Το φλασκί της ηδονής

«Ο Δούκας θέλησε να υποστηρίξει πως αν ευτυχία σημαίνει να ικανοποιείς απόλυτα όλες τις απολαύσεις των αισθήσεων, ήταν δύσκολο να βρεθεί κανένας άλλος πιο ευτυχισμένος από τους ίδιους.-Αυτή η κουβέντα δεν ταιριάζει σε έναν ελευθέριο, είπε ο Ντυρσέ. Και πως γίνεται να είστε ευτυχισμένος από τη στιγμή που μπορείτε να ικανοποιείστε κάθε ώρα και στιγμή; Δεν είναι μέσα στην απόλαυση που βρίσκεται η ευτυχία, αλλά μέσα στην επιθυμία, όταν σπάμε τους φραγμούς που στήνονται μπροστά στην επιθυμία. Τι γίνεται λοιπόν εδώ που έχεις ό,τι λαχταράς; Ορκίζομαι, είπε, πως από τη στιγμή που ήρθα εδώ δεν έχυσα ούτε μια φορά για ό,τι βλέπω γύρω μου. Δεν έχυνα στη ζωή μου παρά για ό,τι μου έλειψε» Μαρκήσιος Ντε Σαντ: Οι 120 μέρες των Σοδόμων Ο Λεωνίδας δεν ήταν της διανόησης. Ήθελε όμως συναίσθημα, ζητούσε από τους πρωταγωνιστές του να δίνουν κάτι περισσότερο από τα υγρά τους. Ακόμα και στις πορνοταινίες που σκηνοθετούσε, πίστευε ότι μπορούσε να ανθίσει η δημιουργία. Ήξερε βέβαια πως αν συνέχιζε έτσι, σε λίγο καιρό δεν θα είχε πια δουλειά -αυτή η δουλειά είχε τόσο εξασφαλισμένο μέλλον που η καινοτομία και η δημιουργική υποκριτική ήταν αχρείαστη πολυτέλεια. Πως είχε φτάσει ως εκεί; Αποκαμωμένος από το ολονύχτιο γύρισμα, έδωσε τη λήξη για εκείνη τη μέρα και μπήκε στο αυτοκίνητο. Οδηγώντας μόνος για το σπίτι θυμόταν... Πως είχε φτάσει ως εκεί; Θυμόταν που έκλεισε τα μάτια κι απόλαυσε την τέταρτη εκσπερμάτιση εκείνης της μέρας. Κράτησε 3-4 δευτερόλεπτα και βγήκαν μόλις μερικές ασθενικές σταγόνες σπέρμα. Όμως αυτή ειδικά, ήταν η πιο ηδονική. Την απόλαυσε περισσότερο από τις προηγούμενες. Μετά κοίταξε το όργανό του κι ήταν κατακόκκινο από το αίμα. Σηκώθηκε αδιαφορώντας για την παρτενέρ του, πέρασε πάνω από δυο γυναίκες αγκαλιασμένες λίγο πιο κάτω, πήγε στο μπάνιο να πλυθεί περνώντας πάνω από άλλα αγκαλιασμένα σώματα και συμπλέγματα, ντύθηκε κι έφυγε χωρίς να χαιρετίσει κανέναν. Πήγε σπίτι του. Ήταν αχούρι. Έφαγε μια πίτσα κι ήπιε δυο μπίρες. Χάζεψε στην τηλεόραση. Παρά την κούραση, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν ένοιωθε καλά. Ήταν το τελευταίο του όργιο. Η Ελίζα είχε φύγει εδώ και μήνες. Κι από τότε το χάος είχε εισβάλει στη ζωή και στο σπίτι του.Όταν ήταν παιδί ο Λεωνίδας είχε μια ταραγμένη εφηβεία. Θυμόταν πόσο πολύ ήθελε τα κορίτσια και πόσο αρνητικές ήταν εκείνες. Δεν ήταν και το ομορφότερο αγόρι του κόσμου. Για την ακρίβεια ήταν μάλλον άσχημος. Δεν είχε ούτε φίλους γι αυτόν το λόγο, όλα τα παιδιά στο σχολείο τον απέφευγαν. Θυμόταν τον εαυτό του να αυνανίζεται μανιωδώς, με τα πορνοπεριοδικά της εποχής στην τουαλέτα, και να εκτινάσσει σιντριβάνια