σφιχτοπλεγμένων κλωστών μέσα στο κεφάλι σου, η έκφρασή σου ήταν ασαφής, οι ιδέες σου του συρμού... Κατόπιν χώρισα τις φωτοτυπίες σε 4 τμήματα. Στο πρώτο, έβαλα όλα τα ποιήματα γενικού περιεχομένου. Στο δεύτερο όλα όσα εμφανώς έγραψες για τον Μάρτιν. Ναι, φαινόταν όλη η αγάπη και το αδιέξοδο της σχέσης, φαίνονταν οι παντόφλες, η ατολμία, ο πόνος, το αναπόφευκτο. Αλλά δε θα σου κάνω την κριτική μου στο ύφος. Στο 3ο τμήμα, άφησα όσα ποιήματα ήμουν απολύτως σίγουρος πως απευθύνονταν σε μένα. Δεν ήταν και λίγα. Βέβαια τα περισσότερα πικρά, όμως γέλασα όταν θυμήθηκα πόσο παιδικά με διαβεβαίωσες αργότερα, όταν έμαθες πως σε βρήκα, πως μονάχα ένα μου ανήκε. Μα πόσο κοριτσίστικος τρόπος! Εκείνη τη στιγμή με έσωζες, κατανοούσα πως τουλάχιστον πριν φτάσουμε στην τελευταία αναμέτρηση με αγαπούσες και πονούσες κι εσύ που πονούσα τόσο αλλά δεν μου το έδειχνες, ότι δε με λυπόσουν μονάχα όπως νόμιζα, ότι δεν είχα γίνει ακόμα το σκυλάκι σου. Κι εσύ είχες εκνευριστεί που τα είχα δει! Δεν ήθελες! Μου έκανες το μεγαλύτερο δώρο: με έκανες να σε ψάξω και να σε βρω. Με απάλλαξες από την καταστροφική αυτολύπηση δείχνοντάς μου πως τόσον καιρό με νοιάζεσαι και με πονάς, και μετά στεναχωρήθηκες ότι απέκτησα το πάνω χέρι; Επειδή το κατάλαβα; Ας μην ξεφεύγω όμως. Στο 4ο τμήμα, απόθεσα όσα ποιήματα ήταν εμφανώς ερωτικά, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω, με απόλυτο τρόπο όπως στα άλλα, σε ποιόν ανήκε η «πατρότητα». Κανένα από αυτά δεν ήταν του Μάρτιν, αυτό ήταν αρκετά πιθανό. Ήταν, όμως «δικά» μου; Η μανία σου να χρονολογείς τις γραφές σου, μου έδειχνε ότι στη διάρκεια του ίδιου διαστήματος που εμείς σκοτωνόμασταν και πυορροούσαμε, εσύ πονούσες, ζήλευες και σκεφτόσουν κάποιον άντρα που σίγουρα δεν ήταν ο Μάρτιν, αλλά ίσως να μην ήμουν ούτε εγώ. Τον σκεφτόσουν ακόμα και το Πάσχα, που πήγατε το ταξίδι στην Κορσική. Περνούσε σαν κομήτης από το μυαλό σου. Τον έβλεπες συνεχώς για μέρες στα όνειρά σου, να μιλάτε στο τηλέφωνο όπως κάναμε εμείς, να διακρίνεις από τον τόνο της φωνής του αν ήταν εκνευρισμένος ή γαλήνιος. Ήμουν, όμως, εγώ; Η ζούσα μια ακόμα φαντασιοπληξία; Πότε έλεγες αλήθεια; Τότε που διαβεβαίωνες πως δεν υπήρξα και τίποτα σπουδαίο τελικά ως εραστής στη ζωή σου ακόμα κι αν εξαιρούσες την ιδιάζουσα μορφή της σχέσης μας, ή τον εαυτό σου να δηλώνει στους άγνωστους ότι αγαπάει ακόμα κάποιον που αρνείται, με τα λόγια του; Μπορείς άραγε να καταλάβεις πως με έκανε να αισθάνομαι η 4η σειρά των ποιημάτων; Τι θα σήμαινε για μένα αν υπήρχε και τρίτο πρόσωπο στην ιστορία, ενόσω εγώ πάλευα να σε ξανακερδίσω κι εσύ με αρνιόσουν με όλη σου τη δύναμη; Πόσο χαμηλά αυτή η σκέψη με κατέβαζε; Αν τα πράγματα ήταν έτσι, τότε δεν διέφερες και τόσο από μένα. Ήσουν κι εσύ ένας άνθρωπος με πολλά πρόσωπα και μυστικά, μόνο που δεν ήθελες να το παραδεχτείς. Ναι, αν ήταν έτσι θα μπορούσα να συνεχίσω να σε αγαπάω ακόμα πιο αδερφικά από πριν, να νοιώθω την οικειότητα στον τρόπο της σκέψης σου. Γιατί δεν πίστευα πως, ακόμα κι αν υπήρχε τρίτος άνθρωπος, με χειρίστηκες όπως με χειρίστηκες με σκοπό να με καταστρέψεις. Πίστευα πως αντίθετα, το έκανες για να με προφυλάξεις από ακόμα μεγαλύτερο πόνο. Όμως κάτι μέσα μου, η ματαιοδοξία πιθανότατα, με έσπρωχνε να αποδεχθώ πως δεν υπήρχε τρίτος, και πως η 4η σειρά ποιημάτων έπρεπε να διαμοιραστεί στις άλλες δύο. Και κάποια να ενωθούν με την τρίτη, μου «ανήκαν» κι αυτά. Αναλογιζόμενος αυτή την περίπτωση, ανατρίχιασα. Γιατί τότε μεγάλο τμήμα από ποιητική σου συλλογή είχε ως κινητήρια δύναμη τη δική μου σκέψη. Και τόσον καιρό που τρώγαμε τις σάρκες έπαιζες τη σκληρή επειδή πίστευες πως έτσι θα ξεπερνούσα κάποτε την εμμονή μου, το πένθος μου. Παρίστανες την ασυγκίνητη ενώ μέσα σου πονούσες κι εσύ. Μα θέλω να σου τα πω στον ενεστώτα, σα να σε έχω απέναντι. Κι ας πέρασε ο καιρός. Είναι κι αυτός ένας τρόπος να σε νοιώθω κοντά μου. Δεν είσαι βεβαία γι αυτό που κάνεις, στο λένε τα όνειρα και οι κομήτες. Γιατί δε μπορεί να είσαι τόσο τυφλή που να μην το καταλαβαίνεις αυτό που νοιώθεις, ενώ γράφεις αρκετά σου ποιήματα με το μυαλό σε μένα. Άρα το κατανοείς, μα το υποβαθμίζεις, εμμένεις στην τακτική σου πιστεύοντάς τη για σωστή, ενώ οι αισθήσεις σου ήδη σου πάνε κόντρα και σε βεβαιώνουν πως έχει δίκιο ο Σέξπιρ τελικά, κι υπάρχουν πολλά περισσότερα σ αυτόν τον ουρανό κι αυτή τη γη από όσα μπορούμε να προσεγγίσουμε με τη λογική. Γίνεσαι καρτεσιανή, και παρότι σε ένα σου ποίημα απορρίπτεις ευθέως τον μανιχαισμό, στην ουσία το κάνεις μόνο στα λόγια ενώ στη ζωή σου ακολουθείς αυτήν ακριβώς την λογική: δεν με δέχεσαι όπως είμαι, με τα καλά και τα κακά, σημαδεμένο απ το αίμα σου, μεταφυσικά δικό σου. Δεν προσπαθείς να με εντάξεις στο βαθμό που είναι εφικτό στη ζωή σου, να διαχειριστείς τα θέλω μου έτσι που να ταιριάζουν που και που με τα δικά σου, να αποδεχτείς πως δεν επιλέξαμε αυτό που μας συνέβη, αλλά τώρα επιλέγουμε πως θα χειριστούμε την πρόσκρουσή του επάνω μας. Με θες είτε υποταγμένο και φρόνιμο, είτε μακριά σου. Μέση λύση δε βλέπεις. Δε μπορώ να συνεχίσω να είμαι αυτός που είμαι αν είναι να βρισκόμαστε, λες. Πρέπει να χωρέσω στο κουτάκι, έτσι όπως το έχεις φανταστεί. Αρνείσαι να με βγάλεις από εκεί. Με αντιμετωπίζεις μονάχα σαν κάποιον είτε απόλυτα καλό, είτε απόλυτα κακό. Κι όμως, οι αποχρώσεις των σκιών μας έχουν ήδη σημαδέψει…

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 24

Η φιλοσοφία ενός ανθρώπου δε διαφέρει από τη βιογραφία του. Πρόκειται περί μιας ταυτολογίας, αν σκεφτεί σοβαρά κανείς αυτή τη φράση του Νίτσε. Αλλά πόσο δύσκολη να την κατανοήσεις. Όποια κι αν είναι η δεδηλωμένη φιλοσοφία σου, ο ίδιος ο βίος χαράζει την πραγματική. Στα σχεδόν τρία χρόνια που ακολούθησαν απέδειξα στον εαυτό μου πως η φιλοσοφία μου για τον έρωτα απλά δεν υπήρχε. Δεν είχα καμιά. Νόμιζα ότι ήξερα, αλλά δεν είχα ιδέα. Όσα πίστευα για τα όρια της κατρακύλας ενός άντρα πριν από εσένα, κατέρρευσαν σταδιακά. Όσα μου φαινόταν αδιανόητο πως θα μπορούσα να πράξω ποτέ, τα έπραξα στο πολλαπλό. Όσα ειρωνευόμουν στους άλλους τα λούστηκα. Όλες μου ανεξαιρέτως τις πεποιθήσεις για το πώς πρέπει να διαχειρίζεται η αξιοπρέπεια μια ερωτική αποτυχία τις βρήκα σκοτωμένες ύπουλα από εμένα τον ίδιον. Έλεγα διαρκώς πως δε μπορούσε να πάει πιο κάτω και πάντα αποδεικνυόταν πως υπήρχε κι άλλη κατάβαση. Στην αρχή, η απόφασή σου να διακόψουμε μαχαίρι την ερωτική μας επαφή μου ήταν αδιανόητη. Πώς να στο εξηγήσω; Κατανοητή, αποδεκτή, σεβαστή, αλλά αδιανόητη, αδύνατη, ανέφικτη, δεν μπορεί να το εννοείς αυτό που λες, δεν μπορεί να κλειδώνεις από τη μια μέρα στην άλλη ένα πραγματικό συναίσθημα, δεν είχα ζωή χωρίς εσένα, ξαφνικά δε χάθηκε μόνο η μισή μου χαρά, αλλά ολόκληρη. Έριξα όλη μου την δύναμη στην προσπάθεια να σε μεταπείσω. Δεν ξέρω αν είναι δίκαιο ή όχι, αλλά έτσι ακριβώς όπως ήμουν ολόκληρος μέσα στο μισό μου κομμάτι που σου δινόταν, μόλις επλήγη το ήμιση, η αρρώστια εμφάνισε μετάσταση στο σύνολο κι έτσι ολόκληρος πάλι υπέφερα. Δε μπορούσα να φανταστώ πια τον εαυτό μου μακριά σου. Δε μπορούσα να εισπράξω χαρά από πουθενά, ούτε από τα παιδιά ακόμα. Κι αυτό, εκτός από εξοργιστικό, με έκανε και να ντρέπομαι, να πλαταγίζουν τα φτερά τους οι ερινύες και να με στέλνουν ακόμα πιο βαθιά στο πηγάδι της διαρκούς μου κατάδυσης. Έτσι δέχθηκα να βρισκόμαστε φιλικά ενώ αυτό που θα έπρεπε να κάνω ήταν να σε ξεχάσω, μόνο και μόνο γιατί μου ήταν αδύνατο να περάσω πολύ καιρό μακριά σου, να μη μαθαίνω πια τα νέα σου, να μην ανασαίνεις κοντά μου. Μα πως ξεχνάει κανείς; Πως το κάνουν; Πως; Από την πρώτη κιόλας ημέρα της απουσίας σου, η μορφή σου έγινε ο καινούργιος μου ανέφικτος τόπος: ενώ ως τότε βρισκόμουν εκεί που ήθελα, από εκεί και στο εξής η μισή μου Ιθάκη είχε χαθεί. Έλεγα στον εαυτό μου για να διασκεδάζω τη θλίψη πως στην ουσία ήμουν κι εγώ ένας άνθρωπος σαν όλους τους πραγματικά αφοσιωμένους, απλά μου χρειάζονταν δυο γυναίκες ν’ αφοσιωθώ. Και δεν ήταν τόσο κωμικό όσο ακούγεται. Ένοιωθα με τρόπο αμετάδοτο, πως τόσον καιρό σε πληρότητα, η καρδιά μου είχε επιτέλους εντοπίζει το μυστικό κλειδί της ευτυχίας, το στήριγμα της «παράστασης» που, κατά τον Σοπενχάουερ πριν από μένα, είναι η ζωή. Όσο λειτουργούσε η σχέση μας ένοιωθα την πληρότητα της ευτυχίας παντού. Τώρα βρισκόμουν πάλι έρμαιο των ανέμων, μα αυτή τη φορά η θέση μου ήταν ακόμα χειρότερη γιατί δεν τους ήθελα πια τους ανέμους, με είχαν κουράσει, την Ιθάκη ήθελα, το λιμάνι που με ξέδενε απ τους κάβους και με παρέδιδε ξανά στο πέλαγος. Κι ένοιωθα σα να έχει επέμβει ένα πέτρινο πελώριο χέρι και να την έχει τσακίζει στα δυο, υφαρπάζοντας από τη θάλασσα το δεύτερο κομμάτι της, μαζί με τη σπηλιά του Εύμαιου. Και την Πηνελόπη. Μου είχε πάρει και την Πηνελόπη… Ηταν εκεί, πάντοτε δίπλα μου, πάντοτε ολοκληρωτικά αθώα, πάντα με την άλω στη μορφή της. Μα δε μπορούσα να την αγκαλιάσω, σαν αντικατοπτρισμός που όσο πλησίαζα απομακρυνόταν. Πόσο ντρεπόμουν… Πόσο ευτελής ένοιωθα… Και πόσο πάνω από τις δυνάμεις μου ήταν η αμνησία. Σε μένα, που το μυαλό μου έπαιζε παιχνίδια και ξεχνούσα συχνά και σημαντικά πράγματα, τώρα το παιχνίδι είχε αντιστραφεί και ο ίδιος ξεχασιάρης εγκέφαλος αρνιόταν να κακολειτουργήσει με εσένα, δεν μπορούσε να ξεχάσει ούτε την πιο σύντομη ανταύγεια του φωτός στα χείλια σου. Κουτσός και μονόχειρας με μηχανική καρδιά, έτσι ένοιωθα. Το ειρωνικό ήταν πως, στο τέλος-τέλος, όφειλα να ευγνωμονώ: θα μπορούσα να μην έχω καθόλου μέλη κι η καρδιά να μη χτυπά. Και το ήξερα. Και δε μου έλεγε τίποτα ανακουφιστικό. Τον πρώτο χρόνο κατόρθωσα, με την επιμονή μου και το δικό σου συναίσθημα ακόμα μπερδεμένο, να αποσπάσω ακόμα δυο φορές τον έρωτά σου. Σε πίεζα διαρκώς να χωρίσουμε σιγά-σιγά, να μην γίνεις πληγή αγιάτρευτη στα σωθικά μου, αφού έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα εσύ ξενέρωσες ακριβώς τη στιγμή που το δικό μου συναίσθημα θέριευε για τα καλά. Τελείως ανάποδα. Σου έλεγα πως αν με αγάπησες πραγματικά δεν μπορείς να με σκοτώσεις, αφού μακριά σου υπήρχε ο θάνατος. Κι εσύ με κατανοούσες, αλλά αρνιόσουν. Σε υπερέβαινε, έλεγες. Έλεγες πως σε όλη σου τη ζωή δεν είχες κάνει έρωτα με άντρα αν δεν το επίτασσε ταυτόχρονα η καρδιά σου και το σώμα, και τώρα οι παλμοί είχαν σταματήσει. Δεν ένοιωθες τη λαχτάρα μου πια, όσο κι αν συμμεριζόσουν την άχαρη θέση μου. Σαν γνήσια μοιραία γυναίκα, χρησιμοποιούσες τη σιωπή και την απόσταση για να αντιμετωπίζεις την πολυλογία και τις προσεγγίσεις μου. Και κάθε φορά που κατόρθωνα να σε φέρω λίγο κοντά μου, να αγκαλιαστούμε κι ίσως να φιληθούμε, στην επόμενή μας συνάντηση είχες ξαναχτίσει τον τοίχο, έπρεπε ξανά να σκάψω την τρύπα μου, κι αυτό συνεχιζόταν για καιρό, και τσακωνόμασταν και ξαναφιλιώναμε, αλλά πάντα φτάναμε μέχρι ένα σημείο πριν από τον έρωτα, ποτέ την κρίσιμη στιγμή δεν ξανανέβαζες εκείνο τον διακόπτη, κι είχε γίνει πια η ζωή μας μανιέρα με ένα βήμα μρπος και δυό πίσω, με λίγες στιγμές συμφιλίωσης και πάμπολλες χτικιώματος κι απελπισίας. Εκατέρωθεν. Παρόλα αυτά, μου δόθηκες ακόμα δυο φορές, τιμής ένεκεν υποθέτω αφού το τι ένοιωθα εγώ δε σε ένοιαζε και τόσο. Η δεύτερη φορά μάλιστα ήταν από τις πιο δυνατές ανάμεσά μας, αφού με κάποιον τρόπο που έκτοτε δεν ξαναήλθε, είχες κατορθώσει να απαλλαγείς για λίγο από την άρνηση και να απολαύσουμε αυτό που εξ αρχής μας έδεσε, το σφυρηλάτημα των ιδρωμένων μας σωμάτων. Απόλαυσες τον έρωτα όσο κι εγώ εκείνη την, όπως νομίζαμε, τελευταία φορά. Κι είπες τότε πια πως τώρα τέλειωσε, τώρα θα μέναμε φίλοι. Κι εγώ έτσι πίστεψα. Αλλά δεν είχαμε φτάσει ακόμα στον πάτο. Ήμασταν πολύ ψηλότερα από όσο νομίζαμε. Αλλά το καίριο χτύπημα, αυτό που ακόμα τότε δεν κατανοούσα αφού μόλις ξεκινούσε, ήταν ότι εξ αφορμής του δράματός μας, διερχόμουν σε αυτό που λέμε κοινά «κρίση της μέσης ηλικίας». Δεν το καταλάβαινα έτσι που συνέβαινε μέρα τη μέρα και με τραβούσε αργά και βασανιστικά προς την καταστροφή. Αν έβλεπα τον καθρέφτη μου; Δε θα μου έδειχνε έναν άντρα 41 ετών, παντρεμένο χρόνια, πατέρα δυο παιδιών, που μόλις έχει γράψει το πρώτο του βιβλίο και τώρα καταξιώνεται στο χώρο της μετάφρασης, να συνειδητοποιεί ταυτόχρονα την έναρξη της φθίνουσας πορείας του προς το θάνατο, τη ματαίωση του αρσενικού του στοιχείου, το συγγραφικό μπλοκάρισμα, να μην έχει μυαλό για μεταφράσεις, να αντιμετωπίζει αμήχανος τα παιδιά του και να μη μπορεί να χαρεί τη γυναίκα του που λατρεύει, κι ούτε καμιά χαρά να απολαμβάνει στη ζωή του, εξαιτίας ενός χαμένου έρωτα; Κι επιπλέον, μιας ξανα-απωλεσθείσας αδελφής; Πως θα όριζες εσύ την κρίση ηλικίας αν όχι έτσι Λίζα; Ξαφνικά, μετά από τη δεύτερη εκείνη φορά που σου απέσπασα την ηδονή, πέρασε ένα διάστημα σχετικής νηνεμίας και πάλι επιστρέψαμε στην αντιπαράθεση, τα απερίγραπτα μάτια σου, τα ίδια μάτια που εσήμαιναν λατρεία, άρχισαν να μου στέλνουν την παγερή του θάνατου ματιά

