Η σπόντα


Οπως ξέρεις καλά, δεν παίζω αμερικάνικο μπιλιάρδο. Ούτε κι εσύ το προτιμάς.
Τις παλιές εποχές προσπαθούσαμε μαζί να βρούμε τραπέζια γαλλικού. Ολοένα και τα εξόριζαν απο τα μπιλιαρδάδικα. Απο εκεί που επικρατούσαν, σταδιακά έγιναν μειοψηφία. Σαν κι εμάς. Εφερναν σνούκερ στη θέση τους. Ακόμα έτσι είναι. Σε κάθε μπιλιαρδάδικο με 10 τραπέζια, ζήτημα αν θα υπαρχει ένα γαλλικό. Ενα μόνο.
Οπως σε κοιτούσα λοιπόν να ιδρώνεις και να ξεφυσάς που δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα για το 250 χάπι της ημέρας και τι θα κάνεις, θυμήθηκα αυτές τις εποχές. Κι έψαξα και βρήκα κάτι σχετικό που είχα γράψει τότε. Μιλάει κι αυτό για έναν θεό, σαν κι αυτόν που μας χρειάζεται τώρα. Δικό μας θεό όμως, παράταιρο, τρελό, αλλιώτικο.Είναι λίγο υπερβολικό, το ξέρω, αλλά μήπως με την υπερβολή μας δεν ανακαλύψαμε την αρμονία της απλότητας κάποτε; Που πηγαν ρε φίλε εκείνες οι γνώσεις; Που πήγε η γνώση πως αν δε μπορούμε να χττυπήσουμε άμεσα τις μπίλιες χτυπάμε πρώτα σπόντα; Που είναι η σπόντα σου βρε;
Στο αφιερώνω. Για τη μέρα που θα ξαναπάμε για μπιλιάρδο.
Που θα ζητήσεις το τραπέζι 7 αντί του θαλάμου 7.
ΥΓ. Μου λες οτι δεν έχει νόημα να βγαίνουμε τα Σάββατα γιατί γυρνάς πίσω με άγχος. Τι να σου πω ρε φίλε... Ετσι, αφού μούδωσες "άδεια", πήγα κι εγώ το ΣΚ με τη Λ. και τα παιδιά και καναμε το πρώτο μας μπάνιο. Σε σκεφτόμουν. Το επόμενο Σάββατο θά'θελα να πάμε μαζί. Κι ας έχεις άγχος στην επιστροφή. Βλάκα.
~~~~~~
Ο από σφαίρας Θεός.
~~~~~~
-Σε παρακαλώ Θεέ μου, βοήθησέ με τώρα, είπε απο μέσα του ο Νικήτας.
Ηταν η σειρά του αντιπάλου του να παίξει κι εκείνος μόλις είχε χάσει την καραμπόλα. Αυτήν που αν έβγαζε θα τελείωνε το κορδόνι -και μαζί μ αυτό θα κέρδιζε τον τελικό αγώνα τρίσπονδων στο πανευρωπαικό τουρνουά μπιλιάρδου που αυτή τη χρονιά διεξαγόταν στο παλαί ντε σπόρ της Λισαβώνας. Ο Νικήτας είχε προπονηθεί σκληρά γιαυτόν τον αγώνα. Εδω και τρία χρόνια, απο τότε που αγόρασε με τις αιματηρές του οικονομίες κι ένα γερό δάνειο το 17, το παλιό μπιλιαρδάδικο στο υπόγειο πάνω απο την πλατεία Μεσολογγίου στο Παγκράτι, θυμόταν τον εαυτό του να προπονείται τουλάχιστον 3 ώρες τη μέρα στις τρίσπονδες. Επειδή στο μαγαζί υπήρχε μόνο ένα γαλλικό μπιλιάρδο -τα υπόλοιπα 7 ήταν αμερικάνικα- αναγκαζόταν συνήθως να προπονείται μετά τα μεσάνυχτα, συχνά ακόμα και ξημερώματα. Οι εποχές ηταν δύσκολες και δεν μπορούσε να αγκαζάρει το μοναδικό γαλλικό για πάρτυ του την ώρα που εκείνος ήθελε. Νοσταλγούσε την εποχή που τα μπιλιάρδα ήταν ανάποδα, όλα γαλλικά κι ένα μόνο αμερικάνικο. Τον εκνεύριζε όλη αυτή η στροφή στο αμερικάνικο. Θεωρούσε οτι το μπιλιάρδο αυτό δεν είχε αισθητική, δεν μετέτρεπε τη γεωμετρία σε ρέουσα τέχνη, παρά σηματοδοτούσε τον τρόπο σκέψης της νέας τάξης πραγμάτων: όλα στην τρύπα κι όπου νάναι. Εκτός απο τη μαύρη που έπρεπε να χαθεί σε δεδομένη τρύπα και την άσπρη, ναι, πάντα την άσπρη, που δεν θα την έτρωγε καμία τρύπα, επι ποινή