σπέρματος στους τοίχους. Θυμόταν καλά την έκσταση και την διάρκεια της ηδονής, ένοιωθε σα να φεύγει από τον κόσμο και να απογειώνεται με ένα μαγικό χαλί φτιαγμένο από γυναικεία σώματα. Πόσο του έλειπε σήμερα εκείνη η μοναχική ηδονή. Είχε να αυνανιστεί πολλά χρόνια –δεν είχε λόγο να το κάνει εξάλλου. Θυμόταν την πρώτη φορά που είχε πάει σε μπορντέλο, ήταν αρκετά μεγάλος, είχε περάσει τα 17. Θυμόταν την έκφραση εκείνης της πρώτης του πόρνης όταν αντίκρισε το όργανό του και τα μάτια της που πετάρισαν και ανοιγόκλεισαν από την έκπληξη. «Αγόρι μου εσύ είσαι…είσαι…πώς να το πω, όσα σου λείπουνε στα μούτρα τα έχεις με το παραπάνω εκεί κάτω…το πουλάκι σου είναι…είναι…πολύ προικισμένο!»Θυμόταν ο Λεωνίδας, πως τον ανακάλυψε η κυρία Ρένια στο πρώτο έτος του δραματικής. Η κυρία Ρένια ήταν καθηγήτρια, δίδασκε υποκριτική. Μια Δευτέρα στις αρχές του Ιουλίου, μόλις είχε τελειώσει η καθυστερημένη εξεταστική, τον φώναξε στο γραφείο της. Όταν μπήκε, εκείνη σηκώθηκε και του φάνηκε ότι κλείδωσε την πόρτα πίσω της. Δεν ήταν καμιά όμορφη γυναίκα, αλλά δεν είχε κι εκείνη την στριφνάδα που απέπνεαν οι περισσότερες γυναίκες καθηγήτριες στη σχολή. «Δε μου λες νεαρέ, εσύ δεν ήσουν χθες στη Ραμνούντα που έκανες μπάνιο και καθόσουν μόνος δίπλα στο βράχο, στους γυμνιστές;», τον ρώτησε με αρκετά αυστηρό ύφος. Ο Λεωνίδας εξεπλάγην. Πράγματι την προηγούμενη είχε πάει στη Ραμνούντα με τη μηχανή του, αλλά δεν είχε παρατηρήσει την καθηγήτρια. Ίσως επειδή είχε κοιμηθεί αρκετή ώρα στη σκιά του βράχου. Αλλά τι σχέση είχε αυτή η ερώτηση με το σχολή; «Ναι, εγώ…» είπε διστακτικά. «Μμμμ…», είπε η καθηγήτρια. «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι προσωπικό τώρα. Θα σου εξηγήσω μετά τον λόγο, αλλά πρώτα πες μου. Έχεις κοπέλα;» Έκπληκτος ο Λεωνίδας απάντησε πως δεν είχε. Η Ρένια του έδωσε να καταλάβει πως τον είχε δει γυμνό στην παραλία. Βρισκόταν εκεί, του είπε, μαζί με μια φίλη της, μια «εξαιρετικά καλαίσθητη κυρία» τη χαρακτήρισε. Και πως, αν εκείνος δεν είχε αντίρρηση, η κυρία αυτή θα ήθελε μια πιο προσωπική προσέγγιση –έτσι το έθεσε. Του υπενθύμισε πως κάθε προσωπική επαφή όφειλε να συμβαίνει μέσα σε πλαίσια αμοιβαίας εχεμύθειας. Και τον κάλεσε στο σπίτι της το ίδιο βράδυ, για «να πιουν ένα ποτό και να γνωρίσει τη φίλη της». Τόσο ανοικτά. Όταν ο Λεωνίδας έφτασε στην Αγ. Παρασκευή, μπήκε σε ένα σπίτι που μύριζε παράξενα από κάποια ινδικά αρώματα και φωτιζόταν με δεκάδες κεριά. Βρήκε τη Ρένια να φοράει ένα εξώπλατο αέρινο φόρεμα και όχι μια αλλά δύο φίλες της στο σαλόνι, ντυμένες εξίσου προκλητικά. Η καθηγήτρια είχε τώρα μεταμορφωθεί σχεδόν σε μαινάδα. Το ίδιο και οι άλλες δυο.