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 23

Εκατοντάδες φορές στα χρόνια που πέρασαν, σκέφτηκα πόσο σε χάλασα εκείνη τη νύχτα. Έχω τόσο πολύ μετανοιώσει που δεν έχει νόημα να σου πω πως μπήκα στο πετσί σου. Εκ των υστέρων… Από τη δική σου πλευρά, ανεξοικείωτη όπως ήσουν με τέτοιες ερωτικές πρακτικές και αδιάφορη για άλλα γυναικεία σώματα, η νύχτα εκείνη, και ο άγαρμπος τρόπος που συμπεριφέρθηκα, επέφερε το ράγισμα. Σου ήταν αδύνατον, όπως κατάλαβα ευθύς αφού ξεμέθυσα, να δεις αυτή τη συμπεριφορά όπως την έβλεπα εγώ. Σα να ζητούσα από τον κάτοικο του κόσμου δύο διαστάσεων σε κείνη την υπέροχη νουβέλα του Αμποτ να κατανοήσει την έννοια του ύψους. Στο κάτω-κάτω κάτι τέτοιο ήταν άγνωστη γη για σένα, ενώ για μένα γνώριμος τόπος. Ένοιωσες να σε ευτελίζω. Το σεξ ενδύθηκε τη ντροπή. Ξύπνησες εκείνη τη στιγμή εκπεσούσα οριστικά από τον παράδεισο. Φόρεσες το φύλλο της συκιάς. Δεν ήταν πια δικό μας, μόνο δικό μας αυτό που είχαμε. Σε συνδυασμό με τις τύψεις, δια μιας ο ρομαντισμός και η αθωότητα στη συνενοχή μας γκρεμοτσακίστηκαν, κατέρρευσαν, έγιναν πύργος από τραπουλόχαρτα συναισθημάτων που αποδεικνύονται κακοστημένα,, τι έρωτας μοιραίος είναι ετούτος που με εξωθεί σε ξένες αγκαλιές, σκεφτόσουν, τη μοναδική φορά που απάτησα τον άντρα μου. Μου είπες αργότερα ότι αν ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο στη ζωή σου δε θα ήμουν εγώ, αλλά ο Μάρτιν που θα το ζούσε. Πως τόλμησα; Δικαίως. Επέτρεψέ μου όμως ακόμα και τώρα που σου γράφω να μη μπορώ να αποφασίσω πως θα αντιμετώπιζες εκ των υστέρων το ίδιο γεγονός, αν στη θέση της Κάτιας ήταν ένας φίλος μου αγαπημένος. Θα μπορούσα να είχα προτείνει στον Στέλιο να μας συνοδεύσει εκείνο το βράδυ. Ο Στέλιος, αδελφικός φίλος, είναι επίσης κοινωνός μερικών εμπειριών του είδους. Σε κάποιες μαζί μου. Θα μπορούσα να τον είχα προσκαλέσει και σε διαβεβαιώνω, ότι όπως τον αισθάνομαι κι αυτόν αγαπημένο, αν ήμουν έτσι μεθυσμένος πιθανότατα θα σε έσπρωχνα στην αγκαλιά του, παρότι εγώ δεν θα τον αγκάλιαζα, τον τριχωτό αρκούδο. Αλλά με το Στέλιο μας ενώνουν πολλά για να τον θεωρήσω αντεραστή. Αν ήταν άντρας λοιπόν κι όχι γυναίκα το «διακύβευμα» αυτής της εμπειρίας σου, η μετέπειτα στάση σου προς εμένα θα ήταν άραγε ίδια; Ακόμα κι αν πάλι αρνιόσουν να μοιραστείς, θα με αντιμετώπιζες μετά έτσι απόλυτα όπως με αντιμετώπισες, θα αρνιόσουν τόσο επίμονα και για τόσο πολύν καιρό την αγάπη μου; Θα αρνιόσουν και τότε να με συγχωρήσεις, να μου αναγνωρίσεις τουλάχιστον το ελαφρυντικό της μέθης; Κι αν δεν ήμουν εγώ αλλά ο Μάρτιν που έπραττε έτσι, θα τον χώριζες με το ίδιο μαχαίρι που δια μιας κατέκοψες εμένα; Δεν θα μάθουμε ποτέ αυτές τις απαντήσεις. Αν και χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι να μπορεί να μελετά τα υποθετικά ερωτήματα, ποτέ δε μου απάντησες ξεκάθαρα σε αυτά. Καιρό μετά, έπειτα από δεκάδες γράμματα με ηλεκτρονικό και συμβατικό ταχυδρομείο που ανταλλάξαμε και άπειρες ώρες συζητήσεων, τσακωμών, εχθροπραξιών, συνεχών οχλήσεων, ξαφνικών ταξιδιών-αστραπή στο Βερολίνο κι απονενοημένων διαβημάτων μου, την εποχή που ακόμα προσπαθούσαμε να βρούμε τον τρόπο να μείνουμε φίλοι κι αδέρφια παρότι δεν θα ήμασταν πια εραστές, σε μια κρίση γλύκας σου μου εξήγησες επιτέλους πως ακριβώς ένοιωσες με ένα σου γράμμα. Το θυμάσαι; Σου είχα γράψει ακόμα ένα παρανοικό μέιλ που έσταζε απελπισία, εκλιπαρούσε συμπόνια, δήλωνε αδυναμία ζωής μακριά σου και κατέληγε με μια φράση από ένα παλιό βιβλίο: "Ο θάνατος είναι και δεν είναι βέβαιος. Είναι βέβαιος, αφού είναι αναπόφευκτος. αλλά και δεν είναι, αφού μερικές φορές δεν είναι σίγουρο ότι είμαστε νεκροί" Ζακ Μπενίν Γουίνσλοου, Διατριβή περί της αβεβαιότητας των οιωνών του θανάτου, της αναίτιας κηδείας και της βεβιασμένης ταρίχευσης, 1742. Και μου απάντησες. «Νικήτα, διάβασα προσεκτικά ό,τι μου έγραψες, προσεκτικά μεν, με δυσκολία δε. Στέκομαι για αρχή στις τελευταίες σου λέξεις για να σου πω ότι τώρα δα, διαβάζοντας σε και έχοντας τη σκέψη μου σε σένα, και αυτό που αισθάνομαι είναι θλίψη, κόμπος, πόνος εν ολίγοις. Πόνο διττό. Από τη μια, συναισθάνομαι όσα μου γράφεις με συνέπεια να νιώθω υπεύθυνη για ό,τι (σου) συμβαίνει, από την άλλη, με αποπροσανατολίζει το εξής παράδοξο: Ναι, η ιδιομορφία και το ξεχωριστό της σχέσης μας υπάρχει, ξέρω ποιος είσαι, ξέρω ότι δεν θα μου δημιουργήσεις ποτέ πρόβλημα, ξέρω ότι υπάρχει μόνο αλήθεια στα λόγια και τα αισθήματά σου, αισθάνομαι αγάπη και σ’ όλα αυτά έρχεται ένα «όχι» και ένα «μη», εντελώς αντίθετο με αυτά, σχήμα οξύμωρο, όμως υφίσταται και δεν μπορώ να το αγνοήσω. Δεν θέλω να επανέρχομαι στο θέμα της Κυψέλης, σου μιλάω ειλικρινά, δεν υπάρχει κάτι που σου κρατάω, που κρατάω στον Νικήτα που ξέρω και νοιάζομαι γι’ αυτόν και αγαπάω και δεν έχει πια θέση γκόμενου για μένα. Ό,τι, όμως, έγινε εκείνη την ημέρα, ένιωσα ότι παραβίασε το ιδιωτικό μας αφενός. Σχεδόν αισθάνθηκα να με κατασκοπεύουν, να με παίρνουν μάτι, να είμαι σε κοινοβιακή κατάσταση όπου όλοι είμαστε άνετοι με όλους. Ένιωσα έντονο αντιερωτισμό και άσχημα με την Λίζα. Είμαι πολύ άνετη με το θέμα αυτό όσον αφορά στο φίλο μου, τον αδερφό μου το Νικήτα. Άλλωστε μου είπες ότι είμαι από τα ελάχιστα άτομα, αν όχι το μοναδικό, που γνωρίζουν το είδος της σχέσης σου με την (ξέχασα και το όνομά της). Μου προκάλεσε εμπόδιο, όμως, στην άλλη μου σχέση μαζί σου, με κόλλησε, με φρέναρε, ένιωσα εμπλοκή σε κάτι ξένο. Καταλαβαίνεις τι θέλω να σου πω; Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω σωστότερα, άλλωστε η εμπειρία του άλλου είναι, τελικά, σχεδόν αμετάφραστη στους άλλους, και δεν είναι κάτι για το οποίο θέλω να αισθάνεσαι ότι κρίνεσαι σε καμιά περίπτωση. Απλά, δεν μπορώ να το δεχτώ. Είναι δικό μου θέμα. Αντιλαμβάνεσαι για ποιο παράδοξο σου μιλάω τώρα; Να κατανοώ το ξεχωριστό της σχέσης μας αλλά να έχω απεμπολήσει το ερωτικό..!! Και ξέρω ότι είναι μονόπατη η βάρκα, ξέρω ότι αισθάνεσαι να σου επιβάλλω μια κατάσταση αλλά δεν έχω τέτοια πρόθεση, σου μιλάω ειλικρινά. Δεν αποφεύγω να σε βλέπω, αποφεύγω οποιαδήποτε νύξη περί ιδιωτικής συνεύρεσης, ναι…» Αυτή ήταν η στάση σου. Κι αυτό το βίωμά σου. Το σεβόμουν, αλλά μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ το τέλος έτσι απότομα. Τη μέρα που ξαναμιλήσαμε «μετά Κυψέλης», εκείνη την πρώτη κιόλας μέρα στο νέο μου ημερολόγιο που ορίζεται από το μ.Κ, σου είπα κατ' ουσίαν για πρώτη φορά πόσο βαθιά σε αγαπούσα. Τόσον καιρό που το βιώναμε στο είχα πει μονάχα τη νύχτα που μου εξομολογήθηκες τον έρωτά σου, αφού εγώ έπρεπε να κρατάω τη μπαλάντζα μη μας πάρει μακριά από τους ανθρώπους μας η θύελλα που μας σάρωνε. Τώρα τα γκέμια τα είχες εσύ. Κι εγώ σ’ αγαπούσα ολόκληρος ο μισός. Και πλέον στο έλεγα. Κι ακουγόταν πια τόσο πικρό, τόσο παρακλητικό, τόσο αδύναμο. Μα ήταν η αλήθεια μου. Κι από τότε δεν σταμάτησα μια μέρα να στη λέω. Εσύ δεν το ξαναείπες ποτέ.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 22

Το αίμα δεν ησυχάζει αν δεν εξιλεωθεί. Τώρα, από το ύψος της ύστερης γνώσης, αισθάνομαι στο δέρμα μου πως κάθε πραγματική ερωτική επιλογή, κάθε αυτόβουλη σύμβαση παραχώρησης του εαυτού σου στον άλλον, είναι και μια προσχώρηση σε διαφορετική φιλοσοφία. Στην περίπτωσή μας μέχρι να σε γνωρίσω ήμουν επικούρειος, μετά το δυστύχημά μας κατανόησα τον Πλάτωνα. Μόνο μαζί σου μπόρεσα να καταλάβω τι εννοούσε με την πολιτεία όπου δεν θα είναι γνωστοί οι δεσμοί του αίματος και θα απαγορεύονται, δια ροπάλου, οι ποιητές. Πράγματι, αν δεν ήξερε ο Οιδίποδας ποια είναι η μάνα του, γιατί να τυφλωθεί; Αν δεν γνωρίζει η Αντιγόνη τον άταφο αδελφό της, γιατί να εναντιωθεί στον Κρέοντα; Κι αφού δεν θα συμβαίνουν τέτοιες τραγωδίες, τι θα εξυμνούν οι ποιητές; Τα μεγάλα πάθη προκύπτουν κυρίως όταν πλήττονται οι δεσμοί του αίματος. Το είχε παρατηρήσει εύστοχα ο Παπαγιώργης στα ‘Μυστικά της Συμπάθειας’: «Καταργώντας άπαξ δια παντός τους δεσμούς του αίματος, ο νομοθέτης φαίνεται να επιτυγχάνει κάτι που κανείς πριν από αυτόν δεν είχε σκεφτεί: εξαλείφει όλες τις αιτίες της ριζικής συμπάθειας, άρα και της κατ’ επιταγήν εγκληματικότητας. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα σκοτωμών από γενιά σε γενιά, βεντετών, εκδικήσεων, κληρονομικών ενοχών. Με έναν λόγο, η συμπάθεια μεταξύ συγγενών παύει να οδηγεί σε τραγωδίες» Που να ήξερα τότε πως βρίσκομαι ήδη γραμμένος σε ξένα βιβλία, πως ξένες λέξεις μας περιέγραφαν χωρίς να μας γνωρίζουν. Όμως δε ζούμε στον κόσμο των ιδεών μας σε τούτο εδώ τον σκιώδη και σάρκινο κι είχες έρθει στην Αθήνα για τρίτη φορά να με δεις κι είχα στήσει πανηγύρι. Ήθελα να σε εντυπωσιάσω και μέσα στην επιθυμία μου να είμαι αξιοθαύμαστος, σκέφτηκα να προσκαλέσω για ποτό μαζί μας και την Κάτια. Η Κάτια, η καλύτερή μου φίλη, ήταν τότε στην ηλικία σου μα για μένα υπήρξε ένα από τα πιο καλά φυλαγμένα μου μυστικά. Την γνώρισα όταν ήταν 16 χρονών κι υπήρξα ο πρώτος της έρωτας κι ο άνθρωπος που την περπάτησε κρατώντας την από το χέρι στα αρχικά έκπληκτα βήματα, στον κόσμο των ενηλίκων. Με την Κάτια δε χωρίσαμε στην πραγματικότητα ποτέ. Γνωρίζεις την ακραία ερωτική μου ιδιοσυγκρασία. Η Κάτια τη γνώρισε πολύ νωρίτερα. Εγώ της πρωτοδίδαξα να απολαμβάνει την ηδονή και τα σώματα ανεξαρτήτως φύλου, διατρανώνοντας και αποδεικνύοντας μαζί της στην πράξη ότι μια γυναίκα που αγκαλιάζει μια άλλη γυναίκα παρουσία ενός αγαπημένου άντρα, μπορείς να την πεις λεσβιάζουσα υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αλλά λεσβία δεν είναι. Δεν ξέρω αν μπορείς να πεις το αντίστοιχο για έναν άντρα. Μαζί της πάντως, στις ηλικίες της νεότητας, διαβήκαμε τους ρουβίκωνες των ιδρωμένων σωμάτων, κοινωνήσαμε το απαγορευμένο και χαρήκαμε με περισσή αθωότητα τις πλέον πρόστυχες απολαύσεις. Όταν ήρθαν τα φοιτητικά της χρόνια χαθήκαμε, αλλά κατόπιν η σχέση μας εξελίχθηκε σε φιλική και ποτέ δεν έπαψε η αναμεταξύ μας αγάπη. Βρισκόμασταν από καιρό σε καιρό, πότε σα φίλοι που ανταμώνουνε ξανά, πότε σαν εραστές που απομακρύνθηκαν μα δεν ξέχασαν να αγαπιούνται. Ακόμα κι όταν παντρεύτηκα και παντρεύτηκε, υπήρχαν νύχτες που μας έβρισκαν να αγωνιζόμαστε μαζί στην κλινοπάλη, απαλλαγμένοι εξ ορισμού από κάθε ενοχή, δες με πόσο οικείο σε εσένα τρόπο: η χρόνια εξοικείωσή μας, μας είχε μεταβάλλει σε "αδελφούς". Το λέγαμε κι αστειευόμαστε τότε, ότι μεταξύ μας δεν μπορούσε να θεωρηθεί απιστία, αλλά αιμομιξία. Έτσι η Κάτια κι η Αλεξάνδρα είχαν γίνει φίλες, κι εγώ ο ευτυχής ανήρ δυο υπέροχων πλασμάτων, το ένα εκ των οποίων ήταν ο αγιασμός μου και το άλλο η ευσυνείδητη βοηθός της στύσης μου να αντέχει το άγιασμα. Είδες; Δε θα κουραστώ να σου λέω πόσο ειρωνική είναι η ζωή μου… Με αυτή λοιπόν τη γυναίκα αποφάσισα να σε συνταιριάξω εκείνο το βράδυ. Ήθελα να γίνετε φίλες, ή έστω, να αισθανθείτε την οικειότητα που ένοιωθα κι εγώ μαζί σας. Δεν υπάρχει ομορφότερο συναίσθημα από το να αγαπιούνται οι άνθρωποι που αγαπάς. Ένοιωθα ιδιαίτερα άνετα μαζί της, αφού η εξασφαλισμένη της αγάπη ήξερα πως θα με ανέβαζε στα μάτια σου, λες κι είχα τότε ανάγκη να υψωθώ. Παρότι της εκμυστηρεύομαι σχεδόν τα πάντα, αυτή τη φορά της είπα μόνο ότι ήμασταν παράνομο ζευγάρι, αλλά της απέκρυψα τη συγγένεια. Και σε σένα την παρουσίασα σα μακρινή μου εξαδέλφη από το σόι του θετού πατέρα μου, άρα όχι και δική σου. Πήγαμε στου Ψυρρή, καθίσαμε σε ένα από τα ποτάδικα και ήπιαμε τον άμπακο. Σύντομα τα μάτια μας είχαν θολώσει, τα στομάχια μας τραμπαλίζονταν σε συνεχείς συσπάσεις από το γέλιο, και το κέφι, κόκκινο σαν καυτερή πιπεριά, έδενε με τη μυρωδιά του ούζου. Η Κάτια, που πάντοτε επαινούσε τις καλές μου επιλογές γυναικών με την ίδια άνεση που κακολογούσε τις άστοχες, είχε καταφανώς γοητευτεί από την παρουσία σου κι άστραφτε από χαρά, αλλά κι εσύ από ευχαρίστηση. Μιλούσαμε για τα πάντα, μισά ελληνικά μισά γερμανικά και κάμποσα με χειρονομίες και νοήματα, φλερτάραμε όλοι μαζί με τα μάτια και τις εκφράσεις. Ήμουν ευτυχισμένος. Και σύντομα η μέθη της ευτυχίας έγινε μέθη κανονική, του οινοπνεύματος. Είχα κανονίσει να μείνουμε μαζί στο ξενοδοχείο σου και φεύγοντας, παρότι σχεδόν τρέκλιζα, πρότεινα να περάσουμε πρώτα από το σπίτι της Κάτιας να την αφήσουμε. Δεν ξέρω και δε θυμάμαι πως φτάσαμε εκεί. Ξέρω όμως πως όταν πίνω, σε αντίθεση με όσους γνωρίζω, δεν γίνομαι επιθετικός στην οδήγηση. Ίσως γι αυτό. Φτάνοντας εκείνη μας κάλεσε επάνω για ένα τελευταίο ποτάκι. Όταν έκλεισε η πόρτα του διαμερίσματος της Κυψέλης κι απλωθήκαμε δίπλα-δίπλα στο χαλί και στις μαξιλάρες, με τα κεφάλια να γυρνάνε, την παράξενη προγκρέσιβ ροκ που άκουγε εκείνη την εποχή η Κάτια και τον χαμηλό περιφερειακό φωτισμό να δημιουργεί παραισθησιακές εντυπώσεις, ξεκίνησε η τελευταία πράξη των ευτυχισμένων ημερών μας. Θυμάσαι; Φυσικά και θυμάσαι. Ισως να μη θυμάσαι και τίποτ΄ άλλο από τη σχέση μας πια. Αυτό που ξεχνάς όμως, είναι ο χαρακτήρας μου. Λες και δεν με ήξερες ήδη. Λες και δεν σου είχα εξ αρχής εκμυστηρευτεί πως για μένα το σεξ δε χωράει σε καλούπια. Λες και δεν είχαμε εξομολογηθεί ο ένας στον άλλον μερικές από τις ερωτικές μας μπαγαποντιές. Σου είχα εξηγήσει πως ανήκα στη χωρεία εκείνη των ανδρών που εξερευνούν τα όρια των αισθήσεων μέχρι αρκετά μεγάλα βάθη. Πως με την ίδια τη γυναίκα που λατρεύω, τη μάνα των παιδιών μου, μαζί με την Αλεξάνδρα είχα παραδοθεί για ένα διάστημα πριν έρθουν τα παιδιά σε ακολασίες τέτοιες που θα έκαναν διαβόλους να κοκκινίσουν. Και πως όχι μονάχα αυτές δε διέλυσαν τη σχέση μας, αλλά την έσφιξαν, πως καταλάβαμε έτσι πως αγαπιόμαστε πραγματικά, όταν καθένας μας παρουσία του άλλου σφάδαζε και χτυπιόταν σε ξένη αγκαλιά, κι όμως αυτό δεν δημιουργούσε στον άλλον αισθήματα φονικού αλλά λαγνείας. Να ήξερες πόσες φορές έχουμε χύσει αγκαλιασμένοι με την Αλεξάνδρα τη σπονδή μας στα ξένα σώματα. Πόσα κορμιά οχεύσαμε αντάμα, κοιτώντας άφοβα ο ένας τα μάτια του αλλουνού. Και πόσο εύκολα το σταματήσαμε όταν ήρθαν τα παιδιά. Ποτέ δεν πήγαμε με ζευγάρι που δεν ήταν ερωτευμένο, ή έστω, γερά δεμένο. Ποτέ δε δοκιμάσαμε την πίκρα των ζευγαριών που επιλέγουν αυτή τη διέξοδο για να έρθουν ξανά σε επαφή μεταξύ τους. Εμείς πηγαίναμε μαζί για το μαζί, για την καύλα του πράγματος, χρησιμοποιούσαμε τους άλλους σαν ερωτικά παιχνιδάκια και γινόμασταν κι εμείς ευχαρίστως δοχεία των ηδονών τους. Αντάμα. Από όλα μου τα ταξίδια στην κόλαση, αυτά με την Αλεξάνδρα ήταν τα ομορφότερα. Όμως θα έπρεπε να σκεφτώ πως εσύ δεν ήσουν Αλεξάνδρα. Να μην είχα παρασυρθεί. Να θυμόμουν ότι με εξαίρεση τη σχέση μας, ήσουν μάλλον συντηρητικός άνθρωπος. Μα πώς να τα θυμόμουν αυτά; Στις φλέβες μου έτρεχε ούζο και η ατμόσφαιρα ήταν η πιο κατάλληλη, αισθανόμουν τόσο όμορφα και άνετα μέσα στο μεθύσι μου, τόσο βασιλιάς του μυστικού, υπόγειου κόσμου, που όλα μου φαίνονταν εφικτά. Θυμάμαι το ύφος σου όταν αρχίσαμε να φιλιόμαστε στο στόμα με την Κάτια. Το βλέμμα σου όταν προσπάθησα να σε βάλω στο παιχνίδι. Θυμάμαι και τις δικές της αμήχανες προσπάθειες να σε τυλίξει στη λαγνεία. Για μένα, αυτή η διαδικασία δεν είχε τίποτα το πρόστυχο. Με το μυαλό στις αντίστοιχες εμπειρίες που είχα βιώσει και με την Κάτια, αλλά ιδίως με την Αλεξάνδρα, η ένωσή μας εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν αυτονόητη, ισοδυναμούσε με αναγνώριση της βαθύτατης επικοινωνίας όλων μας, με επισφράγισμα της αγάπης. Κι όχι με προστυχιά. Αδύνατον να το μεταδώσω αυτό το συναίσθημα όμως. Κάποια στιγμή μου είπες με έντονο τρόπο και εκνευρισμένη ότι δε σε αφορούν όλα αυτά κι ότι γινόμουν απαράδεκτα πιεστικός. Το ύφος σου αυτό πρώτη φορά το αντίκρισα εκεί, στο διαμερισματάκι της Κυψέλης. Από τότε το έχεις βελτιώσει, έγινε πιο δολοφονικό. Μέσα στην τύφλα μου δεν έβλεπα, δεν καταλάβαινα τι έκανα, για μένα ήταν όλα όμορφα, όλα θεμιτά, όλα σωστά φτιαγμένα. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν δεν ήμουν μεθυσμένος, πάντως όχι αυτό που συνέβη. Σύντομα βαρέθηκα να σε πιέζω όπως έλεγες, κι όπως το κεφάλι μου γυρνούσε πια δαιμονισμένα, άφησα και την Κάτια κι έγειρα μόνος σε μια μαξιλάρα. Ούτε κατάλαβα πότε έφυγες. Με πήρε ξαφνικά ο ύπνος, σχεδόν λιποθύμησα. Όταν ξύπνησα, είχαν όλα τελειώσει. Η Κάτια μου είπε ότι έφυγες με ταξί και δεν θέλησε να σε εμποδίσει. Ήσουν, είπε, εξαγριωμένη. Ούτε γειά δεν της είπες. Σου τηλεφώνησα και βρισκόσουν ήδη στο αεροδρόμιο. Απεγνωσμένος προσπάθησα να σε εμποδίσω. «Μη με πιέζεις ξανά, τελειώσαμε Νικήτα», είπες και το έκλεισες. Όταν έφτασα στον Ελ.Βενιζέλο, με έναν φριχτό πονοκέφαλο και το στόμα να μυρίζει σα βόθρος, είχες ήδη περάσει τον έλεγχο. Πολύ αργά. Δεν ξέρω αν έχει καμιά σημασία για σένα, αλλά από τότε δεν έχω ξαναβρεθεί ερωτικά με την Κάτια. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που «θυσίασα» για σένα. Χωρίς να φταίει σε τίποτα.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 21