χασίματος σειράς. Κάπως έτσι δε γίνεται; Τον μαύρο τον ρίχνουμε στην τρύπα τελευταίο, τον άσπρο τον κρατάμε έξω. Επιπλέον, δεν ήθελε να τον παρακολουθούνε οι νεώτεροι παίχτες, μια που γελοιοποιούσαν την αγάπη του για τις τρίσπονδες με την θανατηφόρα αθωώτητα της νεότητάς τους και τον μπέρδευαν: -Ρε μπάρμπα, γιατι δεν παίζεις κι εσυ αμερικάνικο; Κάνεις πόζα μπας και πηδήξεις καμιά μικρούλα; Τώρα πια η κατάσταση είχε αντιστραφεί. Ελάχιστοι αγαπούσαν την λιτή γεωμετρία και την απέριττη μεγαλοπρέπεια των τριών σφαιρών. Η πλειονότητα τρελαινόταν για τη φασαρία και την τυχαιότητα, τρελαινόταν για την πολυχρωμία και το μπουλούκι του αμερικάνικου, ήθελε να χώνει μπίλιες σε τρύπες κι αυτό να το αποκαλεί μπιλιάρδο. Επρεπε εξάλλου να φροντίζει και το μπαρ. Η Ξένια βοηθούσε όσο μπορούσε, αλλά βασιζόταν στην καλή της θέληση και μόνο, δεν ήταν υπάλληλος η φίλη του. Είχε ξοδέψει μια περιουσία για να δηλώσει συμμετοχή στο πανευρωπαικό. Ηταν η πρώτη του συμμετοχή σε διεθνές τουρνουά. Κι είχε ήδη αποκλείσει τέρατα του μπιλιάρδου, όπως τον Ελβετό Χίκλερ, τον προπερυσινό παγκόσμιο πρωταθλητή και τον Νοτιοαφρικανό Βαν Οστεν, μια θρυλική μορφή του παγκόσμιου μπιλιάρδου τρίσπονδων, που είχε κατέβει εφέτος αν και πεσμένος στο πανευρωπαικό, αγωνιζόμενος με την γερμανική του υπηκοότητα. Μια εβδομάδα με συνεχόμενες αναπάντεχες νίκες, τον είχαν οδηγήσει στον τελικό με αντίπαλο τον μυθικό Ιρλανδό Ο 'Χάρα, τρείς φορές παγκόσμιο και 5 πανευρωπαικό νικητή. Οι αθλητικές εφημερίδες οχι μόνο της Πορτογαλίας αλλά ολόκληρης της Ευρώπης ανέφεραν ήδη το όνομά του συνοδεύοντας τα σχετικά ρεπορτάζ με εκφράσεις όπως «ο Ελληνας που ήρθε απο το πουθενά», το «φαινόμενο απο την Ελλάδα διεκδικεί τον τελικό», «η Ελληνική έκπληξη» και τέτοια τυπικά θριαμβευτικά. Η είδηση είχε περάσει και σε ορισμένες ημερήσιες πολιτικές εφημερίδες -στα αθλητικά πάντα- κι απο ότι του είχε πεί η Ξένια στο τηλέφωνο, οι Ελληνικές εφημερίδες είχαν αρχίσει απο προχτές που απέκλεισε τον Ελβετό να να αναφέρονται στους τελικούς του πρωταθλήματος τρίσπονδων με εγκωμιαστικά σχόλια για το εως τώρα παραμελημένο άθλημα.
Τώρα ηταν η σειρά του Ιρλανδού, ενός κοκκινομούρη παχύσαρκου ξεπλυμένου τύπου με σταχτιά μάτια, που έμοιαζε εντελώς ψύχραιμος καθώς μελετούσε τις τροχιές που έπρεπε να ακολουθήσει η μπίλια του. Επαιζε με τη λευκή και η κάμερα του Eurosport που κατέγραφε τον αγώνα -μια γιγαντοοθόνη στο βάθος του παλαί ντε σπορ μετέδιδε απευθείας την εικόνα- είχε καρφωθεί στα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Ανέκφραστος ο Ιρλανδός πήγε και στήθηκε στην κάτω δεξιά άκρη του τραπεζιού, μελετώντας ακόμα την κίνηση ενώ έξυνε το τεμπεσίρι στο κεφάλι της στέκας. Χρησιμοποιούσε μια μεσαίου βάρους εβένινη στέκα, που έδειχνε καλοζυγισμένη κι είχε πολύ λεπτό κεφάλι, για να δίνει καλά τα φάλτσα. Τελικά ο Ο Χάρα έβαλε λίγο ταλκ στο αριστερό του χέρι, το σκούπισε προσεκτικά, πήρε θέση και σημάδεψε τη