Θυμόταν ότι μίλησαν αρκετά και ήπιαν πολύ, θυμόταν πως σιγά-σιγά οι τρεις γυναίκες έκαναν τη συζήτηση ολοένα και ποιο προκλητική και πως στο τέλος τον έκαναν να ερεθιστεί με τα λόγια και τον τόνο των φωνών τους. Θυμόταν τη μουσική, το άρωμα, το πρώτο αγκάλιασμα, τα γέλια, τα παιχνιδιάρικα φιλιά. Θυμόταν πολύ καλά εκείνο το πρώτο όργιο που του πρόσφερε τη μεγαλύτερη ηδονή που ένοιωσε ποτέ και που τον έκανε να ανακαλύψει ότι δεν ήταν μόνο προικισμένος αλλά και πολύ ανθεκτικός. Κι επιπλέον ότι του άρεσε πολύ να βλέπει γυναίκες να αγκαλιάζονται μεταξύ τους. Τα επόμενα χρόνια η Ρένια τον πήγαινε από πάρτι σε πάρτι και του γνώρισε δεκάδες γυναίκες, άντρες και ζευγάρια. Τελειώνοντας τη σχολή ο Λεωνίδας, που στο μεταξύ είχε μάθει να ντύνεται καλύτερα και είχε αφήσει διακριτικό μούσι το οποίο κάλυπτε αρκετά τη δυσμορφία του προσώπου του και του έδινε έναν διαφορετικό αέρα, είχε στην ατζέντα του περισσότερα από 300 τηλέφωνα, τα περισσότερα των βορείων και νοτίων προαστίων. Σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο τον καλούσαν σε κάποιο πάρτι. Ήπιε τη διαστροφή ως τον πάτο και μέσα σε 4 χρόνια γνώρισε τόσα σώματα και παραλλαγές συμπλεγμάτων, τόσους διαφορετικούς τρόπους έρωτα, που δεν είχε φανταστεί ούτε στα πιο ακραία του όνειρα νεώτερος. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε και όταν έπιασε δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη σε ένα τηλεοπτικό σίριαλ. Ήταν εξωτερική παραγωγή μιας εταιρίας, ο ιδιοκτήτης της οποίας μαζί με τη γυναίκα του διοργάνωναν τακτικά μερικά από τα καλύτερα τέτοια «πάρτι γνωριμίας», στα οποία φυσικά ήταν μόνιμος και επίτιμος προσκεκλημένος. Αν και η ένταση της ηδονής που ένοιωθε τώρα δεν είχε πια καμία σχέση με τις αρχικές στιγμές της σαρκικής του έκστασης, αυτός ο τρόπος ζωής τον είχε κάνει να μην κατανοεί κανένα συναίσθημα κτητικότητας. Όταν λοιπόν ερωτεύτηκε για πρώτη του φορά στα 29, ήταν εντελώς ανέτοιμος για όσα επακολούθησαν.Η Ελίζα ήταν δυο χρόνια νεώτερη και δεν είχε καμία εμπειρία του είδους. Την είχε γνωρίσει όταν εκείνη, εκπροσωπώντας την διαφημιστική εταιρεία της, τον προσέγγισε για δουλειά. Ήταν μια απλή διαφήμιση και ο νεαρός σκηνοθέτης δεν είχε ιδιαίτερη ανάγκη από χρήματα, αφού σχεδόν όλη του η διασκέδαση ήταν πληρωμένη και επιπλέον μάζευε τόσα χρήματα «για ένα ποτό» στα διάφορα πάρτι που πήγαινε, που ένας μέσος εργαζόμενος θα χρειαζόταν 3-4 μήνες για να κερδίσει. Όμως ο έρωτας δεν καταλαβαίνει από αυτά. Δέχτηκε τη διαφήμιση και συνδέθηκε με την Ελίζα. Η κοπέλα, όταν ανακάλυψε τα προσόντα του, άρχισε να του τραγουδάει όπως εκείνη η γυναίκα στον Φρανκεστάιν Τζούνιορ. «Ω χαρά της ζωής, επιτέλους σε βρήκα!» Σύντομα ο Λεωνίδας άρχισε να αρνιέται να πάει σε καινούργια πάρτι και αγωνιούσε μήπως η Ελίζα μάθαινε για το αμαρτωλό παρελθόν του. Μέσα σε 5 μήνες σταμάτησε εντελώς τα πάρτι. Όταν της πρότεινε να συζήσουν, η πρώτη του δουλειά ήταν να αλλάξει σταθερό και κινητό τηλέφωνο, προτού εκείνη εγκατασταθεί στο σπίτι του. Η ποιότητα της ηδονής του μαζί της είχε εξακοντιστεί και πάλι στα ύψη. Μαζί έβρισκαν τρόπους έρωτα που δεν είχε σκεφτεί με άλλες, παρ όλη την τεράστια εμπειρία του. Συνειδητοποιούσε τώρα πως η ένταση των συναισθημάτων και του οργασμού δεν ήταν αναγκαστικά ζήτημα ποσότητας. Πριν περάσουν 6 μήνες συμβίωσης όμως, η εταιρεία παραγωγής του σίριαλ τον απέλυσε. Το αφεντικό εκνευρίστηκε μαζί του θεωρώντας ότι η άρνησή του να συνεχίσει στα πάρτι που έδινε ήταν προσβλητική. Στην πραγματικότητα πίσω από την απομάκρυνσή του βρισκόταν η Μιράντα, η γυναίκα του ιδιοκτήτη της εταιρείας. Εκείνη ήταν που είχε στεναχωρηθεί που έχασε αυτόν το μοναδικό φαλλό για χάρη μιας ανώριμης πιτσιρίκας. Κι έτσι ο Λεωνίδας έμεινε άνεργος. Η διαφήμιση είχε τελειώσει προ πολλού. Οι μήνες άρχισαν να μην περιέχουν μόνο μαγεία. Η διάθεσή του δεν ήταν πια όπως στην αρχή της γνωριμίας τους. Και τότε ανακάλυψε πως παράλληλα με την αγωνία του να ξαναβρεί δουλειά στο χώρο του, ο ερωτισμός της Ελίζας μειώθηκε. Κι επιπλέον ότι και στον ίδιον δεν ήταν τόσο απλό πια αυτό που λίγο πριν έκανε ασυναίσθητα και με όλη του την καρδιά, να είναι δηλαδή απόλυτα δεμένος μαζί της και να μην πηγαίνει πουθενά χωρίς αυτήν. Τώρα μετάνιωνε που δεν είχε κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του κρυμμένο, πέρα από εκείνο που αναγκαστικά κράτησε στην αφάνεια για να μη την σοκάρει. Όπως οι μήνες περνούσαν, η σχέση τους έφθινε. Μάλιστα κάποια στιγμή η Ελίζα ανακάλυψε στην αποθήκη μερικές βιντεοταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε, ανάμεσα σε άλλους, και ο Λεωνίδας. Τις είχε γυρίσει με ερασιτεχνική κάμερα μαζί με έναν πρόσκαιρο παρτενέρ γύρω απο μια εσωτερική πισίνα, σε μια έπαυλη των βορείων προαστίων. Ο ιδιοκτήτης της ξεσάλωνε συχνά, πότε με φίλους και πότε με αλλοδαπές. Το βίτσιο του ήταν να καταγράφει όσες περισσότερες περιπτύξεις μπορούσε. Ο Λεωνίδας δεν είχε πρόβλημα, όπως και πολλά από τα αγόρια και τις καλοπληρωμένες κοπέλες που σύχναζαν στη βίλα τα Σαββατοκύριακα. Έτσι πρωταγωνίστησε σε αρκετές ταινίες. Όταν γύρισε σπίτι και είδε την Ελίζα να παρακολουθεί μια από αυτές στο βίντεο πάγωσε. Την μακριά νύχτα που ακολούθησε, της αποκάλυψε το παρελθόν του. Της τα είπε όλα, ακόμα και ονόματα και διευθύνσεις. Τον άκουσε αμίλητη, χωρίς να τον διακόψει.