To επόμενο τρίμηνο ήταν η μικρή επιστροφή στον παράδεισο. Εκεί που οι πρωτόπλαστοι θαυμάζουν κι απορούν για τα πάντα, στον τόπο της παιδικότητας και της αθωότητας. Όσο κι αν ακούγεται ειρωνικό, αυτό που επικρατούσε ήταν η αθωότητα. Είχαμε παραδοθεί ολότελα στο βίωμα, κάθε ενοχή είχε προσωρινά αρθεί, οι τύψεις και τα πρέπει τελούσαν σε αναστολή, το σώμα ήταν η ψυχή μας και το δωμάτιο εκείνο το παρεκκλήσι μας. Οι σπονδές στο ζωικό υγρό λειτουργούσαν και ολόκληρη η πραγματικότητα συντονιζόταν στη διάθεσή μας. Παρά τα συχνά ταξίδια μου, οι μέρες της επιστροφής μου στην Ελλάδα μέχρι το επόμενο κυλούσαν όμορφα, οι στιγμές με την Αλεξάνδρα και τα παιδιά μετρούσαν με γεύσεις κι αρώματα, φλερτάραμε όλοι μαζί, χαμογελούσαμε, η δουλειά με τη νέα μετάφραση έδεσε, ήσουν συνέχεια γελαστή κι ανοιχτόκαρδη, περνούσες καλά κι εσύ στα μεσοδιαστήματα, πρέπει να μου έγραψες 40 σιντι με τη μουσική σου και να ανταλλάξαμε 20 βιβλία, εξερευνούσαμε με όλες τις αισθήσεις το τοπίο, ξεκινούσα πότε από δεξί σου στήθος και πότε από την εσώτερη σκέψη σου και τελείωνα πότε στο στόμα σου και πότε στην Αμοργό του Γκάτσου, θυμάσαι, μετά μου την αφιέρωνες, «να βρεις μιαν άλλη θάλασσα, μιαν άλλη απαλοσύνη» μου έγραφες και δε με άφηνες να το δω. Παραδομένοι απόλυτα στο ρεύμα και συντονισμένοι στην ίδια ψυχική διάθεση, η απουσία διεκδικητικότητας μας βοηθούσε να θέλουμε πραγματικά ο ένας την ευτυχία του άλλου κι όλες μας οι καταληκτικές συζητήσεις να αφορούν το Μάρτιν και την Αλεξάνδρα και πόσο τους αγαπούσαμε. Δεν μου είχε άλλη γυναίκα εκθειάσει τον άντρα της όπως εσύ, ούτε κι εγώ ποτέ εξήγησα πόσο αγαπώ τη γυναίκα μου σε άλλη γυναίκα, μετά τον έρωτα. Και τότε; Τότε τι κάναμε εμείς εκεί ιδρωκοπώντας; Σήμερα λέω πως αποδεικνύαμε εμπράκτως ότι ο άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του. Τότε δεν μιλούσαμε πολύ, είχαμε αποδεχθεί το αδιανόητο της πράξης μας και δεν το αναλύαμε, απλά το είχαμε αναλάβει. Δεν ξέρω αν μπορεί να μεταδοθεί σε οποιονδήποτε η εμπειρία ενός άλλου, όμως νομίζω πως και οι δυό μαας νοιώθαμε την επίτευξη του αδυνάτου: είχαμε διαιρεθεί στα δύο και ταυτόχρονα ο καθένας μας υπήρχε ολόκληρος στο μισό του. Δε λέγαμε ψέματα όσον αφορά το τι νοιώθαμε. Ήταν απολύτως ξεκάθαρο. Ήμασταν αυθεντικά ερωτευμένοι κι αγαπούσαμε εξίσου αυθεντικά τους ανθρώπους μας. Θεωρούσαμε ότι η συγγένειά μας ήταν το βασικό εμπόδιο στη σχέση μας και ταυτόχρονα, παρότι δεν μας εμπόδιζε, νοιώθαμε και οι δυο πως αν πολεμούσαμε δημόσια υπέρ της δυνατότητάς μας να αγαπηθούμε, θα χάναμε τη ζωή και δεν θα την κερδίζαμε. Η σχέση μας όφειλε να είναι πάντοτε κλεφτή, μυστική, απρόσιτη σε όλους. Αν προσπαθούσαμε να την κάνουμε διαφορετική μόνο δυστυχία θα επιφέραμε. Ακόμα και σε εμάς τους ίδιους. Θυμάμαι που αναρωτιόμαστε αν οι σύντροφοί μας μπορεί να κάνουν κάτι αντίστοιχο και λέγαμε και οι δυό, με αδικαιολόγητη βεβαιότητα, πως κάτι τέτοιο θα ήταν απίθανο γιατί εκείνοι, σε αντιδιαστολή με εμάς, ήταν τέλεια όντα. Εγώ επέμενα πως δε μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι αλλά και τι σημασία θα είχε αν όλα τα άλλα ήταν αυθεντικά, μα ξέρεις, τελικά ξέρεις πότε κάποιος σε αγαπάει αληθινά, αν ρωτήσεις τον εαυτό σου πάντα το ξέρεις, εσύ πάλι, πιο σκληρή όπως πάντα, έλεγες πως ίσως αυτή η αίσθηση αγνότητας να είναι το επινόημα, το άλλοθί μας για όσα κάνουμε, κι αφού ανέπτυσσες τα ενοχικά σου σε έπαιρνα επάνω μου και βυθιζόμουν μέσα σου ενώ μου χάιδευες το στήθος και όλα είχαν τώρα σαφή απάντηση, το απερίγραπτο βλέμμα σου έπαιρνε το χρώμα της συνομωσίας, αλλά οι λέξεις δεν την ξέρουν την απάντηση δεν τους την είπε ποτέ το βλέμμα. Η διαδρομή Βερολίνο-Αθήνα είχε γίνει σαν το Παγκράτι-Κυψέλη για μένα. Εσύ ήρθες δυο φορές, ένα Σαββατοκύριακο την κάθε μια. Ήμουν τόσο ερωτευμένος, όχι μόνο με σένα αλλά με τη ζωή την ίδια που μου επέτρεπε αυτή την ευτυχία –αν κι έπρεπε να ξέρω πως θα κληθώ σύντομα να πληρώσω το τίμημα- που οι σεξουαλικές μου επαφές με την Αλεξάνδρα είχαν αυξηθεί κατακόρυφα, η λαγνεία μας έτρεχε από τα μανίκια κι είχαμε και οι δυο ένα μόνιμο απλανές βλέμμα ικανοποίησης, σα χορτασμένα μοσχάρια που αναπαύονται στον ήλιο, το Πάσχα εκείνο ήταν το ομορφότερο και το πιο οικογενειακό που πέρασα, καμία αίσθηση απώλειας από την απουσία σου, δεν είχε καμιά σημασία που δε βλεπόμασταν συχνά μα που το θέλαμε, η Μαριλένα άστραφτε καταχαρούμενη όπως την πέταγα ψηλά κι ο Περικλής μπουσουλούσε κάτω απ τα πόδια μου, ναι η ζωή δεν ήταν η πέτρα του Σίσυφου, όλα ήταν σωστά, όλα είχαν μελετηθεί για να τη ζούμε, η φυσική κατάσταση του ανθρώπου είναι να βιώνει την ευτυχία, να την προκαλεί στους γύρω του, να τους κάνει τα πρόσωπα να αστράφτουν, με οποιοδήποτε κόστος, όχι έχουν λάθος οι τραγικοί και οι σέχτες του μηδενός, δεν είναι μηδέν αυτό που νοιώθω, που νοιώθαμε, κι αν μπορείς να το πεις στρογγυλό ίσως να είναι στρογγυλό κουλούρι στο στόμα πεινασμένου παιδιού που γρατζουνάει τα γόνατα στο χαλίκι παλεύοντας με τους φίλους του, ναι αυτό είναι η ζωή, λίγο ματωμένο πανηγυράκι αλλά όμορφο, μυρίζει το φύλλο και το νυχτολούλουδο, νοιώθω την αύρα των νησιών και η πίστη στις ουτοπίες προβάλλεται στα θερινά σινεμαδάκια, μυρίζει τσίπουρο και θαλασσινά έξω, μερικά δισεκατομμύρια φεγγάρια χαλάστηκαν για σένα, για να είσαι εκεί να δεις το ένα που απόμεινε, κοίτα γεμίζει, αύριο θα’ χει σ αγαπώ και πανσέληνο… Τέλειωνε η άνοιξη όταν ήρθες για τρίτη φορά στην Αθήνα κι έγινε η καταστροφή.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 20