μπίλια του ακουμπωντας αεράτα στη γαλάζια θερμαινόμενη τσόχα. Ο Νικήτας κατάλαβε οτι σχεδίαζε ένα παράτολμο χτύπημα. Σκόπευε να στείλει τη λευκή στην πανω μεγάλη σπόντα με ανάποδο ψηλό φάλτσο, ώστε να κατέβει σε σχεδόν ευθεία γραμμή πρός τα κάτω, να βρεί την αριστερή σπόντα προς το τέλος της, κατόπιν την κάω σπόντα και να χτυπήσει απο πίσω την κόκκινη και τη σημαδεμένη λευκή που είχαν στηθεί σχεδόν ματάκια εμπρός του. Αν δεν έπαιζαν τρίπονδες, ο Νικήτας θα μπορούσε να τραβήξει τουλάχιστον 30 καραμπόλες με αυτά τα ματάκια. Η ιδέα του Ιρλανδού ήταν αρκετά δύσκολη αν όμως έπιανε θα του έδινε αβαντάζ για την επόμενη καραμπόλα και με αυτήν θα έπαιρνε το παιχνίδι, δυο του έλειπαν, αντι της μιας που λίγο πρίν είχε χάσει ο Νικήτας κάνοντας το πολυπληθές κοινό να βουίξει απογοητευμένο.
-Θεέ μου, βοήθα με επανέλαβε απο μέσα του, όπως ο Ιρλανδός ζύγιζε τα βήματά του, την ισορροπία του και τη στέκα.
-Και τι μου τάζεις; άκουσε μια υπόκωφη φωνή. Εκπληκτος κοίταξε τριγύρω και δεν είδε κανέναν. Ο διαιτητής ήταν κοντα στον Ιρλανδό, στην άλλη άκρη του τραπεζιού και δίπλα του κανείς. Ο Νικήτας ανατρίχιασε.
-Τι έγινε...Ποιός; σκέφτηκε κι αμέσως άκουσε πάλι:
-Ο παπιός. Ακούω, τι μου δίνεις για να σε βοηθήσω; Γρήγορα όμως, δεν μπορώ να σταματήσω και το χρόνο ξέρεις!
Παραλίγο να του πέσει η στέκα. Η φωνή σα να ερχόταν απο το μπιλιάρδο, μόνο που κανείς εκτός απο εκείνον δεν έδινε σημασία, σαν να την άκουγε μόνο αυτός. Κοίταξε στο τραπέζι και του φάνηκε οτι είδε την πικέ, τη σημαδεμένη λευκή μπίλια με την οποία έπαιζε ο ίδιος να του κλείνει το μάτι, τέλος πάντων, την τελεία! Αστραπιαία ο Νικήτας σκέφτηκε πως είτε παρανοεί, είτε κάτι αλλόκοτο συμβαίνει. Του φαινόταν δύσκολο να είχε παρανοήσει ξαφνικά απο την αγωνία, αφου ήταν καθαρός, δεν είχε πιεί παρά ένα ουίσκυ με κόλα εδώ και περίπου τρείς ώρες. Ο Ο Χάρα ήταν έτοιμος για τη βολή.
-Τι θές; ρώτησε ανοιγοκλείνοντας τα χείλη, αλλά με φωνή τόσο ψιθυριστή που ούτε ο ίδιος δεν ακουσε. Ο Ο Χάρα έπαιζε τη στέκα μπρός πίσω.
-Θέλω κάτι απλό. Οταν επιστρέψεις στο 17 θα βγάλεις όλα τα αμερικάνικα μπιλιάρδα και θα βάλεις γαλλικά. Δε θα κρατήσεις ούτε ενα τρύπιο. Κι ούτε θα επιτρέψεις σε κανέναν ποτέ να παίξει στα γαλλικά ρώσσικο, με τις 4 μπίλιες. Αυστηρά με τρείς θα παίζουν όλοι. Κι όποιος θέλει!Ο Νικήτας γούρλωσε τα μάτια κι ο Ιρλανδός χτύπησε απαλά τη λευκή μπίλια με ανάποδο φάλτσο.
-Σ' ακούω, είπε η φωνή. Η λευκή μπίλια πήρε καλά την πρώτη σπόντα κι άρχισε να κατεβαίνει βασανιστικά αργά, να διασχίζει την μεγάλη πλευρά του τραπεζιού ελαφρά λοξά, πρός το τελευταίο κάτω διαμάντι. Η θέρμανση της τσόχας βοηθούσε την πορεία της παρά το απαλό χτύπημα. Ο Νικήτας δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η λευκή χτύπησε τη δεύτερη σπόντα κι ο Ελληνας κατάλαβε οτι η καραμπόλα θα'βγαινε. Κι όμως δε μπορούσε να μιλήσει. Με μάτια ορθάνοιχτα την είδε να παίρνει πολύ όμορφα την τρίτη σπόντα, να ανεβαίνει πολύ σιγά, να σπρώχνει την κόκκινη και κατόπιν, όλο χάρη, να χτυπάει απαλά την πικέ, την δική του. Συνήλθε απο τα χειροκροτήματα των εκατοντάδων θεατών κι είδε τον Ιρλανδό να κατεβάζει μια γουλιά Μακ Φάρλαντ χαμογελώντας του πονηρά. Βρισκόταν κι εκείνος τώρα μια καραμπόλα απο τη νίκη. Κι επιπλέον ήταν σειρά του πάλι. Κι η βολή ήταν απλή. Εσωτερική τρίσπονδη στις μικρές γωνίες. Θα χτύπαγε κόκκινη, πάνω σπόντα, αριστερή κάτω σπόντα, πίσω σπόντα, πικέ. Ούτε κάν παράθυρο δεν μπορούσε να περάσει. Αστεία καραμπόλα. Το παιχνίδι είχε κριθεί.
-Θεέ μου...ξαναείπε ο Νικήτας ιδρώνοντας.
-Κοίτα φίλε το εμπέδωσα ότι ξέρεις το όνομά μου, αν είναι να απαντήσεις επί της πρότασης κάνε το, αλλιώς παράτα μας, είπε η φωνή. Αυτή τη φορά ο Ελληνας φέρθηκε ψύχραιμα. Εκλεισε το μάτι στην πικέ.
-Εντάξει λοιπόν, είπε. Γεννηθήτω το θέλημά σου, ελθέτω ξανά η βασιλεία σου, η βασιλεία της Γεωμετρίας. Σύμφωνοι. Κανένα αμερικάνικο στο μαγαζί μου. Εξω-οι-Αμε-ρικά-νοι!
Το τελευταίο το ψιθύρισε σα σύνθημα, απο αυτά που λένε στις διαδηλώσεις. Η πικέ μπίλια του έκλεισε γι άλλη μια φορά το μάτι. Ο Ο Χάρα ετοιμαζόταν πάλι.
-Εντάξει λοιπόν, είπε η πικέ. Καλά σε κατάλαβα. Αει ο θεός ο μέγας γεωμετρεί, Ελληνα. Καθώς ο Νικήτας ανατρίχιαζε σκεπτόμενος τι να σήμαινε η αναφορά στον Πυθαγόρα από μια μπίλια του μπιλιάρδου, ο Ιρλανδός χαμογελώντας χτύπησε τη λευκή και... ...τσαααααφ!
Οι θεατές έβγαλαν μια ομαδική κραυγή αχχχ...
Ο Ο Χάρα κοκκίνισε σαν πατζάρι κι απο τη λύσσα του πέταξε τη στέκα στον τοίχο. Ο διαιτητής τον επέπληξε κι έδωσε τη σειρά στον Νικήτα. Εκείνος έξυσε λίγο με το τεμπεσίρι το κεφάλι της άσπρης στέκας του, σημάδεψε την πικέ ίσια στο μάτι που ανοιγόκλεινε με νόημα και την έστειλε με δύναμη στην κόκκινη. Απο εκεί η μπίλια χτύπησε τρείς σπόντες και κατέβηκε χτυπώντας τη λευκή ακριβώς στη μέση. Η παρτίδα είχε τελειώσει, οι επευφημίες ξεκινούσαν, ο Ο Χάρα με ιδρωμένο χέρι και ξυνή έκφραση έσφιξε το χέρι του Ελληνα και πήγε να δώσει συνέντευξη στο Eurosport. Ο Νικήτας χαλάρωνε κρατώντας το βλέμμα καρφωμένο στην πικέ. Το ακριβό της ελεφαντόδοντο λαμποκοπούσε στον προβολέα της κάμερας που τώρα στρεφόταν στον μεγάλο χαμένο, αλλά του φάνηκε πως είδε το μάτι της να ανοιγοκλείνει για τελευταία φορά.
-Ξέρεις, άκουσε τη φωνή, το πρόβλημα με αυτή τη νέα τάξη πραγμάτων είναι που δεν έχει καλή γεωμετρία...
Στο Παγκράτι, το μπιλιαρδάδικο 17 ξεφορτώθηκε όλα τα τρύπια αμερικάνικα μπιλιάρδα με τις πολύχρωμες μικρές τους μπίλιες κι απέκτησε νέα ταμπέλα: «Λέσχη γαλλικού μπιλιάρδου» Ηταν το πρώτο κλάμπ της Αθήνας που επανέφερε την παλιά μόδα του γαλλικού, τη στιγμή που όλα τα μεγάλα μπιλιαρδάδικα συναγωνίζονταν στην ποσότητα των αμετρικάνικων και των σνούκερ. Κι απο την μέσα πλευρά της εισόδου ο Νικήτας έβαλε και μια δεύτερη, μικρότερη ταμπέλα, με αρχαιοελληνικής επιρροής γράμματα:
Μηδείς αγεωμέτρητος εισήτω
Την κοιτούσε πάντα βγαίνοντας από το μαγαζί για να μπει στον έξω κόσμο.