-Γιατί δεν μου τα είπες από την αρχή; του είπε στο τέλος. Μπορεί και να με ενδιέφερε αυτός ο τρόπος ζωής. Μπορεί μαζί να το κάναμε ακόμα καλύτερο. Σε αγαπώ ξέρεις... Ο Λεωνίδας όμως εκνευρίστηκε. Του ήταν αδύνατο να φανταστεί το δικό της σώμα στις στάσεις που έβλεπε δεκάδες άλλα γυναικεία σώματα. Του φαινόταν αδιανόητο να κοιτάξει το δικό της πρόσωπο να παίρνει τις εκφράσεις εκείνες. Έχοντας νοιώσει στο πετσί του τον κορεσμό, πίστευε επίσης πως αυτός θα ήταν ο πιο σύντομος δρόμος για την αποξένωσή τους. Αντί να συμπεριφερθεί γλυκά, της μίλησε άσχημα. Λογομάχησαν έντονα. Στο τέλος τη χαστούκισε για πρώτη φορά και την άφησε να κλαίει στο υπνοδωμάτιο ενώ εκείνος κοιμήθηκε στον καναπέ. Το πρωί η Ελίζα τα μάζεψε κι έφυγε. Δεν της τηλεφώνησε, ούτε κι εκείνη τον αναζήτησε.Έτσι σε λίγες εβδομάδες ο νεαρός σκηνοθέτης άνοιξε ξανά την ατζέντα του. Σε δύο μήνες είχε βρει καινούργια δουλειά πάλι ως βοηθός σε μια κωμική κινηματογραφική ταινία, και είχε επιστρέψει στην γνώριμη ενασχόληση του Σαββατοκύριακου. Μόνο που τώρα δεν ένοιωθε πια καμία ηδονή. Τώρα εργαζόταν μόνο, είχε γίνει ένας καλοπληρωμένος εργάτης του σεξ. Εκτελούσε το καθήκον του μεθοδικά και οι κραυγές ηδονής των γυναικών και των αντρών που συναντούσε τον άφηναν παγερά αδιάφορο. Με κόπο κατάφερνε να προσποιηθεί πως κι εκείνος αισθανόταν κάτι, ώστε να μην δείχνει ψυχρός. Τον βοήθησαν και τα μαθήματα υποκριτικής. Αυτή η διαδικασία συνεχίστηκε για 3 χρόνια ακόμα. Ένα βράδυ σε μια πολύ μεγάλη παρτούζα στη Βουλιαγμένη, τη συνάντησε ξανά. Ήταν γονατισμένη στο πάτωμα, πάνω σε ένα τομάρι λεοπάρδαλης. Κάποιος την έπαιρνε πισωκολλητά, ενώ εκείνη έγλυφε ταυτόχρονα έναν άντρα και μια νεαρή κοπέλα, πιθανότατα Ρωσίδα, που έκαναν έρωτα μπροστά της. Ο Λεωνίδας έπιασε από το χέρι τη γυναίκα που ασχολιόταν ξετρελαμένη εδώ και ώρα μαζί του και την πήγε δίπλα της, αλλά σταμάτησε λίγο πιο πίσω ώστε να μην τους δει. Χτύπησε στην πλάτη τον άντρα που την έπαιρνε, του έκλεισε το μάτι και του έδειξε την ξανθιά που είχε φέρει και τώρα χαϊδευόταν μόνη της. Μόλις εκείνος τραβήχτηκε κι έπεσε επάνω της, πήγε πίσω από την Ελίζα που ήταν τρομερά ερεθισμένη και απασχολημένη να γλύφει το ζευγάρι μπροστά της. Με μια απότομη κίνηση έσπρωξε την τεράστια ψωλή του κατευθείαν πίσω της. Η κραυγή της ήταν σπαραχτικά δυνατή, αλλά δεν ακούστηκε πολύ έντονα γιατί ταυτόχρονα της είχε φράξει το στόμα με την παλάμη του. Ο Λεωνίδας θυμόταν την έκφραση των ματιών της όπως γύρισε και τον είδε, όπως κατάλαβε τι συνέβαινε. Θυμόταν την αμηχανία και τον πόνο της, τα ουρλιαχτά της και την αγωνία καθώς την άρπαξε στα δυνατά του μπράτσα και χωρίς να βγει από μέσα της την πήγε σε μια πιο απομονωμένη