Θα ήθελα να μην είχε γράψει ο Ζιντ αυτό το απόσπασμα στον Ανηθικολόγο: «Ήταν ένα στιγμιαίο γέλιο, όπου οι δυο ψυχές μας έγιναν μια… Νομίζω όμως ότι υπάρχει ένα σημείο στον έρωτα, ένα και μοναδικό, και ότι αργότερα η ψυχή, αχ, η ψυχή, μάταια γυρεύει να το υπερβεί, φθείρεται από την προσπάθεια την οποία καταβάλλει ώστε η ευτυχία της να αναβιώσει, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο από την ανάμνηση της ευτυχίας. Αλίμονο! Ζω με την ανάμνηση εκείνης της νύχτας» Και θα ήθελα να μην το είχες διαβάσει. Επειδή θα’ θελα να το είχα γράψει εγώ, για εκείνο που από τότε ονόμασα «τηλεπάθεια» κι εσύ, αργότερα, «δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο» Και να σου το δείξω. Να δω, θα το συμπεριλάμβανες στα αποσπάσματα που σε επηρέασαν, αν δεν ανήκε στον Ζιντ μα σε μένα; Θα το κατέγραφες στο μυστικό σου τετράδιο, εκεί όπου καταγράφεις όσα σε αγγίζουν; Αλλά πριν σου θυμίσω τη νύχτα εκείνη, έχει σημασία να σου πω ότι μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως ένας τρόπος υπάρχει να ζεις τη ζωή σου σα να μην υπάρχει αύριο, χωρίς να την εγκαταλείπεις στην απόλυτη τύχη. Μόνο ένας τρόπος ζωής μπορεί να αδράξει πραγματικά τη μέρα: Να ζεις το σήμερα σαν να είσαι ήδη στο αύριο περιγράφοντας το χτες. Θυμάσαι; Διαφωνούσαμε στο αν η ζωή μπορεί να λειτουργήσει όπως η λογοτεχνία, αν μπορούμε δηλαδή να είμαστε οι πρωταγωνιστές της προσωπικής μας μυθολογίας και μυθοπλασίας, αλλά όχι ως φαντασίωση. Αν είναι εφικτό για έναν άνθρωπο να ζει πραγματικά όπως θα ΄θελε να ζει ο ετερώνυμος λογοτεχνικός του αδελφός, ο χάρτινος εαυτός του. Εσύ μου υπενθύμιζες, αφού χωρίσαμε, πως δε μπορεί κανείς να τα έχει όλα και πως καλή η λογοτεχνία, αλλά η ζωή είναι άλλο πράγμα. Και όφειλα, επιτέλους, να πάψω να φαντασιώνομαι πως είμαστε ήρωες μιας νουβέλας και να συνέλθω. Λοιπόν σου λέω πως ζωή που δεν μπορείς να την διηγηθείς σα μυθιστόρημα στον εαυτό σου, δεν είναι ζωή που αξίζει και πολύ να τη ζεις. Αν όνειρό σου είναι ένα σπιτάκι και να λες καλά είμαι εδώ, αν οι περιπέτειές μας περιορίζονται στο αφόρητο των κοινών τόπων, τότε ναι, μπορείς να περιγράψεις αυτό. Αλλά φοβάμαι θα χασμουριέσαι να τ ακούς. Από τότε που συνειδητοποίησα ότι η τέχνη δεν αφορά μόνο το κατασκευαστικό μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας, την παραγωγή λόγου και έργου, αλλά πως η ουσία της αφορά ιδίως τον τρόπο να ζεις, προσπαθώ να ζω την κάθε μέρα μου σα να έχει ήδη περάσει και να έχει έρθει το αύριο. Κάθε μου πράξη υπόκειται σε αυτή την οπτική: είναι μια πράξη που αύριο θα μπορώ να μου διηγηθώ; Είναι αφηγήσιμη; Γιατί τότε οι πράξεις έχουν νόημα νομίζω. Κάθομαι λοιπόν σε μια μπερζέρα, ανεβάζω τα πόδια στο σκαμπω φορώντας μια κόκκινη ρομπ ντε σαμπρ περασμένης εποχής και μεταξωτό φουλάρι με αρχαία λαχούρια, ανάβω έναν ουκά με μπόλικο χασίσι και περιγράφω στον εαυτό μου, που βρίσκεται ακόμα στο σήμερα, τη μέρα που για μένα μόλις πέρασε και για εκείνον συνεχίζεται. Έτσι λαμβάνω το μήνυμα του μέλλοντός μου: όσα πράττεις, μου λέει ο παλιομοδίτης τύπος στη μπερζέρα, δεν αξίζουν αν αύριο δε θα μπορέσω να στα διηγηθώ σαν παραμύθι. Η ιστορία σου γράφεται τώρα, είσαι αυτό που θα γραφτεί στη λευκή σελίδα, αυτό που θα σου διηγηθώ αύριο, αυτά είναι τα βιώματα και οι εμπειρίες σου, αυτό είναι το βιβλίο της ζωής σου. Έχοντας εξομολογηθεί τα συναισθήματά μας, φέραμε πια σαν κονκάρδα στο τσεπάκι τη δεδηλωμένη του έρωτα. Δεν υπήρχε τώρα η αμφιβολία, το αναπάντητο. Ναι, ήμασταν τρελά ερωτευμένοι. Κι εκείνο το βράδυ ο έρωτας πέρασε στο επόμενο επίπεδο. Στο γνώριμό μας σκηνικό, τα σεντόνια του ξενοδοχείου και το ημίφως των σωμάτων σε ετοιμότητα, έπεσα γι άλλη μια φορά επάνω σου. Κάνοντας έρωτα με το δέρμα, με τα νύχια, με τα μαλλιά, με την τρυπούλα από το σκουλαρίκι στη μύτη σου, με τις ραγάδες στους γλουτούς, με τον ιδρώτα και το χνώτο μέσα σε απόλυτη σιωπή –δεν ανοίγαμε ούτε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο- κάποια στιγμή η σκέψη μου δεν ήταν πια μόνη. Ένοιωσα με τρόπο απολύτως ξεκάθαρο μια παρουσία μέσα στο κεφάλι μου, την ίδια στιγμή που το κάτω κεφάλι μου βρισκόταν σφηνωμένο στη θέση του και τα μάτια σου, ακόμα ανοιχτά, εξερευνούσαν τα δικά μου. Η αίσθηση αυτή ήταν για μένα πρωτόγνωρη και μοναδική. Σαν υλιστής που είμαι, ο εντοπισμός μιας ξένης οντότητας μέσα στις σκέψεις μου μου προκάλεσε ταραχή και, χωρίς να το καταλάβω, η στύση μου υποχώρησε λιγάκι κι απέμεινα να σε κοιτάω έκπληκτος. Δεν απέστρεψες το βλέμμα. Σ’ αγαπάω Νικήτα, σε άκουσα ξεκάθαρα να μου λες. Κι εγώ…Κι εγώ, σου απάντησα. Αλλά δεν είχαμε κουνήσει τα χείλια. Θα σε χύσω Νικήτα. Γιατί σ αγαπάω. Γι αυτό θα σε χύσω. Θέλω να γευτώ το σπέρμα σου. Θέλω να το απλώσεις στο κορμί μου. Σ αγαπάω. Κι έκλεισες τα μάτια κι άρχισες να βογκάς και να χτυπιέσαι στα σεντόνια σφίγγοντας τα χείλια και τα μάτια, δίνοντας γροθιές στο στρώμα και τα πλευρά μου, με εκείνο το μοναδικό τρόπο που έχεις να τελειώνεις, και το άφησες να βγει, κι εγώ ερεθίστηκα αμέσως ξανά, και εκεί κατανοώ την ετυμολογική συγγένεια του γάμου και του γαμάω, και σε εγάμευσα πολύ και σ’ αγαπούσα περισσότερο και σου έστελνα μηνύματα με σκέψεις και μου απαντούσες. Ησουν και πάλι εσύ που, μόλις τελειώσαμε, το παρατήρησες: Κάτι έγινε τώρα εδώ Νικήτα και μη μου πεις πως δεν το κατάλαβες… Αν το είχα καταλάβει; Από τότε, η εμπειρία αυτή παρέμεινε για εμένα μοναδική, δεν έχω ποτέ ξανά επικοινωνήσει με τη σκέψη με κανέναν. Εσύ τότε το αποδεχόσουν, από τη στιγμή όμως που χωρίσαμε ξεκίνησες να το υποβαθμίζεις. Ε, δεν ήταν και τηλεπάθεια, μου είπες κάποια από τις φορές που το συζητήσαμε, η τηλεπάθεια προυποθέτει να είναι μακριά αυτοί που επικοινωνούνε. Λες και σου είχε ξανασυμβεί να κάνεις έρωτα και να μιλάς με τη σκέψη. Το μείωσες όσο γινόταν, μου είπες ότι σου είχε συμβεί και με τον Μάρτιν, αλλά όχι σε στιγμή ερωτικής επαφής αλλά μια μέρα που καθόσαστε αγκαλιά. Τι βολικό να καταστρέφεις τις ίδιες σου τις εμπειρίες για να καθησυχάζει η συνείδηση. Μόνο που, αν ζούσες όπως κι εγώ, αν κατανοούσες τη ζωή ως περιγραφή απ’ την επόμενη μέρα, θα καταλάβαινες πως με αυτό που κάνεις εξαφανίζεις τη διήγηση, φτηναίνεις την ίδια τη ζωή σου, την καθιστάς μη διηγήσιμη, τετριμμένη, κοινότοπη. Αντί να αποδεχθείς κι εσύ πως μερικά πράγματα ανάμεσά μας ξεπερνούνε τους ορισμούς του τυχαίου κι ανήκουν σε μια σφαίρα ανθρώπινης εμπειρίας αχαρτογράφητη, προτίμησες να αποποιηθείς την μόνη εξωλεκτική επικοινωνία που πιστεύω πως κι εσύ είχες ποτέ. Δεκάδες φορές αναρωτήθηκα έκτοτε αν έπεσα θύμα της φαντασίας μου, της αναγωγής σου σε μυθολογικό πρόσωπο, αν πράγματι συνέβη η τηλεπάθεια κι αν καταλάβαμε τα ίδια πράγματα τότε. Όσες φορές το συζητήσαμε δεν το αρνήθηκες. Απλά το υποβάθμισες. Ναι, συνέβη, αλλά δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο. Το ίδιο έκανες κι όταν, πολύ αργότερα, ανακάλυψα το βιβλίο με τα ποιήματά σου που μέχρι τότε μου έκρυβες, υποστηρίζοντας πως εσύ δε γράφεις ποίηση, πως είσαι γυναίκα μόνο του κεφιού, και που τελικά, κατέστρεψες πάνω σε μια κρίση οργής σου. Δεν αποδέχτηκες ότι κατόρθωσα χωρίς καμιά πληροφορία για το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσες να εντοπίσω μια ιδιωτική έκδοση μέσα σε ένα τεράστιο πλήθος ανάλογων πονημάτων. Και τότε ίδια ήταν η αντίδρασή σου. Ενώ συνειδητοποιούσες πως για να καταφέρω να τα βρω εσήμαινε ότι μπορούσα να σε αναγνωρίσω ανάμεσα σε χιλιάδες, σε εκατομμύρια τρόπους έκφρασης, ε, δεν έγινε και τίποτα σπουδαίο μου είπες, σιγά το δύσκολο. Κι έτσι απερίσκεπτα, άλλη μια διήγηση από την επόμενη μέρα της ζωής σου πήγε στράφι. Γιατί μόνο αυτά που είναι σπουδαία αξίζει να περιγραφούν.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 19

Να πως έγινε. Αντιλαμβανόμουν τον έρωτα μαζί σου σαν ιερουργία και ταυτόχρονα σα θρήνο, εφόσον κάθε ανέφικτο που υλοποιείται για λίγο εμπεριέχει το σπόρο του θανάτου. Κι έτσι ένοιωθα καρφωμένος στο σώμα σου όπως ο Χριστός στο σταυρό του. Ένοιωθα ταυτόχρονα την αγωνία του επικείμενου θανάτου και την ηδονή της μετουσίωσης, δια του μαρτυρίου της επίγνωσης, σε κάτι ανώτερο από την ύπαρξη κατά μόνας, σε κάτι που δεν μπορούσα να περιγράψω –κι ακόμα δε μπορώ- όμως το βίωνα με κάθε μου σπασμό. Ένοιωθα να αίρουμε την αμαρτία όχι του κόσμου, αλλά της διανοίας του. Επιστρέφαμε μαζί στο ουσιαστικό, που δεν είναι η εξ αίματος αλλά η εκλεκτική συγγένεια. Εφόσον αυτή μας πρόσταζε, η άλλη δεν μπορούσε να εμποδίσει. Δεν ξέρω πως θα ήταν τα πράγματα αν είχαμε μεγαλώσει μαζί, αν σε νταχτάριζα στα πόδια μου παιδάκι κι αν σου τραβούσα τις κοτσίδες. Υποθέτω πως δεν θα είχε προκύψει ο πόθος, αφού η πρώιμη εξοικείωση θα μας είχε οδηγήσει στην υπέρβασή του ήδη προτού φτάσουμε σε ηλικίες ερώτων. Μα δεν το ξέρω, δεν είχα βλέπεις ποτέ αδέρφι για να το ξέρω, μονάχο με μεγάλωσαν η Πέρσα κι ο Θεοφάνης. Μακριά σου. Έτσι τα λόγια που σου ψιθύριζα δεν ήταν αφέσεις αμαρτιών αλλά κουβέντες μιας λαγνείας ελεήμονος, ένα «αφες αυτοίς» που ισοδυναμούσε με δυναμίτη στην ηθική της τρέχουσας περιόδου. Σου ψιθύριζα στο λαιμό πόσο καργιόλα είσαι και την ίδια στιγμή σε αγαπούσα, όμως αυτό δεν σου το έλεγα, περιοριζόμουν στην ύβρη, γνωρίζοντας τη διαδικασία μετάλλαξης του σπέρματος σε υγρή κοινωνία με τον καταλύτη του έρωτα. Σε πότιζα και σε δονούσα και μέσα μου άστραφτε το τίποτα, ολόλαμπρο μεταμορφωνόταν σε νόημα, νόημα μελλοντικής απουσίας και ενεστώσας πρόσβασης στο μυστικισμό του ιδρώτα. Προτιμούσα να γίνομαι ωμός, όσο πιο ωμός γινόταν, να σε φτύνω στο στόμα και να ιριδίζει στο ημίφως, με διττό σκοπό. Από τη μια να ξορκίσω τον έρωτα, να σου δώσω, να μας δώσω τη δυνατότητα να τον αρνηθούμε αν έρχονταν τα δύσκολα. Ναι, νομίζω γι αυτό δεν σου εκμυστηρευόμουν με λέξεις πως σε είχα ήδη ερωτευτεί, κι ίσως έπειθα και τον ίδιο μου τον εαυτό πως δεν ξέρω ακόμα, πως όσα συνέβαιναν ανάμεσά μας μπορεί να ήταν απλά το αποτέλεσμα της έκπληξης και της στέρησης του ενός από τον άλλον όλα αυτά τα χρόνια. Δε σου μιλούσα γιατί ήθελα να έχουμε δικαίωμα υπαναχώρησης, να μπορούμε αν χρειαστεί να σωθούμε, να υποβαθμίσουμε αυτό που συνέβαινε σε μια σχέση σαρκική, να’ χει το σεξ τον πρώτο ρόλο και όλα να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα αυτό, λες και θα μας αθώωνε. Πίστευα ότι αποκρύπτοντάς σου το πόσο πολύ σε είχα ερωτευτεί, θα έκανα ευκολότερη τη στιγμή του τέλους. Γιατί θα ερχόταν κάποτε αυτή η στιγμή. Θυμάμαι, την πρώτη φορά που είχες έρθει στην Αθήνα και σε είχα πάει σε εκείνο το θαλασσινό μπαράκι στον Άλιμο να κοιτάμε τα ιστιοφόρα. Με ρώτησες πρώτη: -Νικήτα, πότε λες να τελειώσει αυτό; Να τελειώσουμε; Σε κοίταξα αμήχανος. Ήθελα με όλη μου την ψυχή να σου πω ποτέ, ποτέ δεν θα τελειώσει αυτό, ποτέ καρδούλα μου. Κι αντί γι αυτό, άκουσα τον εαυτό μου να σου απαντά με ύφος ανώτερο «μόλις χορτάσουμε». Το είπα τόσο άνετα, που είδα στο βλέμμα σου μια ενόχληση. Πρέπει να σκεφτόσουν εκείνη την ώρα πως ήμουν λίγος, πως εσύ ήσουν που βίωνες βαρύτερα τη σχέση μας κι εγώ ο άνετος. Μα πώς να χορταίναμε; Πως; Πώς να χορτάσουν δυο άνθρωποι που θα ζούνε πάντα χώρια; Κι όμως το είπα. Το είπα και σκεφτόμουν την Αλεξάνδρα, το Μάρτιν, τις τύψεις μου, τις δικές σου, τα παιδιά μας, την κοινωνία, τους άλλους. Στο ομολογώ, σκεφτόμουν και τη Μάγδα. Πάντα μαζί σου η Μάγδα κατά καιρούς επέστρεφε και με στοίχειωνε. Ένας λόγος που απέφευγα την Γερμανία πριν με πλησιάσεις κι ερχόμουν πια μόνο όταν ήταν απολύτως απαραίτητο για τη δουλειά, ήταν η –απίθανη μεν, αλλά που ξέρεις- πιθανότητα συναπαντήματος μαζί της. Δε θέλω να σου λέω τώρα αυτά, όμως μετά την εγκατάλειψη η Μάγδα πέρασε ένα διάστημα τρέλας, μεταμορφώθηκε για καιρό σε κάτι φριχτό, δεν αποδεχόταν το χωρισμό μας. Αστείο δεν είναι; Όπως εγώ δεν αποδεχόμουν στην αρχή τον δικό μας… Μα τι να έκανα μαζί της; Μου είχε φύγει. Έτσι κάποια στιγμή την απέφυγα. Την απέφυγα άκαρδα και χωρίς να της εξηγήσω πως δεν συγγενεύαμε. Την απέφυγα με τρόπο που σήμερα με κάνει να ντρέπομαι. Ας μην στον περιγράψω. Μια μέρα, αρκετούς μήνες μετά, η Πέρσα μου είπε πως είχε φύγει για Γερμανία. Προηγουμένως είχε πέσει με τη μηχανή της και είχε τραυματιστεί σοβαρά. Είχε μείνει καιρό στο νοσοκομείο. Δεν πήγα να τη δω. Η μάνα μου μου το κρατούσε κρυφό. Αλλά και να μου το έλεγε δεν θα πήγαινα. Είχα ενημερώσει την Πέρσα για τις εξελίξεις, ήξερε πως την κρατούσα πια σε απόσταση. Μόλις ανάρρωσε η Μάγδα αποφάσισε να φύγει, άλλη μια από την ευρεία οικογένεια των Μαυρίδηδων (στην οποία τελικά μόνο εγώ δεν ανήκα) που μετανάστευε στη Γερμανία. Δε ρώτησα καν τι θα έκανε εκεί. Δε με ενδιέφερε πια η Μάγδα. Ήδη μου είχε αναστατώσει τη ζωή με την άρνησή της, την αδυναμία της αν θες να αποδεχθεί το όχι μου, τις σκηνές που μου είχε κάνει στις κρίσεις της απελπισίας της. Προσπάθησα γλυκά, προσπάθησα με την πειθώ, δεν έπιανε. Έτσι την απέφυγα, ανέλαβα το κόστος της ντροπής και της απάνθρωπιάς μου, και τελικά ανακουφίστηκα που έφυγε περισσότερο από όσο στεναχωρήθηκα για το ατύχημά της. Να είδες; Θέλω να σου θυμίσω τη μέρα της εκμυστήρευσης και σου μιλώ για εκείνη. Αλλά θυμάσαι. Θυμάσαι; Είμαι μέσα σου. Από πάνω σου. Ημίφως. Κρατιέμαι ακίνητος. Ορθωμένος όσο γινόταν, φωλιασμένος μέχρι τα αρχίδια και την ψυχή, μέσα σου ακίνητος, και σε κοιτώ και με κοιτάς, και τα μάτια σου είναι οι μαύρες ελιές που διηγείται ο Τριστάνος πεθαίνοντας, και δεν κοιτάς τα δικά μου μάτια αλλά εισδύεις, ακολουθείς το οπτικό νεύρο, αντανακλάσαι, ανεβαίνεις στην παρεγκεφαλίδα, εγκαθιδρύεις την αυτοκρατορία σου στον ιππόκαμπο, οι νευροδιαβιβαστές δημιουργούν συνάψεις μοίρας, αυτές οι νέες συνάψεις των νευρώνων στο μυαλό μου είναι ο χάρτης σου, από τότε παραμένουν ανέπαφες, και με εκτελείς εν ψυχρώ, είμαι ερωτευμένη Νικήτα μου λες, εσύ το λες, το εξακοντίζεις το όπλο καθηλώνοντας πια την ψυχή μου στο ανέκλητο, τώρα πια δε μπορώ να κρυφτώ, πρέπει να σου πω κάτι, κι εγώ αγάπη μου σου λέω, και φιλιόμαστε και το ξέρουμε πως λέμε αλήθεια, και χύνεις έτσι όπως είμαι ακίνητος, με πλημμυρίζεις με τον τρόπο που έχει η αγάπη να σε κάνει να τελειώνεις, και ξέρω πως είσαι κι εσύ γυναίκα μου όσο κι η Αλεξάνδρα, καμιά στη ζωή μου δε γνώρισα που να έχυνε έτσι, μόνο εσείς, και ξαφνικά μου φαίνεται ότι το βλεμμα σου το ξέρω, σα να μεγαλώσαμε μαζί, δεν καταλαβαίνω τι γίνεται, ξαφνικά νοιώθω πως δεν συναντηθήκαμε πριν 3 μήνες στο Βερολίνο αλλά πως σε γνωρίζω χρόνια, απορώ τι διάβολο συμβαίνει όταν ομολογείς τους έρωτες, τι άτιμα παιχνίδια παίζει το μυαλό, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται και γιατί έχω αυτή την αίσθηση τώρα, την αίσθηση της απέραντης οικειότητας, του ντεζα βι, και μέσα στο μπερδεμά μου και στα μουγκρητά σου αρχίζω να χύνω κι εγώ, και χύνω, και χύνω και χύνω κι όλα γίνονται σπερματοζωάρια, διαιρούμαστε σε δισεκατομμύρια πλασματάκια που αγωνίζονται να γίνουν άνθρωποι, κι έπειτα ενωνόμαστε στο σφιχταγκααλιασμένο πλάσμα με δυό κεφάλια 4 χέρια 4 πόδια ένα μυαλό κι ένα γεννητικό όργανο, που χύνει και χύνει και χύνει κι αγαπάει και δεν μπορεί να το αρνηθεί πια. Έτσι έγινε κι ομολογήθηκε ο έρωτας. Από εσένα.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 18