buzz it!

8 σχόλια:

Surrealist είπε...

Πρωτότυπη η συνθήκη για ανάπτυξη θέματος - μου άρεσε!

Την καλησπέρα μου!

Υ.Σ.
θα σου έστελνα προσωπική πρόσκληση, αλλά δεν είδα μέηλ, οπότε εάν θες ρίξε μία ματιά στην ανάρτηση υπάρχει πρόσκληση.

Να είσαι καλά, ευχαριστώ πολύ!!

NinaC είπε...

Εγώ από μπιλιάρδο δεν ξέρω. Ξέρω, όμως, από καλή γραφή. Να την αναγνωρίσω, εννοώ. Κι εδώ έχουμε ακριβώς μια τέτοια.

Nomad είπε...

Σουρεαλ,

την είδα την πρόσκληση, εύχομαι ολόψυχα καλή επιτυχία!

:)

Νινα,

σε ευχαριστώ πολύ...
:)

Κ.Κ.Μοίρης είπε...

Κύριε ,

κάνετε πολύ θεαματικές καραμπόλες με τις λέξεις
τι θεαματικές δηλαδή...XL είναι...

Nomad είπε...

κΚΚΜοίρη,

ισως, αλλα δεν έχω τσόχα από λευκά πουκάμισα, ούτε οι μουσικές τριγυρνούν στο κεφάλι μου.

:)

παράλληλος είπε...

Τι μου θύμησες!
Πάντως αυτός ο "ρατσισμός" για το αμερικάνικο και ρώσικο μπιλιάρδο, υπήρχε και στα επαρχιακά "σφαιριστήρια" (κυριολεκτικός και γεωμετρικός όρος, ε;) που πέρασα, πιο πολύ σαν επισκέπτης, στην εφηβεία μου.
Πολύ μου άρεσε το κείμενο. Προφανώς, το μάρμαρό σου ζεσταίνεται ιδανικά!

Nomad είπε...

Γειά σου παραλληλε,

είδες; οι κοντινές ηλικίες έχουν και παραπλήσιες μνήμες.

;)

Να είσαι καλα φίλε.

Βάσκες είπε...

Είπα να στην σπάσω και να σου πω πως αγαπώ το σνούκερ.

;)