γωνιά. Θυμόταν που ενώ εκείνη τον ικέτευε με τα μάτια να σταματήσει και του δάγκωνε το χέρι, συνέχισε να την ξεσκίζει αδυσώπητα με δυνατές, άγριες κινήσεις. Ένοιωθε το εργαλείο του να τερματίζει με δύναμη μέσα της. Τόσα χρόνια που ήταν μαζί, δεν της το είχε κάνει ποτέ έτσι. Μόνο το κεφάλι έβαζε λίγο, γιατί πάντα εκείνη πονούσε και του έλεγε «δε φταίω εγώ που είσαι τόσο μεγάλος» Σε καμία δεν το είχε κάνει έτσι ποτέ. Ήταν σε όλες αδύνατον να δεχτούν από πίσω τους και τόσο δυνατά τον Λεωνίδα. Παρά τις πνιγμένες από την παλάμη του φωνές, κανένας δεν ήρθε να τη βοηθήσει, μια που όλοι τον ήξεραν για μόνιμη παρουσία στα πάρτι και δεν είχε κάνει ποτέ του κακό. Θυμόταν ότι σύντομα η αντίσταση χαλάρωσε και η υγρασία μεγάλωσε, κάνοντας ακόμα ευκολότερη τη διείσδυση. Θυμόταν που κάποια στιγμή τη γύρισε ανάσκελα πάνω σε ένα παχύ κόκκινο ανατολίτικο χαλί, της σήκωσε τα πόδια στους ώμους του, της έφραξε το στόμα με το δικό του και συνέχισε να την παίρνει ενώ ταυτόχρονα τη φιλούσε παθιασμένα. Κι όταν προσπαθούσε να φωνάξει τη δάγκωνε στα χείλια. Θυμόταν ότι έχυσε μέσα της για τέταρτη φορά εκείνο το βράδυ μετά από κάμποση ώρα, κι ότι εκείνη είχε πια λιποθυμήσει. Το σώμα της δεν αντιδρούσε. Θυμόταν ότι βγήκε από μέσα της γεμάτος αίματα. Αίματα στο όργανό του, στο χέρι, στα χείλια του. Θυμόταν ότι είδε τα μάτια της να έχουν γυρίσει και να φαίνεται το λευκό, ότι την παράτησε εκεί, με το σώμα σε μια στάση σαν κάτι να είχε σπάσει στη μέση της, σε αυτή τη στάση που απεχθανόταν να βλέπει πια. Θυμόταν ότι ντύθηκε στα γρήγορα κι έφυγε, ότι πήγε στο σπίτι του κι έφαγε πίτσα και ήπιε μπύρες, ότι αυτή ήταν η τελευταία φορά που πήγε σε πάρτι στη ζωή του. Το επόμενο πρωί ξύπνησε και δεν αισθανόταν πια τίποτα. Ούτε για την Ελίζα, ούτε για τις νυχτερινές του εργασίες. Κενό. Μέσα στο μυαλό του, η κορεσμένη οδός της ηδονής είχε φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο. Πήρε την απόφαση να φύγει μέσα σε λίγα λεπτά. Μπήκε στο αμάξι του και ταξίδεψε ως τη Θεσσαλονίκη, όπου έμεινε σε έναν παλιό του συμμαθητή για 40 μέρες σχεδόν, φοβούμενος μήπως η Ελίζα του έστελνε την αστυνομία. Όμως δεν συνέβη τίποτα. Απολύτως τίποτα. Δεν την ξαναείδε. Όλες αυτές τις μέρες αντί να βγαίνει, καθόταν μόνος στο σπίτι του υπομονετικού του φίλου και διάβαζε. Διάβαζε συνεχώς. Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, αφού με την ευκαιρία είδε και κάμποσο από το φεστιβάλ, συνέχισε τη νέα του ασχολία με μανιώδεις ρυθμούς. Μέσα στους επόμενους τρεισήμισι μήνες, δεν έκανε τίποτα άλλο. Διάβαζε πάνω από 600 σελίδες κάθε μέρα. Κυρίως θεατρικά έργα, αλλά και οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια του. Στο μικρό βιβλιοπωλείο της περιοχής, ο νεαρός φοιτητής στο ταμείο είχε τρελαθεί. Τον έβλεπε σχεδόν μέρα παρά μέρα. Μια μέρα, διάβασε το Σχόλιο πάνω στο άσμα ασμάτων του Γιανναρά. Ξαφνικά, για πρώτη φορά στη ζωή του άρχισε να τον ενδιαφέρει η θρησκεία. Τους επόμενους μήνες ξεκοκάλισε κάπου 100 βιβλία γύρω από πάσης φύσης θρησκευτικά ζητήματα. Όλον αυτό τον καιρό δεν είχε ούτε μία στύση. Έμενε συνεχώς μέσα στο σπίτι του και διάβαζε μέρα νύχτα και για φαγητό παράγγελνε πίτσες ή μαγείρευε μακαρόνια. Μετά από τις γιορτές του Πάσχα όμως, ο Λεωνίδας άρχισε να ανησυχεί ξανά για τον βιοπορισμό. Οι οικονομίες του από τα πάρτι κόντευαν να τελειώσουν. Έψαξε λίγο καιρό, αλλά δεν μπορούσε να βρει τίποτα σχετικό. Χρησιμοποίησε τότε κάποιες από τις παλιές του επαφές. Η μια από αυτές, ένας 60χρονος αμφιφυλόφιλος κοσμηματοπώλης με τον οποίον είχαν αναπτύξει παλιότερα στενή φιλία -με το αζημίωτο για τον Λεωνίδα- τον πληροφόρησε ότι σε όλη την Αθήνα, οι δικτυωμένοι γνώριζαν τι είχε κάνει σε εκείνο το πάρτι. Η γυναίκα χρειάστηκε ιδιαίτερη ιατρική φροντίδα. Παραλίγο να πεθάνει, του είπε. Ευτυχώς που ένας από τους συνδαιτημόνες ήταν γνωστός γιατρός και την πήγε αμέσως στην κλινική του που ήταν και κοντά. Είχε χρειαστεί 2 φιάλες αίμα. Όλα είχαν κρατηθεί μυστικά, όμως ο Λεωνίδας δεν θα μπορούσε πια να πάει σε άλλο πάρτι, είχε χαρακτηριστεί επικίνδυνος στον κύκλο. Ωστόσο, του είπε ο φίλος του, για δουλειά κάτι θα μπορούσε να γίνει αν ήταν φρόνιμο παιδί και πήγαινε να τον δει το βράδυ. Ο Λεωνίδας, ξανά μετά από πολύ καιρό αφέθηκε στην περιποίηση του κυρίου Ντέμη και την επόμενη μέρα έπιασε την καινούργια του δουλειά. Αυτή τη φορά μάλιστα δεν θα ήταν βοηθός. Θα σκηνοθετούσε. Αλλά θα σκηνοθετούσε πορνοταινίες με πρωταγωνίστριες που οι περισσότερες δε μιλούσαν καν τα ελληνικά. Του ήταν εντελώς αδιάφορο το γεγονός ότι δεν είχε να κάνει ακριβώς με ηθοποιούς και ότι η ταινία θα στηριζόταν κυρίως σε κοντινά πλάνα. Εκείνος το έβλεπε σαν μια δουλειά που έπρεπε να γίνει καλά. Και καθώς τόσο τη σκηνοθεσία όσο και την ηδονή τις είχε σπουδάσει τόσα χρόνια, η πρώτη του ταινία είχε μεγάλη επιτυχία. Έκανε τρελές ενοικιάσεις στο βίντεο -βέβαια σε αυτό ευθυνόταν και η Αντρέα, η Ουκρανή πρωταγωνίστριά του. Ήταν μια πολύ αισθησιακή μελαχρινή γυναίκα με πράσινα μάτια, στητά, μεγάλα βυζιά και τρομερό υποκριτικό ταλέντο ακόμα και με την πλάτη στο φακό.