Μέρος Δεύτερο ΑΒΕΛ Και προσέθηκε τεκείν το αδελφόν αυτού, τον Αβελ. Και εγένετο Αβελ ποιμήν προβάτων, Κάϊν δε ην εργαζόμενος την γην. Και εγένετο μεθ ημέρας ήνεγκε Κάϊν από των καρπών της γης θυσίαν τω Κυρίω. Και Αβελ ήνεγκε και αυτός από των πρωτοτόκων των προβάτων αυτού και από των στεάτων αυτών. Και επείδεν ο Θεός επί Αβελ και επι τοις δώροις αυτού, επί δε Κάϊν και επί ταις θυσίαις αυτού ου προσέσχε. Και ελυπήθη Κάϊν λίαν, και συνέπεσε τω προσώπω αυτου. Το βρίσκω ανώφελο να αναλωθώ στην αναλυτική περιγραφή των 6 μηνών της ευτυχίας μας. Ξέρεις και ξέρω. Δεν το αμφισβητήσαμε ποτέ, πως εκείνο το χρονικό διάστημα υπήρξε από τα ομορφότερα και τα πιο ευτυχισμένα των βίων μας. Μα δες το παράδοξο: όσο τα σώματα και οι καρδιές μας συναινούσαν, όσο η απομάγευση απείχε ακόμα και κάθε μας ερωτική πράξη αναλογούσε με τη διάχυση του φωτός στα ερέβη της ύπαρξης, δεν ήταν μόνο η προσωπική μας περιπέτεια που ευημερούσε. Μαζί της ευημερούσαν οι ζωές μας σε όλα τα επίπεδα. Η δουλειά μου πήγαινε καλά παρότι την παραμελούσα, μάλιστα στη διάρκεια επαναλαμβανόμενων των ταξιδιών μου βρήκα πράγματι έναν νέο γερμανό συγγραφέα που θα μπορούσα να μεταφράσω κι έκλεισα μια επωφελή συμφωνία με τον οίκο του. Έτσι δεν έλεγα πια ψέματα ως προς αυτό. Η σχέση μας, με έναν τρόπο φαινομενικά παράδοξο αλλά στο βάθος του κατανοητό, προκαλούσε το καλό και στα υπόλοιπα πεδία του βίου. Εσύ περνούσες ακόμα την καλή σου περίοδο με τον Μάρτιν, ενώ εγώ, όταν δεν ήμασταν μαζί καθόμουν κι έπαιζα με τα παιδιά χαρούμενος, περισσότερο από όσο πριν, εντοπίζοντας στα σγουρά τους μαλλιά και στις ασυνάρτητες λεξούλες το νόημα του είδους μας. Με την Αλεξάνδρα ένοιωθα να περνώ δεύτερο μήνα του μέλιτος, ήμουν τόσο ευτυχής που το πρόσωπό μου έλαμπε και της μετέδιδα τη χαρά, τη συνέπαιρνα, την ξεκούραζα, την αγαπούσα ξανά από την αρχή, κι όλο αυτό δεν ήταν η προσποίηση του μοιχού, αλλά η αλήθεια μου, μια αλήθεια που παρουσίαζε τον εαυτό ως ηθοποιό, όμως ο σκοπός της παράστασης ήταν να ευτυχήσει ο θεατής, να χαρεί το έργο. Δεν ξέρω. Η μάλλον ξέρω, πως τώρα που τα διηγούμαι αυτά ο αναγνώστης θα σκέφτεται πως από τη διήγησή μου λείπει η αυθεντικότητα της αγάπης, πως δε μπορεί κανείς να εξαπατά τη γυναίκα του οχεύοντας άλλη και την κοινωνική θέσμιση επιλέγοντας για παρτενέρ την αδελφή του. Το επιλέξαμε όμως αλήθεια; Κι αυτό που ένοιωθα, ήταν ψεύτικο; Τι έπρεπε να κάνω; Να χώριζα την Αλεξάνδρα εξηγώντας της ότι ερωτεύτηκα το αίμα μου; Μα τι είναι αληθινό, αν όχι αυτό που οδηγεί στην ευτυχία; Όπως κι εσύ, έτσι κι εγώ δεν βίωσα ποτέ ανταγωνιστικά τη σχέση μας. Ήταν το στήριγμα για να μπορούμε να αντέχουμε τα χρόνια της εξοικείωσης με τους άλλους μας, ήταν το αναγκαίο ψέμα, που όμως δεν οδηγεί στην εξαπάτηση του άλλου αλλά στην εγκαθίδρυση μιας σιωπηρής συναίνεσης: η ζωή είναι αβίωτη αν δεν την κάνεις παράσταση, αν δεν αγαπάς τον θεατή, αν δεν φυσήξεις το συννεφάκι να υψωθεί στον αέρα και δεν το μπολιάσεις με τη ροζ μπογιά των σκηνικών. Με δυο λόγια, ο έρωτάς μου για σένα θέριευε ταυτόχρονα τον πόθο μου για ζωή, δεν με αποσπούσε από την προσωπική μου ευδαιμονία, αντίθετα μεγάλωνε την επιθυμία μου να είμαι καλός πατέρας και σύζυγος. Δεν ανταγωνιζόταν, αλλά στήριζε τους γάμους μας. Σκέπτομαι τώρα κάτι ακόμα. Όταν παντρεύτηκα την Αλεξάνδρα, όπως νομίζω σου είπα πριν, είχα αποφασίσει ότι εκείνη ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Πέρασαν βέβαια τα χρόνια κι ο πόθος κόπασε. Τι έπρεπε λοιπόν να κάνω για να είμαι εντάξει προς το κοινό περί αλήθειας αίσθημα; Να εγκαταλείψω την αγαπημένη μου επειδή σε ερωτεύτηκα, κι έπειτα εσένα αν τύχαινε να ερωτευτώ μιαν άλλη; Αυτή είναι η αλήθεια που ονειρεύονται οι αυθεντικοί, μια αέναη αλλαγή προσώπων υπό το πρόσχημα του νέου έρωτα και της αλήθειας προς τον παλιό; Είναι οι άνθρωποι λοιπόν αντικαταστάσιμοι όταν τελειώσει το πάθος, αρκεί να βρεις τη δικαιολογία; Και οι εσωτερικοί μου όρκοι πως κι αν πέθαινε ο πόθος, η αγάπη μου για εκείνη δεν θα πέθαινε ποτέ; Το γεγονός ότι τη λάτρευα παρότι σε γαμούσα; Το ότι μόλις τελειώναμε το σεξ μιλούσαμε επί ώρες για τον Μάρτιν και την Αλεξάνδρα και σπρώχναμε ο ένας τον άλλον πίσω στην αγκαλιά τους; Όλα αυτά είναι η ξιπασιά δυο μιασμάτων; Δεν ξέρω. Μπορεί να δίνω άλλοθι σε ένα κακούργημα, όμως ειλικρινά ποτέ δεν το είδα έτσι. Κακούργημα έγινε τη στιγμή που πάψαμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Τότε παραλίγο η δική μου σχέση να καταστραφεί και η δική σου καταστράφηκε. Τότε όμως, ήθελα να είσαι ευτυχισμένη και ήσουν, ήθελες να ευτυχώ και ευτυχούσα και ξέραμε κι οι δυο ότι η ευτυχία μας μονάχα έτσι μπορούσε να υπάρχει, μονάχα αν αναλαμβάναμε το βάρος της προδοσίας αδιαμαρτύρητα, αν κάθε σταγόνα ιδρώτα που χύναμε μαζί δεν δημιουργούσε τη λύσσα για περισσότερες, αλλά μας ηρεμούσε και, σαν το ντόμινο, προκαλούσε τη διάθεση να χύσουμε ιδρώτα και με τους ανθρώπους μας. Ναι, μαζί σου κατάλαβα πως δεν είναι ανέφικτο να αγαπάς έναν άνθρωπο και να ερωτεύεσαι έναν άλλον, όταν δεν υπάρχει στη μέση η κτητικότητα. Κι αν όλο αυτό είναι ένα πελώριο ψέμα για οποιονδήποτε τρίτο, δεν έχω τι να του πω, ξέρω μόνο πως στην απολογία μου, εάν είχα δικαίωμα, θα γύμνωνα την ψυχή μου και θα ζητούσα από το δικαστή να μου υποδείξει για ποιόν λόγο η αλήθεια είναι αυτό που βλέπει εκείνος και όχι αυτό που έβλεπα εγώ. Κι εγώ έβλεπα δυο οικογένειες να ευτυχούνε με τη βοήθεια της απόκρυψης μιας αλήθειας που έτσι κι αλλιώς, λόγω της συγγένειάς μας, δε θα μπορούσε ποτέ να δημοσιοποιηθεί. Ποτέ εμείς οι δυο δε θα μπορούσαμε να γίνουμε ζευγάρι ακόμα κι αν τους εγκαταλείπαμε. Και κυρίως, ποτέ δε θα μπορούσαμε να κάνουμε παιδιά. Το ξέραμε καλά αυτό. Πάντα οι άνθρωποί μας θα ήταν άλλοι. Εμείς πάντα θα μέναμε ετεροθαλή αδέρφια. Η μοναδική διαφορά, ήταν ότι πηδιόμασταν. Αυτή ήταν η αλήθεια που η κοινωνία θα ήθελε να εξακοντίσουμε σαν πύραυλο εναντίον τους, να υποστούμε τις συνέπειες και να διαλύσουμε δυο οικογένειες; Ε όχι, τη φτύνω αυτή την κοινωνία που αναγάγει το δικό της κατασκεύασμα σε πανανθρώπινη αξία. Για μένα η αλήθεια ήταν πως αγαπούσα απόλυτα τη γυναίκα μου και ταυτοχρόνως γαμούσα την αδερφή μου. Τις όποιες τύψεις μου θα τις έπαιρνα στον τάφο. Μπορεί να είμαι ένας φριχτός άνθρωπος για κάποιους, όμως εγώ ξέρω πως είναι επίσης αλήθεια το να μυρίζουν οι πατούσες σου μετά από μια μέρα σκληρής δουλειάς, αλλά το βράδυ δεν πας να της χώσεις στη μούρη της καλής σου για να αισθάνεσαι αυθεντικός κι αληθινός. Τις πλένεις, καθαρίζεσαι, ξεβρομίζεις. Γι αυτό και οι δυό μας σπάνια συζητούσαμε ως πρόβλημα της σχέσης μας και εμπόδιο, την ύπρξη του Μάρτιν και της Αλεξάνδρας. Αν ήμασταν δυό κοινοί μοιχοί πιστεύω ότι θα μας απασχολούσε περισσότερο. Όμως τι νόημα έχει να αισθάνεσαι τύψεις για την απιστία στον άντρα σου, όταν ο εραστής σου ήμουν εγώ; Είχαμε ανέβει επίπεδο στην ακολασία. Το πρωταρχικό πρόβλημα δεν ήταν ότι απιστούσαμε, αλλά η συγγένεια. Το πρόβλημα έφευγε από την τάξη της ιδιωτικότητας και αφορούσε πια την ίδια την κοινωνία. Η σχέση μας ήταν εξ ορισμού μια ρουκέτα στα θεμέλιά της, παρότι σε άλλες κοινωνίες και εποχές, θα ήταν απλά μια ακόμα σχέση. Που μάλιστα επέλεγαν συνήθως οι βασιλείς και γενικά οι γαλαζοαίματοι… Έτσι λοιπόν, το ξενοδοχείο της Λουτζοπλατζ κι ένα αντίστοιχο στην Κηφισιά, τις τρεις φορές που ήρθες εσύ στην Αθήνα να με δεις, στέγαζαν και υπέθαλπαν συστηματικά τους αναστεναγμούς και την αμαρτία μας. Έχοντας πια αποδεχθεί την παντοτινή μας ενοχή, απολαμβάναμε χωρίς πολλές πολλές τύψεις την λαγνεία. Στην αρχή δεν μιλούσαμε συναισθηματικά, μόνο το κάναμε. Όταν δεν πηδιόμασταν, με ξεναγούσες στα βιβλιοπωλεία και στις εκθέσεις, μιλούσαμε για τα κινήματα της τέχνης, επισκεπτόμασταν ό,τι δεν είχα δει στο Βερολίνο, μιλούσαμε για τις ζωές μας πριν γνωριστούμε κι όλα αυτά χωρίς καμιά προφύλαξη. Φερόμασταν δηλαδή σαν κανονικό ζευγαράκι και μάλιστα προχωρούσαμε στο δρόμο σχεδόν αγκαλιά, αφού ακριβώς αυτό που έκανε τη σχέση μας απαγορευμένη, ήταν και το άλλοθι που δεν θα επέτρεπε σε κανένα περίεργο μάτι να μας παρεξηγήσει και να μιλήσει στον Μάρτιν: πάνω απ’ όλα, ήμασταν αδέρφια.

Δε θα σου περιγράψω λοιπόν αναλυτικά όσα συνέβαιναν. Θα σταθώ μονάχα στα τρία περιστατικά που μας σημάδεψαν. Στη μέρα που εξομολογηθήκαμε τον έρωτα, τη μέρα της τηλεπάθειας και τη μέρα που χάλασαν όλα.

buzz it!

To σημάδι του Αβελ 17

Όπως η εξουσία διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα, έτσι ακριβώς πιστεύω ότι η ελευθερία εξαχρειώνει και η απόλυτη ελευθερία εξαχρειώνει απόλυτα. Με τις –εκατέρωθεν- εξαιρέσεις. Έχω την αίσθηση πως αν αγαπάς κάποιον και τον αφήσεις τελείως ελεύθερο στην πρώτη του φρίκη με σένα, πέρα από την υπακοή στο κλισέ, τον οδηγείς στη συναισθηματική ασυδοσία. Κάνεις την έννοια της αγάπης κάτι εύκολα παραιτήσιμο. Φυσικά και θα παραιτηθείς όταν πάψει να είναι κοινό, όταν πειστείς μέχρι το μεδούλι σου πως όλα τέλειωσαν. Αλλά τη γαμημένη σου προσπάθεια θα την κάνεις. Κι ας πιέζεται ο άλλος. Κι ας σε κατηγορεί πως τον χειραγωγείς, τον εκβιάζεις. Αν τον ακούσεις, αν έτσι εύκολα κι αμέσως επικαλεστείς την αξιοπρέπειά σου που πρέπει να κρατήσεις κι αποσυρθείς στο όνομα του σεβασμού στη βούλησή του, δε σέβεσαι τη δική σου αλήθεια. Βάζεις την περηφάνια σου πάνω από αυτόν. Τον εαυτό σου δηλαδή. Και υποχωρώντας χωρίς μάχη καταστρέφεις όχι μόνο εσένα μα και αυτόν που αγάπησες, τον κάνεις αδιάφορο, υποθάλπεις το σκληρό παιδί μέσα του, του δίνεις το μήνυμα ότι δεν τρέχει τίποτα να ξεστομίζουμε λέξεις αιώνιες κατανοώντας τις πεπερασμένα. Είναι έτσι η φύση των περισσότερων ανθρώπων, που αν κανείς περιορισμός δεν υπάρχει, οι πιο πολλοί θα πατήσουν το κουμπί της εξολόθρευσης χιλίων αγνώστων κινέζων για χίλια γνωστά ευρώ. Αν σε άφηνα ελεύθερη Ελίζαμπεθ την ίδια στιγμή που αποφάσισες ότι τελείωσε η σχέση μας, δε θα σε αγαπούσα πραγματικά. Θα ήταν το άλλοθί μου και το άλλοθί σου. Η ιστορία μας δε θα είχε τη δύναμη να αναπτυχθεί στο μυαλό μου και να σου τη γράφω τώρα. Θα είμαστε ό,τι ακριβώς καταγελούμε, δυο άνθρωποι που στα δύσκολα την κοπάνησαν αμέσως. Δε με ενδιαφέρει να αφήσω ελεύθερον κάποιον που αγαπάω για να δω αν θα ξαναγυρίσει, οπότε θα είναι για πάντα δικός μου, ενώ αν δεν, τότε δεν ήταν ποτέ. Δε θέλω να είναι δικός μου αυτός που αγαπάω. Θέλω να είναι ανελεύθερος και μη εξουσιάσιμος ταυτόχρονα. Θέλω να είναι ανελεύθερος, γιατί η περιορισμένη ελευθερία ξεγεννά την πρωτοτυπία, εκμαιεύει αυτό που αξίζει πραγματικά να δει το φως του κόσμου, σε οποιονδήποτε τομέα της ζωής –εφόσον βέβαια το υλικό υπάρχει. Μη εξουσιάσιμος, γιατί δεν αντιλαμβάνομαι την επιμονή ενός ανθρώπου ως άσκηση εξουσίας και χειραγώγηση της σκέψης του άλλου, αλλά ως απόδειξη ειλικρίνειας του ιδίου. Κι όλα αυτά έχουν ένα όριο. Τη λεπτή κλωστή που διαχωρίζει τον επίμονο άνθρωπο από τον καταπιεστικό, αυτόν που διεκδικεί την αγάπη του από αυτόν που δεν την αφήνει να φύγει ακόμα κι όταν έχουν όλα τελειώσει, αυτόν που αποδέχεται το τελικό όχι έστω με μια υποσημείωση, κι εκείνον που το αρνείται κατηγορηματικά. Εκεί την πάτησα. Δεν είχα εξασκηθεί καλά στη μεταφορά των πεποιθήσεών μου στην πράξη. Όχι μόνο γιατί δεν μου είχε συμβεί ποτέ να με παρατήσουν σύξυλο επάνω στη μεγαλύτερη στιγμή έντασης, αλλά γιατί όλη η κατάσταση μεταξύ μας ήταν παράλογη. Οσο κι αν πιστεύω στην τύχη και τη σύμπτωση, τι είδους σύμπτωση είχαμε εδώ, μεταξύ δυό ανθρώπων σαν κι εμάς, που με μια πράξη αγάπης καταπατούσαν στη σειρά τους περισσότερους περί ηθικής νόμους κι εξαπατούσαν με την ψυχή ανέγγιχτη τους άλλους που αγαπούσαν; Κι έτσι, ενώ σε άφηνα να φύγεις, ταυτόχρονα διεκδικούσα μια εξιλέωση, μια τελευταία φορά, μια λυτρωτική επαφή που θα μας κατέτασσε στο είδος των ανθρώπων ξανά. Κοινώς σε κυνήγησα από πίσω σαν σκυλάκι, επιμένοντας για δυο χρόνια ολόκληρα πως σε αγαπώ. Δε σου έδωσα το χρόνο και την απόσταση που γύρευες, ναι, εδώ είναι το λάθος μου κι αυτό οφειλόταν στην αδυναμία μου να αντέξω μακριά σου για πολύ. Υπερέβαλα. Όταν συνέχισες να αρνείσαι ακόμα και την τελευταία φορά, αηδιασμένη πια από τη φορτικότητα, πέρασα στις τάξεις των εμμονικών. Αρρώστησα για τα καλά. Αν δεν συνέβαινε η λύτρωση, δεν είχα πια ζωή. Μου ήταν αδύνατο να απεξαρτηθώ από εσένα στεγνά, νοιώθοντας πως έτσι όπως είχαμε γίνει δεν με έβλεπες πια όχι ως εραστή, αλλά ούτε ως άνθρωπο, πως ούτε ο έρωτας ούτε το αίμα έλεγαν τίποτα για σένα, πως βίωνες έναν εφιάλτη όπως κι εγώ, μόνο που για μένα ο εφιάλτης αυτός περιείχε το όραμα του θανάτου ενώ για σένα τον πόθο της απαλλαγής. Με ακύρωσες σαν άνθρωπο, με ματαίωσες συνολικά σκεπτόμενη έτσι, ένοιωθα πως η αγάπη που μου εξέφραζες ήταν πλαστή, ήταν το πείραμα της διαφορετικότητας, πως με τύλιξες με τον πέπλο του έρωτα μόνο και μόνο για να δεις πως είναι να γαμείς το αδέρφι σου, πως ήσουν εκ βαθέων ανήθικη, ανήθικη ναι, μα όχι γιατί αγκάλιασες εμένα τότε αλλά γιατί τώρα αρνιόσουν μια αγκαλιά που θα μπορούσε να με ελευθερώσει από σένα και με κρατούσες υποτελή, ετοιμόρροπο, έπαιζες κάθε μέρα με τον θάνατο και την καταστροφή μου. Φταίω. Μα φταις κι εσύ. Καμιά αποστασιοποίηση και κανένα όχι δε δικαιολογεί έναν φόνο. Γιατί αυτό θα συνέβαινε αργά η γρήγορα, αν δεν είχε μεσολαβήσει εκείνη η νύχτα. Εγώ θα όπλιζα, αλλά εσύ θα πατούσες τη σκανδάλη. Κι ευχόμουν να μη σε πάρω μαζί μου, να καταφέρω να πεθάνω μόνος μου αλλά κάθε βράδι και κάθε πρωί της τυρρανίας σου, ο τρελαμένος μου εαυτός με οδηγούσε σε τραγικές κοινοτοπίες. Όχι, δε θα σε άφηνα να γλιτώσεις, ελεεινή. Θα σε έπαιρνα μαζί μου στο θάνατο. Κι έπειτα, ο ξεγυμνωμένος μνησίκακος που είχα γίνει, σκεφτόταν πως όχι, θα είναι καλύτερα να σε αφήσω να ζήσεις για να βιώσεις όλη την αποστροφή του να γίνεσαι ο τάφος ενός ανθρώπου, όχι ενός, του αδερφού σου ανθρώπου, να ζήσεις την υπόλοιπη ζωή σου στις τύψεις, ξέροντας πως σκότωσες αυτόν που τόσο πολύ σε αγάπησε. Κι όλα αυτά, για ένα τελευταίο γαμήσι. Τον ονειρευόμουν αυτόν τον έρωτα όπως εκείνο τον πρώτο. Τη μέρα εκείνη ξεκίνησαν ταυτόχρονα οι 6 ομορφότεροι μήνες της ζωής μου και τα τρία χειρότερα χρόνια. Το πρωί αποφύγαμε να συζητήσουμε, όμως οι εκφράσεις μας και ο τρόπος που έσκυβε ο ένας πάνω στον άλλον, δεν χρειάζονταν λόγια εξήγησης. Δεν είχαμε μετανιώσει. Στη διαδρομή την περισσότερη ώρα ήμασταν βουβοί, χαμένοι ο καθένας στη σκέψη του. Έσπασα πρώτος τη σιωπή. Είχα αποφασίσει να μη σου πω πως είχα κεραυνοβοληθεί, αφού δεν πίστευα ποτέ στους κεραυνοβόλους έρωτες, όπως κι εσύ. Θυμάμαι τώρα πως πέρασαν σχεδόν 3 μήνες μέχρι να σου πω ότι είμαι ερωτευμένος. Αλλά θα φτάσουμε εκεί. Σε κοίταξα στα μάτια και σου είπα σε θέλω. Κι εγω. Κι εσύ. Κι εσύ… Ευτυχώς ο Μάρτιν έσπασε μόνος του την αμηχανία στο σπίτι. Η Μαριάνθη ήταν ακόμα στο σχολείο κι αυτός έφευγε την ώρα που φτάσαμε, κεφάτος και βιαστικός για το ιατρείο του. -Σήμερα έχω να μεταμορφώσω ένα κουνάβι σε ρακούν, είπε γελώντας τρανταχτά σαν τον αη βασίλη, με ένα βραχνό χο-χο, καθώς σε φιλούσε. Ο Μάρτιν ήταν εξειδικευμένος στην αισθητική επεμβατική ιατρική, πλαστικός χειρούργος δηλαδή. Μου ζήτησε συγνώμη που δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και να ρωτήσει περισσότερα για το ταξίδι μας κι έφυγε. Ανάσανα με ανακούφιση. Όσο και να’ ναι, δεν είναι ευχάριστο να συναντάς έναν άνθρωπο που… Το ίδιο βράδυ στην Αθήνα, ήταν από τα πιο ευχάριστα των τελευταίων μηνών. Ποιος να με πίστευε πως δεν αγκάλιαζα την Αλεξάνδρα από υποχρέωση αλλά από αληθινή αγάπη; Πως όχι μόνο δεν μου είχε τελειώσει η αγάπη μου γι αυτήν, αλλά πως θέριευε τώρα που σε είχα γνωρίσει; Παίξαμε για ώρα με τα παιδιά, φάγαμε έξω και αργά τη νύχτα κάναμε έρωτα με πάθος που είχε να εκδηλωθεί καιρό. Την επόμενη της είπα πως είχα ανοίξει δουλειές με έναν νέο γερμανό συγγραφέα που θα έκανε μεγάλη επιτυχία και προσπαθούσα να κερδίσω τη μετάφραση, συνεπώς έπρεπε για λίγο καιρό να μετακινούμαι στο Βερολίνο συχνά. Στο τέλος της εβδομάδας και με την καρδιά μου να έχει χωριστεί σε δυό διαμερίσματα, το πρώτο από τα οποία βίωνε την απόλυτη οικογενειακή ευτυχία και το δεύτερο την απουσία σου σαν τόπο, πήρα ξανά το αεροπλάνο για το Τέγκελ.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 16

Γελώντας ακόμα με κάποιο αστείο που είχες πει, με την ψυχή γεμάτη νόημα που ακόμα δεν κατανοούσαμε και τις κοιλιές να γουργουρίζουν από τη μπίρα, μπήκαμε στο μπάνιο κι άρχισε ο ένας να σκουπίζει με την πετσέτα τον άλλον. Πρώτα σου στέγνωσα τα μαλλιά ενόσω έβγαζες το πουλόβερ, μετά ανέλαβες την πλάτη μου κι εγώ ξεκούμπωνα το υγρό σου παντελόνι, δε θυμάμαι τη διαδοχή των κινήσεων, μου θύμιζαν πάντως σκηνές από παλιό κινηματογράφο, στο μυαλό μου αμέσως ήρθε ο Μαν Ρέι, εντύπωση την οποία υποβοηθούσε το ημίφως που αφαιρούσε χρώμα και η βροχή που χτυπούσε το μεγάλο τζάμι. Στο βάθος μακριά, υψωνόταν το καμπαναριό της Τιν και πίσω, ψηλά στον μακρυνό ορίζοντα πέρα από το ποτάμι, αχνόφεγγαν τα φώτα του κάστρου, διεσπαρμένα σε χιλιάδες διαθλάσεις του φωτός στις σταγόνες. Εγώ φανταζόμουν την ίδια σκηνή με θέα το βράχο της Ακρόπολης, το άγαλμα του Χριστού στο Ρίο, το Νιαγάρα, το Νείλο με ολόκληρη την κωπηλατική ομάδα του πανεπιστημίου του Καίρου, το μεγάλο παγετώνα στην Παταγονία. Και προσπαθούσα να καταλάβω αν το εσωτερικό της θα μεταβαλλόταν. Αποφάσισα ότι οπουδήποτε στον κόσμο εκείνο το βράδι θα είχαμε κάνει έρωτα. Θυμάμαι καλά πως δε μιλήσαμε. Κάποια στιγμή κοιταχτήκαμε στα μάτια κι είχαν όλα αποφασιστεί. Τη στιγμή εκείνοι γίναμε συνένοχοι, εξωμότες που ο ένας θα στήριζε τη συνέχεια της ευτυχίας του στη χαρά του άλλου και την επιβίωσή του την κοινή σιωπή, διαπράξαμε σύσταση συμμορίας και υπογράψαμε συμβόλαιο με τον σατανά που δεν υπάρχει, αλλά που θα τον δημιουργούσαμε εμείς όπως άλλοι δημιουργούν το θεό. Τουλάχιστον εγώ έτσι νομίζω πως το έβλεπα, ή έτσι ήθελα να είναι. Δε σε ρώτησα, δε μου αρνήθηκες, δε δίστασα, δεν υπαναχώρησες, δε βιάστηκα, δεν απέφυγες. Δεν ξέρω αν καταλαβαίναμε τα ίδια νοήματα, αν ακούγαμε την ίδια σιωπή, ακόμα δεν είχε έρθει η τηλεπάθεια. Ομως τώρα νομίζω πως η συμφωνία μας ήταν εξ αρχής απόλυτη και η επίγνωση του πολλαπλού εγκλήματος ξεκάθαρη. Σφουγγίζοντας και μαλάσσοντας, ταξιδεύοντας με την αφή και το χνώτο, ζεσταίναμε ο ένας το κορμί του άλλου για ώρα αρκετή, σιωπηλοί, χωρίς να κοιταζόμαστε στα μάτια για να μην έρθουμε σε δύσκολη θέση, ίσως για να μην το ξανασκεφτούμε. Προσεκτικά σαν τη σάρκα των νηπίων απορροφούσαμε την υγρασία κι επανερχόταν το χρώμα. Ησουν πια ολόγυμνη μπροστά μου και με την πλάτη γυρισμένη σε μένα και καθάριζες το πρόσωπό σου με βαμβάκι κοιτώντας τον καθρέφτη. Το φως που ερχόταν από πίσω, απο το δωμάτιο, καθώς δεν είχαμε ανάψει τα φώτα στο λουτρό, έριχνε στον καθρέφτη τη σκιά σου πάνω στο είδωλο και σου έδινε μια όψη που με παρέπεμπε στην καταγωγή του φύλου σου. Εβλεπα εσένα, μα κοιτούσα την έννοια της γυναίκας, μια πολύ συγκεκριμένη και ταυτόχρονα αρχετυπική μορφή. Στο ζαλισμένο από τον πόθο και συμβεβλημένο με το αιώνιο άλλοθι του οινοπνεύματος μυαλό μου, οι λογοτεχνικές μου καταβολές έπαιζαν τώρα παιχνίδια. Το χέρι σου, όπως σκούπιζες τη μάσκαρα από τα μάτια σου, με παρέπεμπε στο χέρι του μοντέλου που ζωγράφιζε ο μετρ στο Αγνωστο Αριστούργημα του Μπαλζάκ. Αυτές οι γραμμές, οι καμπύλες που κατέρχονταν τόσο αρμονικά από τη μασχάλη περιγράφοντας το μαστό και κατέληγαν στις σκιές της ωμοπλάτης, αποτελούσαν για μένα την πραγμάτωση της λογοτεχνίας, τη σωματοποίηση των ιδεών, τη λυδία λίθο κάθε αυθεντικού πνεύματος, που ξέρει πως η υψηλότερη αποστολή της φιλοσοφίας είναι να καεί στο τζάκι με το σπίρτο ενός οργασμού. Εγώ είχα απομείνει με το εσώρουχο. Το σώμα σου μου φάνηκε ξαφνικά τόσο οικείο που σάστισα. Αυτό το σώμα ήταν λοιπόν η μοίρα της σάρκας; Γι αυτό μου φαινόταν γνωστό, επειδή κάθε σου καμπύλη ταίριαζε σε μια δικιά μου; Εσκυψα από πίσω σου και μύρισα το λαιμό σου. Σε ένοιωσα να ανατριχιάζεις όπως η μύτη μου ακούμπησε απαλά το δέρμα σου. Το άρωμα που φορούσες από νωρίς είχε πια ξεθυμάνει, όμως η πρόσμιξή του με το δέρμα σου, η ιδιαίτερη υφή της οσμής σανδαλόξυλου που τώρα συμπλεκόταν με τις μυρωδιές των νοτισμένων ρούχων, της ξενοδοχειακής μπουγάδας και του αλκοόλ, από τότε με συντροφεύει κάθε φορά που επιθυμώ να σε ανακαλέσω στη μνήμη. Μπορώ να ανασυνθέσω νοητικά αυτή τη μυρωδιά. Και όποτε συναντώ μια γυναίκα που φοράει εκείνο το άρωμα, το πρόσωπό της αποκτά τα χαρακτηριστικά σου και αμέσως μου φαίνεται γοητευτική, λατρεμένη και μισητή, ακόμα κι αν είναι μια ξιπασμένη χοντρέλω. Τα χείλη μου περιπλανήθηκαν τη γραμμή του λαιμού, συνέχισαν στις πλάτες και άλλαξαν πλευρά. Χαμήλωσες το κεφάλι για να ειπράττεις καλύτερα την εξόφληση τόσων μερών πόθου. Πρέπει να είχες καταλάβει. Πρέπει. Αμήχανος ακόμα, επέτρεψα τώρα στα χέρια μου να χαιδέψουν την κοιλιά σου κι όπως σε αγκάλιαζα κόλλησα τη φύση μου στους γλουτούς σου. Ο ερεθισμός είχε εγκαθιδρυθεί για τα καλά. Η αίσθηση της ελαφράς πίεσης πάνω σου μου θύμισε τα μπλουζ που χορεύαμε παιδιά. Η παλάμη σου άγγιξε τη λεκάνη μου. –Είσαι ακόμα βρεγμένος, είπες ψιθυριστά και γύρισες. Κοιταχτήκαμε πρώτη φορά. Το βλέμμα είχε μεταβληθεί, τώρα τα μάτια σου ήταν υγρά και διεσταλμένα, ταυτόχρονα όμως τα βλέφαρα χαμήλωναν από πάνω μακάρια. Νομίζω έκλεισες πρώτη τα μάτια στο φιλί. Ταυτόχρονα με απάλλαξες από το βρεγμένο εσώρουχο κι έπιασες να χαιδεύεις την κρύα σάρκα. Η γεύση του σάλιου, όπως αργότερα η γεύση των υγρών σου, με έπεισαν ότι υπάρχει ένας σαφής συμπαντικός σχεδιασμός που αποσκοπεί στην σύζευξη των ανθρώπων που σε κάθε μετενσάρκωση θα συναντιώνται και σε κάθε παράλληλο κόσμο θα ζουν τις χιλιάδες εκδοχές της ιστορίας τους. Με δυό λόγια το νόημα του κόσμου εκείνη τη στιγμή εντοπιζόταν στους γευστικούς κάλυκες. Γι άλλους θα μπορούσε να είναι ο λαγός στιφάδο ή ένα παγωτό παρφέ σοκολάτας, για μένα ήταν η γεύση του μουνιού σου. Η καρμική ενόραση μιας σχέσης είναι μονόδρομος στην αρχή. Ολοι όσοι σε είχαν προηγουμένως πείσει ότι δεν υπάρχει νόημα στη ζωή, όλοι εκείνοι οι οπαδοί του μεγάλου τίποτα ακυρώνονται και χάνουν τη λαλιά τους μπροστά στο κταλυτικό νόημα της έναρξης του έρωτα. Ϊσως το μόνο νόημα που η γλώσσα πάντα θα αποτυγχάνει να υποκλέψει και να μεταγράψει από το σώμα που το ζει Η φιλοσοφία που καίγεται στο τζάκι αποκτά τότε τον αυθεντικό σκοπό της, να ζεσταίνει τους κώλους των εραστών όπως ανεβοκατεβαίνουν στο χαλί. Στο κατακόκκινο εκείνο χαλί που ανεβοκατέβαιναν οι γλουτοί σου όπως ξεδιψούσα υποχρεώνοντάς σε να παράγεις κι άλλο για να πιώ, αναγκάζοντάς σε να μου τραβάς τα μαλλιά και να με σπρώχνεις, να με χαστουκίζεις και να σπαρταράς αγκομαχώντας, αφοσιωμένος στο προσκύνημα της ιδρωμένης εικόνας σου, σε απόλυτη γαλήνη και σύνταξη με τους νόμους της φύσης, και ταυτόχρονα ξέροντας πως αυτή τη φορά είχα ξεπεράσει το όριο, μα δεν μπορούσα να σκεφτώ τα όρια τότε, μπορούσα μόνο να σε γλύφω και να σε φιλώ, να βυζαίνω και να μαλάζω, να διεμβολίζω και να αποσύρομαι για να εμβολίσω ξανά και ξανά, να δαγκώνω το δέρμα, το βαθύ σου δέρμα, και να θυμάμαι τον Βαλερύ να το υμνεί, το δικό σου δέρμα υμνούσε, θυμάμαι να τρίβω το πρόσωπό μου στην ξυρισμένη τρυφερότητα που εντόπιζα ανάμεσα στα πόδια σου όπως τα μωρά τρίβουν τα μούτρα τους στην αγκαλιά της μαμάς τους πασαλείβοντας το γάλα παντού, να γίνομαι ολόκληρος η σταγόνα του σάλιου που κυλάει τη ρόγα σου, να βλέπω τον εαυτό μου μέσα από εκεί, πελώριο και παραμορφωμένο από μια έκφραση ευτυχίας, ζωσμένο με εκρηκτικά σαν καμικάζι, με την απόφαση του θανάτου γραμμένη στο βλέμμα, με το σκοινί ανάμεσα στα δόντια σου που τρίζουν, να το τραβάς απαλά όπως δαγκώνεις τα χείλια και καταπίνεις συντονισμένα με τις κινήσεις μου, να το περνάς πίσω από την πλάτη όπως γυρνάς στο πλάι δονούμενη σ’ έναν ακόμα οργασμό που ανακατεύει τον ιδρώτα με τα υγρά σου και με κάνει να αγριεύω, να σκοτεινιάζει η φαντασία και να επιστρέφω στο ζώο, στον εγκεφαλικό φλοιό, στην πλήρη αθωώτητα, να σου γαμώ το χύσιμο και να μεταμορφώνεσαι από σεμνή φύση σε λατρεμένη πουτάνα, κι όλο το σώμα σου να λαμπυρίζει καθώς γλιστράς ξανά στην ηδονή, μισή ντροπή μισή λαγνεία κι ολόκληρη μια κατάφαση, και να ενώνεται τότε η κίνησή σου με τις μνήμες μου και δεν ξεχώριζα πια κανένα σώμα από όσα είχαν περάσει, γίνονταν όλα εσύ, και οι εκφράσεις σου ακόμα μου φαίνονταν πια οικείες, ήταν εκφράσεις κάθε γυναίκας που είχα γνωρίσει, όλες συμπυκνωμένες σε σένα, κι έτσι όπως είσαι καθισμένη στην καρέκλα με τουρλωμένο τον πισινό εγώ βλέπω τα χρώματα του Βαν Γκόγκ, γίνεται εκείνη η κίτρινη καρέκλα που ζωγράφισε κι επάνω της σπαράζει ένας γενναίος κώλος του Μοντιλιάνι, κι όλα αυτά ξαφνικά σκάνε κι εκρήγνυνται με μια κραυγή όπως τραβάς το σκοινί δαγκώνοντας με γερά στο σβέρκο, και ανατινάζομαι σα νάχουν βάλει βόμβα στη φοντάνα ντι ντρέβι κι αυτή πεθαίνοντας να ποτίζει το σύμπαν στροβιλίζοντας σπερματικό νερό προς κάθε κατεύθυνση, να δροσίζει για τελευταία φορά τους επί γης διψασμένους εκσφενδονίζοντάς ταυτόχρονα και τους ίδιους, με τα πρόσωπα ακόμα να σχηματιζουν μαιναδικές εκφράσεις, στον αγύριστο εφιάλτη του Ιερώνυμου Μπος. Πίσω στον κόσμο.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 15