Οι ταινίες έφερναν η μια την άλλη, κι ο Λεωνίδας πάντα προσπαθούσε να εμφυσήσει στους ηθοποιούς του την έμπνευση της δημιουργίας κάνοντάς τους απίστευτες διαλέξεις, ενώ τα βράδια διάβαζε θρησκευτικά βιβλία. Μια μέρα, όπως μελετούσε το σενάριο της νέας του ταινίας που θα είχε τίτλο «Οι αλανιάρες της Καβάλας», είδε ξαφνικά την Ελίζα ντυμένη καλόγρια να βγαίνει στη σκηνή και να σηκώνει τα ράσα, έτοιμη να μπει κι εκείνη στη δράση. Τον κοίταξε με ένα βλέμμα ανωτερότητας κι ένοιωσε πάλι εκείνο το συναίσθημα. Λύσσα. Κατόπιν το φως του προβολέα τον τύφλωσε, κάποιος φώναξε «πάμε...» κι ένα χέρι τον άγγιξε στην πλάτη......και τον έκανε να πεταχτεί από το σκληρό του κρεβάτι, αντικρίζοντας από πάνω του το καλοσυνάτο χαμόγελο του πατέρα Τιμόθεου που τον σκούνταγε για την πρωινή τους προσευχή. -Πάλι ήπιες πολύ τσίπουρο χτες βράδυ Ακίνδυνε, του είπε ο Τιμόθεος.Ο Λεωνίδας κούνησε το κεφάλι ζαλισμένος, προσπαθώντας να καταλάβει που βρισκόταν. Για μερικά δευτερόλεπτα κοιτούσε σα χαμένος τη μορφή του μοναχού. Τελικά θυμήθηκε.-Μου φαίνεται πως...ναι...Τιμόθεε...ναι...πήγαινε και θα έρθω σε λίγο...δεν είμαι πολύ καλά...κάνε μου τη χάρη αδελφέ...θα έρθω...Ο Τιμόθεος βγήκε από το κελί. Κι ο Λεωνίδας ανακάθισε στο σκληρό στρώμα και κοίταξε έξω από το παράθυρο το πρώτο φως του πρωινού. Τώρα θυμόταν ξυπνητός......θυμόταν τις διαπραγματεύσεις, τον αγώνα για το διαμονητήριο και την πρώτη επαφή του με τον γέροντα από τα Καψοκαλύβια. Είχε περπατήσει μιάμισι μέρα για να τον συναντήσει. Θυμόταν που εκείνος ενίσχυσε με την ασκητική του μορφή και το καλοσυνάτο του βλέμμα την απόφασή του να μονάσει, θυμόταν τις προετοιμασίες και τις διαπραγματεύσεις ώσπου να προκύψει μια θέση στη σκήτη που ζούσε τώρα, την επιστροφή, το πλοίο να καταπλέει στη Δάφνη, τους ατελείωτους περίπατους από τις Καρυές στην Ιβήρων. Θυμόταν ακόμα το μοναχικό ξύπνημα του πέους του μια νύχτα στο κελί μετά από μπόλικα χρόνια απραξίας. Θυμόταν πως οι διάβολοι της λαγνείας, που είχαν εξαφανιστεί για πολύ καιρό, είχαν εισβάλει και πάλι στη ζωή του. Μόνο που τώρα δεν υπήρχαν πισίνες και βίλες, δεν υπήρχαν κινηματογραφικές μηχανές και στούντιο. Τώρα υπήρχε ένα κελί, προσευχή 3 φορές τη μέρα και μοναξιά. Ευλογημένη μοναξιά. Αλλά οι πειρασμοί δεν άφησαν τον Άγιο Αντώνιο, εκείνον θα προσπερνούσαν; Τέτοια θυμόταν ο πατήρ Ακίνδυνος καθώς έχυνε με δύναμη, αυνανιζόμενος ξημερώματα στο κελί του δίπλα στη θάλασσα κι αφήνοντας το εσωτερικό ουρλιαχτό να ξεσπάει μαζί με την ηδονή του. Μια ηδονή της μνήμης, πραγματικά εκρηκτική, όσο και το δερμάτινό του φλασκί με το μοναστηριακό τσίπουρο δίπλα, που ήταν σχεδόν άδειο από την χθεσινοβραδινή μοναχική του κρεπάλη. (Πρώτη δημοσίευση: multiforums.gr )

buzz it!

2 σχόλια:

Sakis είπε...

Μοναδικό και κολασμένο!!
Το απόλαυσα ως την τελευταία λέξη.
νασαι καλά

Nomad είπε...

Σάκη,

αυτός ο παλιο-ντεΣαντ φταίει

:)

Να είσαι καλά, σε ευχαριστώ πολύ.