Οι μεταφορές του έρωτα συνήθως έχουν ρόδινα χρώματα, αναλογίες σε ύψος, πετάγματα, σκιρτήματα, τιτιβίσματα. Λέξεις επινοημένες με κριτήριο την τονικότητα, ένρινα και χειλικά, πολλά υποκοριστικά, ένα χαμόγελο παγιωμένο από άκρη σε άκρη σε ροδοκόκκινα μάγουλα, φως, καλοκαίρι, ο έρως που ίπταται, ο έρως που εφορμά, φτερωτός θεός και δε συμμαζεύεται. Πράξεις που υπό μη ερωτικές συνθήκες θα φάνταζαν αστείες, αποκτούν τώρα μια σημασία τροποποιημένη, έναν παλιμπαιδισμό επικροτημένο και συνομολογημένο από τα εμπλεκόμενα μέρη, μια επιστροφή στην παιδικότητα που θα έκανε όλους τους άλλους να γελούν, μα τους ερωτευμένους τους κάνει να τρίβονται σα γάτες σε ποδιές. Η σκέψη του ερωτοχτυπημένου περιορίζεται και προσδιορίζεται από τον πόθο της εξαφάνισής του μέσα στον άλλον, της σύζευξης ζύμωσης και ενοποίησης των παλμών της καρδιάς σε χτύπους κοινούς. Είναι τέτοια η φύση κι η ένταση του συνεπαρμού, που κανείς δεν κατορθώνει εκείνη τη στιγμή να συνειδητοποιήσει ότι, σε αντίθεση με τα κοινώς νομιζόμενα, το να ερωτευτείς ισοδυναμεί με την πτώση σε βαθύ πηγάδι. Το ύψος του έρωτα μετριέται με το βάθος της κατάδυσης. Την ίδια στιγμή που ο εσωτερικός μας ανθρωπίσκος θαμπώνεται κι αποφασίζει να παραδώσει το πηδάλιο στον άλλον, ξεκινάει η βουτιά. Στην αρχή το νερό του πηγαδιού είναι ζεστό και πεντακάθαρο κι ο ερωτευμένος ανιχνεύει τα τοιχώματα συνεπαρμένος. Εκεί που άλλοι θα εντόπιζαν βρωμιές, αυτός αντικρίζει θραύσματα θαυμασίων οστράκων, χρυσοποίκιλτα κλειδιά μακρινών βασιλείων, μαύρα μαργαριτάρια, τη σοφία του δημιουργού και τη γεύση του ιχώρ. Στις στιλπνές επιφάνειες του φρέατος αντανακλάται η μορφή του ωραιοποιημένη, όπως θα την έβλεπε σε κάποιον από τους μαγικούς καθρέφτες που λεπταίνουν και αφαιρούν το λίπος από τη σάρκα. Για λίγο, για πολύ λίγο, ο βαθιά ερωτευμένος άνθρωπος ξεχνάει ότι δε μπορεί να αναπνεύσει στο νερό και περιηγείται την υποβρύχια ζωή ως να είχε βράγχια, βυθιζόμενος ολοένα και περισσότερο στο μαγικό του πηγάδι. Εκεί ορισμένοι ξεχνιούνται εντελώς και καταδύονται βαθύτερα από όσο επιτρέπει μια ανάσα. Είναι βέβαιοι για τον εαυτό τους και ιδίως για τον άλλον. Εφόσον αγαπούνε, νοιώθουν πως ο αγαπημένος τους θα τους ωθήσει ψηλά όταν θα το χρειαστούν. Κι έτσι το πηγάδι γεμίζει πτώματα όσο κατεβαίνει κανείς. Για τους ανθρώπους αυτούς η ζωή θα τελειώσει μέσα στο σκοτεινό νερό, στα πιο μεγάλα βάθη, χωρίς τίποτα πια να φωτίζει τριγύρω τους, αν ο ερώμενος δεν αποδεχθεί κάποια στιγμή να γίνει ο πάτος του πηγαδιού, πάνω στον οποίο θα συσπειρωθούν για να εκτιναχτούν προς την ανάσα. Γιατί το πηγάδι του έρωτα δεν έχει άλλο πάτο από το αγαπημένο σώμα. Από τη στιγμή της βουτιάς, η κατάδυση είτε θα σταματήσει εγκαίρως και θα ξεκινήσει η άνοδος για την πολύτιμη ανάσα, είτε, εφόσον συνεχιστεί, ο μόνος που μπορεί να σώσει τον βουτηχτή είναι αυτός για τον οποίον βούτηξε. Αν αυτός δεν αγκιστρωθεί στα τοιχώματα ώστε ο άλλος να πατήσει επάνω του και να μπορέσει να ξαναβγεί στην επιφάνεια, ο θάνατος είναι νομοτέλεια. Κανείς δε γλιτώνει από τον πνιγμό του έρωτα. Ο,τι κι αν λέμε, ακόμα κι εκείνος που θα κατορθώσει μονάχος του να ξαναδεί το φως του ουρανού, θα πάσχει για πάντα από την ασθένεια των δυτών. Δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος με αυτόν που μπήκε. Έτσι ξεχωρίζει κανείς το βάθος του ερωτικού συναισθήματος. Οι φιγούρες που επιπλέουν στα αβάθη, οι μορφές που φλερτάρουν την επιφάνεια, που σαν τις φάλαινες θα αναδυθούνε να ανασάνουν και θα ξαναβουτήξουν, δε βιώνουν το ίδιο συναίσθημα με εκείνους που συναντά κανείς χαμένους στις αβύσσους του βυθού. Αυτό μου συνέβη με τη Λιζ. Τίποτα δεν υπολόγισα και άρχισα να καταδύομαι ολοένα και βαθύτερα στο πηγάδι, ανιχνεύοντας τις εξωτικές μορφές στις στοές και τους λαβυρίνθους. Όταν διαπίστωσα πως ήταν πια πολύ αργά για να επιστρέψω μόνος, κατάλαβα πως η ζωή μου θα τέλειωνε. Γιατί εκείνη δεν ήταν πια δίπλα μου, αρνιόταν να γίνει ο πάτος, βρισκόταν κιόλας στην επιφάνεια και δεν κοιτούσε καν προς το νερό, δεν προσπαθούσε ούτε να διακρίνει τη φιγούρα μου. Και δε μπορούσα ούτε να τη μισήσω. Εψαχνα μόνο απεγνωσμένα να πιαστώ από κάποιο κομμάτι της φούστας της που επέπλε ακόμα, μήπως και την τελευταία στιγμή με τραβήξει. Η μήπως την τραβήξω εγώ, να την πνίξω μαζί μου. Η εκδρομή στα κάστρα της Βοημίας ήταν η πρώτη πράξη του δράματος, η αρχική βουτιά. Το πρώτο πράγμα που έκανα όταν βρεθήκαμε οι δυό μας να ταξιδεύουμε, ήταν να αναρωτηθώ τι διάβολο συναίσθημα ήταν αυτό που σιγά-σιγα θέριευε μέσα μου. Γοητευόμουν επειδή μας ένωνε το αίμα; Γοητευόμουν μόνο και μόνο γιατί είχα ανακαλύψει μια αδελφή που αγνοούσα τόσα χρόνια, συνεπώς αφού είχε έστω και το μισό μου αίμα, δε μπορεί παρά να ήταν αξιαγάπητη; Ερωτευόμουν δηλαδή από αυτοθαυμασμό, τη θηλυκή μου εκδοχή; Θα ένοιωθα έτσι αν αυτή η γυναίκα που οδηγούσε και μιλούσε με εκείνον τον παιχνιδιάρικο τόνο δεν ήταν συγγενής μου αλλά μια κοπέλα που συνάντησα τυχαία στο δρόμο; Οι απαντήσεις που έδινα όπως εξελισσόταν η εκδρομή, ήταν όλες θετικές. Μέρα τη μέρα, μέσα σε μπυραρίες, σε συναυλίες στις σκάλες καθεδρικών ναών και μουσείων, σε ατενίσεις των ποταμών πάνω σε τείχη των κάστρων, μέρα τη μέρα ανάμεσα στις συζητήσεις για τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη στάση απέναντι στη ζωή, την ανατροφή των παιδιών και τη θέαση του κόσμου, ανάμεσα στην κριτική του καθαρού λόγου και την αιώνια επιστροφή, ανάμεσα στον Προύστ και τον Μαλαρμέ, εντόπιζα μια πραγματική αδελφή. Και πραγματική αδελφή για μένα είναι εκείνη με την οποία η εκλεκτική συγγένεια αποδεικνύεται πιο ουσιαστική. Την προτελευταία μέρα επιστρέψαμε από το Κάρλοβι Βάρυ στην Πράγα. Την επομένη θα γυρίζαμε στο Βερολίνο. Μέχρι τότε, η επικοινωνία μας είχε τη γοητεία της διαρκούς επαφής, της συνάφειας των ψυχών, της αποπλάνησης των βλεμμάτων και του αβίαστου χαμόγελου, αλλά δεν είχα ακόμα επιτρέψει στον ερωτισμό μου να εκδηλωθεί. Ντρεπόμουν, φοβόμουν, σεβόμουν. Είχα προσπαθήσει τις προηγούμενες ημέρες να εντοπίσω τις ατέλειες επάνω της, όπως τα ελαφρά στραβά μπροστινά της δόντια, τα λίγα παραπανίσια της κιλά, μήπως και η αναγωγή της σε θεσπέσιο πλάσμα οφειλόταν μόνο στον ενθουσιασμό μου. Δεν κατάφερα τίποτα. Η γυναίκα αυτή με συνάρπαζε πέρα από το δέρμα, πάνω από τα κιλά, έξω από τις ατέλειες, ή μάλλον, ακριβώς γι αυτές. Ακόμα και τα ελαφρά δαγκωμένα της νύχια έβλεπα να δένουν αρμονικά με τα παιδικά της χέρια και οι εξέχουσες καμπύλες στην περιφέρεια, εμένα μου έμοιαζαν ζεστά ψωμάκια για πεινασμένους. Από τη μια πλευρά ένοιωθα πια ξεκάθαρα ότι τη θέλω σαν τρελός, από την άλλη είχα απόλυτη επίγνωση πως αν υπήρχε μια γυναίκα ζωντανή σε τούτη γη με την οποία δεν επιτρεπόταν να νοιώθω έτσι, την είχα δίπλα μου. Δεν ήταν μόνο η αδελφή μου, αλλά ήμασταν και δυό παντρεμένοι με παιδιά, που αγαπούσαν τους συντρόφους τους. Παρότι δεν ήμουν άγιος και είχα ζήσει λίγες σύντομες περιπέτειες κατά τη διάρκεια του πολυετούς γάμου μου -ήδη μετρούσαμε 14 χρόνια κοινής ζωής- συνειδητοποιούσα ότι αυτή η γυναίκα δεν θα μπορούσε ποτέ να καταταχθεί σε αυτές τις περιπετειούλες. Σαν τυπικός άντρας, είχα μεγαλώσει χωρίς πολλές-πολλές ενοχές για τα ζητήματα που ονόμαζα «πανηγυράκια της ψωλής», δηλαδή δεν αισθανόμουν τύψεις όταν συνέβαινε να κοιμηθώ για ένα βράδυ με κάποια κοπελίτσα. Γιατί όπως οι περισσότεροι άντρες ξέρουν αυτό δε σήμαινε τίποτα, είχε την ίδια συναισθηματική αξία με έναν συμμετοχικό αυνανισμό. Αλλά εδώ τα πράγματα άλλαζαν. Ένοιωθα πως θα ερωτευόμουν εάν, κι αυτό ήταν εντελώς πρωτόγνωρο συναίσθημα. Δεν ήξερα αν θα μπορούσα να το διαχειριστώ. Ποτέ δε μου είχε συμβεί να ερωτευτώ άλλη γυναίκα από τότε που γνώρισα την Αλεξάνδρα. Αντίθετα, μου φαινόταν εφιαλτικό. Παρά τις λίγες μου περιπέτειες, την Αλεξάνδρα τη λάτρευα, την αγαπούσα με όλη μου την ύπαρξη, ήθελα να πεθάνω στην αγκαλιά της και τα μάτια της να είναι το τελευταίο πράγμα που θα έβλεπα στη ζωή. Η Αλεξάνδρα ήταν η γυναίκα της ζωής μου. Το είχα αποδεχθεί αυτό όταν παντρευτήκαμε, παρότι το αρχικό πάθος είχε ήδη κοπάσει. Ανήκω στους ανθρώπους που πιστεύουν ότι το πάθος μπορεί να κοπάσει, αλλά η αγάπη σημαίνει αυτό ακριβώς: να ξέρεις ότι το πάθος θα κοπάσει κάποτε και να το αποδέχεσαι. Μέχρι τη Λιζ, πίστευα πως δεν είναι δυνατόν να διαχειριστεί κανείς ταυτόχρονα δυό έρωτες και να είναι ειλικρινής –ειλικρινής, όχι αληθινός- και προς τους δύο. Τώρα αυτό πήγαινε να ανατραπεί. Κι επιπλέον, η αναγκαστική ανάμνηση της Μάγδας, για την οποία ακόμα δεν είχα πει τίποτα στη Λιζ, μου προκαλούσε πρόσθετη δυσθυμία. Το τελευταίο βράδυ βγήκαμε νωρίς, φάγαμε σε μια μπυραρία του Νόβε Μέστο και επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο. Φυσικά είχαμε νοικιάσει ένα δίκλινο δωμάτιο κι ως εκείνο το βράδυ είχαμε συμβιώσει αρμονικά, χωρίς να επιτρέψω στον πόθο μου όχι να επικρατήσει αλλά ούτε καν να γίνει υπαινικτικός, εμποδίζοντας ακόμα και την υποψία στύσης ή λαγνείας με λογισμούς πάνω στον Γκαίτε, με φυστίκια, με ντους και με διάβασμα. Εκείνο το τελευταίο βράδυ στη φθινοπωρινή Πράγα, υπό τους ήχους μιας κατακλυσμιαίας βροχής που ξεκίνησε να πέφτει όταν φύγαμε από τη μπυραρία και θέριεψε μόλις φτάσαμε μουσκεμένοι στο δωμάτιο, άλλαξε τη ζωή μου για πάντα.

buzz it!

Το σημάδι του Αβελ 14

Το βράδυ στο σπίτι σου ήταν απολαυστικό. Η Μαριάνθη είναι ένα πανέμορφο παιδί κι ο Μάρτιν, στα δικά μου τα μάτια, έμοιαζε περισσότερο με βόρειο Ιταλό παρά με Γερμανό. Πολύ γλυκός άνθρωπος. Σου εύχομαι όταν κυλήσει ο καιρός να ξαναβρείς την επαφή μαζί του. Δεν είναι ανάγκη να χάνονται οι άνθρωποι που κάποτε αγαπήθηκαν όταν τελειώνει. Αυτό είναι ένα στερεότυπο φτιαγμένο για να μας σώζει από σκοτούρες, μα τι είναι η αγάπη αν όχι αυτόβουλη παραχώρηση της ελευθερίας μας σε κάποιον; Στο κάτω –κάτω, ό,τι κι αν συνέβη, θα είναι για πάντα ο πατέρας της κόρης σου. Η αθωότητα της επαφής μας, η χαρά του απροσδόκητου, η έκπληξη που τους έκανες όταν με παρουσίασες κι εξήγησες πως βρεθήκαμε, η εξομολόγησή σου ότι επί ενάμισι χρόνο έψαχνες τα πάντα γύρω από μένα κι ότι μέχρι την τελευταία στιγμή αμφιταλαντευόσουν να μου μιλήσεις, οι διηγήσεις σου για τη ζωή της Ελένης πλάι στον Βλαδίμηρο Έσολτζ, τον άνθρωπο που την ανέσυρε από τα αζήτητα, την μεταμόρφωσε σε γυναίκα κι έγινε πατέρας σου, η συντομία με την οποία παρέκαμψες όλα τα δυσάρεστα ζητήματα υγείας και επικοινωνίας της, το διαβολεμένο σου κέφι, η ευγλωττία και το σπίθισμα στο βλέμμα σου, οι ασυναίσθητες κινήσεις των χεριών πάνω στα μαλλιά σου, κι όλα αυτά υπό τους ήχους μιας κεφάτης χορευτικής τζαζ –θυμάμαι τώρα τη Ντέλα Ριβς να μας τραγουδάει τα εύθυμα μπλουζ της- και με τη γεύση του Αίματος του ταύρου, του ούγγρικου κρασιού, χάραξαν εκείνο το βράδυ στη μνήμη μου με άσβηστο μελάνι. Οταν η μικρή μας άφησε για να διαβάσει κι απομείναμε οι τρεις, η σύντομη διήγηση της γνωριμίας σας και του έρωτά σας με τον Μάρτιν, η απόπειρά μου να συνοψίσω τη δική μου ζωή σε μια γρήγορα διηγήσιμη περίληψη, όλα επισκιάστηκαν από τις δεκάδες ανάκατες απορίες που είχαμε ο ένας για τον άλλον, τις παρεκβάσεις, τις παρενθετικές προτάσεις και το πολύ κρασί. Αντι να διηγηθούμε τις ζωές μας, είπαμε ο ένας στον άλλον στιγμιότυπα. Και ήταν εντέλει το κρασί που μας οδήγησε στην απόφαση της εκδρομής. Κι ήταν ο Μάρτιν, αυτός κι όχι εμείς, που επέμεινε. Όταν σχολίασα το κρασί πως ήταν σαν μια κόκκινη ρετσίνα για τους Ούγγρους, κι ότι όπως είχα ακούσει, όφειλε το όνομά του στους στρατιώτες του Σουλειμάν του μεγαλοπρεπούς που όταν έφτασαν στην Ουγγαρία πίστευαν πως το ιδιαίτερο χρώμα του οφειλόταν σε πρόσθεση αίματος ταύρου, οι συνειρμοί που ακολούθησαν πήραν την απόφαση για εμάς. Αρχίσαμε να μιλάμε τότε πρώτα για τη Βουδαπέστη, μετά για το κάστρο του Εγκερ, της ιστορικής πόλης που αντιστάθηκε στους Τούρκους κι έδωσε το όνομά της στο κρασί, και κατόπιν πιάσαμε την Πράγα και τα κάστρα της Βοημίας. Οι αναμνήσεις μας συνέπιπταν σε αρκετά σημεία, και τότε ο Μάρτιν μας πρότεινε να πάρουμε το αυτοκίνητό του και αφού η Ουγγαρία ήταν μακριά, να κάνουμε μια εκδρομή στην κοντινή Τσεχία. Ετσι, χωρίς πρόγραμμα. Η Πράγα απείχε λιγότερο από 300 χλμ από το Βερολίνο. Μια εκδρομή γνωριμίας ανάμεσα σε δυό αδέλφια που δε μεγάλωσαν μαζί. Μπορώ να πω ότι ήταν το ίδιο ενθουσιασμένος με εμάς, αγνός, γεμάτος χαρά, την οποία μετέδωσε αμέσως στη Μαριάνθη. "Η Λιζ κι ο Νικήτας θα πάνε εκδρομή στη Βοημία. Θυμάσαι;" Κι εκείνη του θύμισε τη δική τους περυσινή εκδρομή. Τι ρομαντικό! Κι εντέλει, πόσο ειρωνικό. Με την ευλογία του άντρα και της κόρης σου -κι οι δυό τους σε φώναζαν Λιζ- θα ξεκινούσαμε ένα ταξίδι για τους δυό μας. Ένα ταξίδι χωρίς πραγματική επιστροφή. Μόνο που δεν το ξέραμε. Σήμερα πια, δεν έχω καταλήξει αν αυτό ήταν το πραγματικό ταξίδι μου στην κόλαση ή αν, όσο τα χρόνια περνούνε, θα’ ρθουν στιγμές ακόμα πιο διαβολικά ζυμωμένες. Πάντως η κόλαση, στην πύλη της τουλάχιστον μοιάζει με τον παράδεισο. Το βράδυ δε με αφήσατε να επιστρέψω στο ξενοδοχείο και το πρωί έκανες όλες τις ετοιμασίες, φόρτωσες το γκόλφ, πήγαμε μαζί στο ξενοδοχείο, ακύρωσα την παραμονή μου τα μάζεψα και φύγαμε. Ήμουν τότε 41 χρονών κι εσύ 35. Είχα δυό παιδιά κι είχες ένα. Είχαμε κι οι δυο ευτυχισμένους γάμους, δυό υπέροχους συντρόφους και από μια καριέρα που δε μας άφηνε ασυγκίνητους. Η ζωή μας έφερνε κοντά μετά από το παιχνίδι που μας είχε σκαρώσει. Ο καιρός, παρότι αρχές Νοέμβρη, ήταν πολύ καλός. Το κέφι μας πελώριο κι οι ματιές μας αφημένες στην εξακρίβωση της αγάπης. Ανοιχτές. Τα πάντα μας προετοίμαζαν για την καταστροφή.

buzz it!

Tο σημάδι του Αβελ 13

Ο έρωτας κρίνεται στις λεπτομέρειες. Μεγαλώνοντας το πιστεύω όλο και περισσότερο. Ναι, υπάρχει μια οικουμενική διάσταση της ερωτικής εμπειρίας που την κάνει μεταφράσιμη από τον άλλον, παρότι γενικά η εμπειρία του άλλου είναι αμετάφραστη. Ναι, αν πω ότι πονάω στο στέρνο, ότι κάθε μέρα η πρώτη μου σκέψη και κάθε νύχτα η τελευταία σε περιέχει, μπορεί να καταλάβει οποιοσδήποτε έχει ερωτευτεί και χωρίσει χωρίς να το θέλει τι συνεπάγεται αυτός ο πόνος, τι σημαίνει, σε ποιά κόκαλα εντοπίζεται, με ποιόν τρόπο σου στρίβει το λαιμό, σου καταλύει τις διαθέσεις και σε φέρνει αντιμέτωπο με τον θάνατο. Όλα αυτά ισχύουν, όμως νομίζω τώρα πως οι ειδικές συνθήκες ενός συγκεκριμένου έρωτα, ακριβώς τα σημεία που παραμένουν αμετάφραστα για τους άλλους, είναι τα κλειδιά της κατανόησής του. Η οικουμενικότητα αφορά τις γενικές συνθήκες, αλλά η ένταση, το μέγεθος, αυτό που τελικά διακρίνει τους έρωτες στους αναλώσιμους και σε αυτούς που φέρουν το σημάδι του Κάιν, νομίζω πως είναι κάτι τόσο προσωπικό όσο ένα στραβό κοίταγμα, μια γκριμάτσα, μια μύγα που πετάει στο δωμάτιο, ένα συγκεκριμένο χαμόγελο, μια αστοχία. Κι ακόμα περισσότερο ένα εμπόδιο. Οσο μεγαλύτερο το εμπόδιο τόσο δυναμώνει η επιθυμία. Ετσι οι έρωτες χωρίζονται σε εκείνους που οι δυό ερώμενοι προσπαθούν μαζί να υπερβούν κάποιο τραχύ εμπόδιο και σε εκείνους που τραμπαλίζονται ανάμεσα στη διαφορετική ένταση των συναισθημάτων, δηλαδή σ αυτούς που ο ένας από τους δυό δε θέλει πια. Και να το αμετάφραστο της δικής μας σχέσης για τους άλλους. Δεν είχαμε μόνο το πιο ψηλό εμπόδιο να υπερβούμε, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα δεν προσπαθούσαμε πια μαζί. Απόμεινα να προσπαθώ μόνος να καθαγιάσω το βρώμικο νερό, εσύ εγκατέλειψες και σταμάτησες να θες. Σε εξόρκιζα να με βοηθήσεις να μπορέσω κι εγώ να το αντέξω με εκείνη την τελευταία φορά. Σου ζητούσα να μου δώσεις τη δύναμη. Κι εσύ επέμενες να μην καταλαβαίνεις, να φέρεσαι σα να σου ζητούσα παντοτινή υποτέλεια κι όχι την ελευθερία μου. Πίστευες πως αν ερχόσουν μαζί μου για εκείνη την τελευταία φορά, θα έβγαζες τα μάτια σου με τα ίδια σου τα χέρια. Αφού εσένα σου είχε περάσει, δε σε ενδιέφερε πια τι συνέβαινε σε μένα. Δεν πίστευες, παρότι το έβλεπες καθημερινά, πως δεν ήταν αυτός ο τρόπος για να κρατήσεις τον αδελφό σου αδελφό σου, αλλά ότι έτσι όπως σκλήραινες και απέκλειες σιγά-σιγά, ένα-ένα τα θέματα που μπορούσαμε να συζητούμε, με έδιωχνες, με εξόριζες, μου έκανες αδύνατο να αντέξω την απουσία σου, με γκρέμιζες στην πιο πικρή συντριβή, αφαιρούσες τα τελευταία ίχνη ανδρισμού από μέσα μου και, ιδίως, με έκανες να αισθάνομαι φριχτά με τον εαυτό μου κι αυτό που επέτρεπε να του συμβαίνει. Η αδυναμία μου να χαρώ τη ζωή επηρέαζε τώρα την οικογένειά μου. ‘Ημασταν μουντοί. Δε βρίσκαμε τι να πούμε. Δεν έβρισκα πώς να σταματήσω να σε σκέφτομαι και να αφοσιωθώ. Κι αυτό με εξόργιζε. Αυτό ήταν πρόστυχο, όχι η σχέση μας όσο λειτουργούσε. Τότε ήμασταν όλοι χαρούμενοι. Ποτέ δεν ήθελα να αναχθείς σε παράγοντα ανταγωνισμού της ευτυχίας μου και να’ το που συνέβαινε. Με την απανθρωπιά που έδειχνες στο αίτημά μου μέχρι τη στιγμή που αισθάνθηκες φόβο, μέσα μου είχες αναγορευτεί σε πρωταρχική σκέψη, σε αγιάτρευτη πληγή. Ανταγωνιζόσουν ευθέως την Αλεξάνδρα και την επιβίωση της οικογένειάς μου. Με άφηνες ανήμπορο να λειτουργήσω. Γινόμουν ένα φριχτό κατασκεύασμα, κινδύνευα κάθε βράδυ να τιναχτούν όλα στον αέρα μόνο και μόνο γιατί δε μπορούσα να διαχειριστώ πια έναν απλό τσακωμό κι αμέσως γινόμουν έξαλλος. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες. Στην αρχή μου έδειξες τον τάφο, ένα λιτό μάρμαρο στο νεκροταφείο του Πότσνταμ. Ενθάδε κείται και τα λοιπά. Η μητέρα μας. Σταθήκαμε και κλάψαμε για πρώτη φορά αγκαλιασμένοι. Μου εξιστόρησες ότι είχε πεθάνει πριν από 1,5 χρόνο και τότε μόνο σου αποκάλυψε την ύπαρξή μου και τι είχε συμβεί. Ηταν καιμός της, είπε, που ποτέ δεν κατάφερε να με νοιώσει παιδί της, που πάντα για εκείνην ήμουν το αποτέλεσμα ενός βιασμού. Μέσα μου αναθεμάτισα την Πέρσα, αιωνία της η μνήμη. Μου είχε πει ψέμα πως η Ελένη Ελευθερίου είχε πεθάνει. Προφανώς για να μην την αναζητήσω και πληγωθώ. Όμως ζούσε. Είχε πεθάνει μόλις λίγους μήνες πριν. Αχ Πέρσα, ήσουν υπέροχη μητέρα μα θα ήθελα να είχα γνωρίζει την Ελένη. Είχα το δικαίωμα. Κι αν πληγωνόμουν, δικιά μου θα ήταν η πληγή. Μετά ξεκινήσαμε να εξερευνούμε ο ένας τον άλλον. Για λίγο. Για μια μέρα μόνο. Συνεπαρμένος από την ανακάλυψη μιας αδελφής, ερευνούσα κυρίως την ενδεχόμενη εκλεκτική μας συγγένεια. Τι μας ένωνε πέρα από το αίμα; Υπήρχε κοινός τόπος, έδαφος βλαστήματος συναισθημάτων; Η αρχική ερωτική αίσθηση που είχα θα συνεχιζόταν; Επέστρεψα στην Ελλάδα και μια εβδομάδα αργότερα βρισκόμουν πίσω, τάχα για ένα συνέδριο μετάφρασης. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πως δεν ήξερα τι ένοιωθα, όταν αποφάσισα να μην αποκαλύψω ακόμα στην ύπαρξή σου στην Αλεξάνδρα. Τι πιο φυσικό να πήγαινα και να της έλεγα ότι σ αυτό μου το ταξίδι βρήκα την άγνωστη ετεροθαλή αδελφή μου; Δεν το έπραξα. Αντίθετα είπα ψέματα για το συνέδριο, ενώ σε εσένα είχα πει πως θα ερχόμουν έτσι κι αλλιώς για δουλειές και πως η Αλεξάνδρα συγκινήθηκε από τη γνωριμία μας και περιμένει πως και τι να σε δει στην Αθήνα. Επέστρεψα γεμάτος χαρά και σου είπα πως θα μείνω μια εβδομάδα κι ότι τελικά οι δουλειές που είχα δεν ήταν τόσο απαιτητικές. Θα ήθελα να περνούσαμε χρόνο μαζί. Κανόνισες με χαρά να πάρεις άδεια από το σχολείο. Το ίδιο απόγευμα μου γνώρισες τον Μάρτιν και την κόρη σου. Έδειχνες ακόμα ανυποψίαστη για τα μπερδεμένα μου αισθήματα. Που να ήξερα…

buzz it!

Tο σημάδι του Αβελ 12

Κάθε μέρα ζω λίγη τρέλα. Αυτό με σώζει από το άσυλο. Κάθε βράδι πεθαίνω λιγάκι. Αυτό με σκληραγωγεί για το τέλος. Μέρα στη μέρα επιμένω να μη βγάζω τα καλώδια από την ελπίδα. Κλινικά νεκρή λένε, αλλά εγώ επιμένω να την κρατώ τεχνητά στη ζωή. Ολα είναι θέμα δόσης. Θέλω τη δόση μου. Χωρίς αυτήν θα γλιστρήσω. Η ελευθερία της απουσίας ελπίδας, η εξορία. Η εσωτερική εξορία. Διαφημισμένες μπούρδες. Εικονοκλασίες της θλίψης. Κτερίσματα. Τα έχω υμνήσει πολλάκις. Τελικά όχι, δε μπορώ να φανταστώ το Σίσυφο ευτυχισμένο. Μπορώ να τον δω να γελάει κατάμουτρα στην ειρωνεία, αφού το πιστεύω πως δεν υπάρχει μοίρα που να μη νικιέται με την περιφρόνηση. Αλλά όχι ευτυχισμένο. Νομίζω πως ούτε ο Καμύ μπόρεσε. Θέλησε να κλείσει έτσι το βιβλίο γιατί δεν είχε τι άλλο να πει. Τι να την κάνω τη συνείδηση αν με οδηγεί στο θάνατο; Τι να την κάνω την επίγνωση που οδηγεί στη σήψη; Οχι, να μην ξέρω. Εγω θα ξέρω πως η ελπίδα ζει. Γιατί αλλιώς φοβάμαι μη γλιστρήσω. Κάθε φορά που γυρνάω το κουμπί του κλόουν φοβάμαι μη με πάρει η κατρακύλα. Το μεγαλύτερο μαρτύριο είναι η μυρωδιά των παιδιών. Μισώ τον εαυτό μου. Αυτή η μυρωδιά θα έπρεπε να σε έχει εξαφανίσει, να έχει κατακρημνίσει τη μνήμη σου στο φαράγγι της Τρύπης, να την έχει αποδιοργανώσει , αποδομήσει, κόψει σε τρυφερά κομμάτια και ψήσει στη θράκα, κατασπαράξει και θάψει τα κόκκαλα, σκεπάσει, τυλίξει, απομακρύνει, τελειώσει. Απεχθάνομαι αυτό που επιτρέπω. Που δεν επιτρέπω, μα δεν έχω τον έλεγχο. Την εισβολή σου, τον καθημερινό διεμβολισμό της σκέψης μου, την τραμπάλα του τρόμου που ζω, με την επίγνωση πως δεν υπάρχει δίχτυ να με σώσει απ’ το γλίστρημα. Σε διώχνω κι επανέρχεσαι. Φαντάζομαι ότι σε πυροβολώ στο κεφάλι κι αμέσως το επισκευάζεις. Σου κόβω το λαιμό κι η μαχαιριά εξαφανίζεται. Σε πνίγω και δεν μπορώ να σφίξω. Σε κλωτσάω και το πόδι μου περνάει από μέσα σου. Εγινες το αόρατο μέλος της οικογένειας. Κάθεσαι πάντοτε απέναντί μου και με κοιτάς επικριτικά. Ο,τι κι αν κάνω. Κι έτσι γελώ μηχανικά, παίζω μηχανικά, δουλεύω μηχανικά, επικοινωνώ μηχανικά. Ο θρίαμβος του Πολυτεχνείου, σχολή Συναισθηματικών Μηχανικών. Προσέχω εσένα που με επικρίνεις και δεν προσέχω γύρω μου που με φιλούν. Ντρέπομαι, καταισχύνομαι, μου φταίς. Μου φταίω. Αυτοί δε φταίνε όμως. Ισορροπία του ανισόρροπου. Μεθυσμένα βήματα. Αδυναμία συγκέντρωσης. Εκνευρισμός. Ένταση. Τσακωμοί και αδυναμία κατανόησης του άλλου. Εκεί που πρέπει να χαιδέψω με κατανόηση, νοιώθω σκατζόχοιρος. Σε κοιτάω τότε ξανά κι αντί να μου χαμογελάσεις και να μου ανοίξεις τα αγκάθια, μου αντιγυρίζεις εκείνο το βλέμμα της απέχθειας. Και δε μπορώ τότε. Γίνομαι το νεκρό προσωπείο. Τα βλέμματα παγώνουν. Οι επιπτώσεις μαζεύονται απειλητικές σα μαύροι σωρείτες. Ετοιμες να ξεσπάσουν με βροντές οι συνέπειες. Στις ειδήσεις μιλούν για κατακλυσμό από τύψεις. Για τυφώνα πληγών και τσουνάμια από μίσος. Σε μια κλωστή κρέμονται όλα. Κάπου εδώ ετοιμάζεται το μέλλον να διχαστεί κι ο κόσμος να διαιρεθεί στα δύο. Κάπου κοντά ενεδρεύει το ανέκλητο. Σε λίγο οι θεατές θα μου πετάξουν ντομάτες και θα φύγουν. Τέλος η παράσταση. Κακή. Και οι μέρες περνάνε χωρίς να περνάς. Τα χάπια μειώνονται και μετά το κουτί γεμίζει πάλι. Κάθε μέρα κρατώ την παράσταση με τα δόντια. Ενα λάθος βήμα κι όλα τέλειωσαν. Μια απροσεξία, μια λάθος λέξη, ένας υπερβάλλον εκνευρισμός. Χοπ! Πηδηματάκι. Χοπ χοπ χοπ, έλα αλογάκι. Ηταν ένα μικρό καράβι. Ντόρα εξπλόρερ. Το βλέμμα της αναρώτησης στα μάτια της. Της παραίτησης. Της λύπης. Στα αγαπημένα της μάτια. Με τρελαίνει αυτό. Κοιτάω το κίτρινο ψαλίδι και γυαλίζει το μάτι μου. Με τρελαίνει η λύπη στο βλέμμα της. Ντρέπομαι. Κι εσύ απέναντι συνεχίζεις να με κοιτάς επικριτικά. Πάντα έτσι. Και εγώ να σκέφτομαι, ξανά και ξανά και ξανά, πως αρκούσε ένα βήμα για την ελευθερία. Ξεφυσάω και τυλίγομαι. Ξαγρυπνώ. Πως το επιτρέπεις στον εαυτό σου; Πως επιτρέπεις να σημαίνεις αυτό; Η αποκάλυψη της νέας μου ταυτότητας επέδρασε στη σχέση με τη Μάγδα με έναν τρόπο που με εξέπληξε. Στην αρχή ανακουφίστηκα. Μετά όμως, αμέσως μετά, πως να περιγράψω αυτό που αισθάνθηκα; Περίμενα ότι η απαλλαγή μου από την καταδίκη του αίματος θα θέριευε το πάθος μου για αυτήν, όμως δε συνέβη έτσι. Αντίθετα, η ελευθερία που ένοιωθα τώρα, δεν ήταν η ελευθερία που επιζητούσα. Μόνο εμείς θα ξέραμε πως είμαστε αθώοι μέσα σε μια κοινωνία για την οποία είτε θα είμαστε για πάντα μιάσματα, είτε θα έπρεπε να αποκαλύψουμε τα του οίκου μας. Να της δώσουμε λογαρασμό. Ξενέρωσα. Δεν έφταιγε σε τίποτα η Μάγδα, αλλά ξενέρωσα τόσο αυτόματα κι αναπάντεχα, τόσο απότομο ήταν, που κατάλαβα πως ήταν αυθεντικό. Αποφάσισα να μην της πω τίποτα. Στην Πέρσα υποσχέθηκα να χειριστώ το θέμα προσεκτικά και την κράτησα από τότε σε καραντίνα. Τέρμα οι εκμυστηρεύσεις. Με είχε κατασκοπεύσει και πληγώσει. Μου απέκρυπτε την αλήθεια τόσα χρόνια Ημουν μπερδεμένος κι έξαλλος. Κυρίως, είχα ξεκαυλώσει. Παράξενο δεν είναι; Τώρα που το ξανασκέφτομαι το κατανοώ καλύτερα, τότε όμως μου φαινόταν παρανοικό. Το μυαλό μου είχε γυρίσει τα μάτια του προς τα μέσα. Κι εκείνη ήταν εκτός. Λες και κάποιος τον έλουσε με βενζίνη και του πέταξε το σπίρτο, ο έρωτάς μου κάηκε ξαφνικά. Και η γυναίκα που πριν λίγες ώρες σπαρταρούσε στην αγκαλιά μου κι εγώ της ψιθύριζα λόγια λατρείας, μεταβλήθηκε αίφνης σε θέμα προς επίλυση. Ναι, δεν θα της το έλεγα. Να συνεχίσουμε να είμαστε ξαδέλφια, ήταν ένας καλός λόγος να μου γυρίσει το κουμπί και να μη θέλω πια να σχετιζόμαστε ερωτικά. Ενώ αν της το έλεγα θα έπρεπε να υπερασπιστώ δημόσια την αγάπη που τοσο καιρό της δήλωνα πως ήταν υπεράνω αυτής της δυσκολίας. Δεν ξέρω αν είμαι τσάμπα μάγκας, αλλά ξέρω πως ο έρωτας που ένοιωθα δεν ήταν κάλπης. Ημουν έτοιμος να τον υπερασπιστώ μέχρι θανάτου όσο νόμιζα πως υπάρχει κάτι ανυπέρβλητο, κάτι μοιραίο να τον εμποδίζει. Και τώρα που το μοιραίο έπαιρνε αναβολή, τώρα που αναγορευόταν σε έναν κανονικό έρωτα που πλανήθηκε στην αρχή του, τώρα που είμασταν ουσιαστικά ελεύθεροι να αγαπηθούμε, εμένα μου έφυγε. Η Μάγδα υποβιβαζόταν σε μια ακόμα γυναίκα. Ιδιαίτερα σημαντική μεν, αλλά σε μια ακόμα γυναίκα. Η απαγόρευση έκανε όλη τη διαφορά λοιπόν; Ο καρπός του παραδείσου που άπλωνα το χέρι μου και τον ρουφούσα προσέχοντας μη με δουν; Η νοστιμιά του ήταν που δεν έπρεπε; Αυτό ήταν η ένταση του έρωτα, το άθροισμα των δυσκολιών του; Η μήπως ο έρως μου ήταν τελικά κάλπικος κι όλα αυτά είναι οι δικαιολογίες για την εκτέλεση; Ηταν τόσο σκληρές οι στιγμές που έζησα εκείνη την περίοδο που βαρυγκόμησα να τις θυμάμαι. Κοιτούσα το ταβάνι περιμένοντας να ξημερώσει, κι αν υπήρχε κάτι μέσα στο συνεπαρμό μου για σένα που με ενοχλούσε, ήταν οι αναγκαστικές ετούτες αναμνήσεις. Αντανακλαστικές, πλήρως παβλοφικές, αφου ήταν αδύνατο να μη σκεφτώ τη Μάγδα όταν κατάλαβα πως είσαι ετεροθαλής αδελφή μου. Που να φανταζόμουν τότε πως ακόμα και η ατομική ιστορία επαναλαμβάνεται σα φάρσα. Δεν ξέρω αν θέλω τώρα να γράψω για την εξέλιξη της ιστορίας εκείνης. Νομίζω δε μπορώ. Δεν έχω ξεπεράσει μέσα μου αυτό που συνέβη. Ισως σου τη θυμίσω αργότερα αφού οι συνέπειές της διαμόρφωσαν το χαρακτήρα μου και συνεπώς, σε ένα βαθμό και τη δική μας σχέση. Αλλά τώρα θέλω να ταξιδέψω στις μέρες που ακολούθησαν. Στις μέρες μαζί σου. Πριν απο την καταστροφή. Θέλω να τις θυμηθώ τώρα έχω ανάγκη απο μια γλυκιά ανάμνηση. Παγωτό στο χειμώνα.

buzz it!