Πυρ γυνή ΒΟΥΝΟ* και θαλασσα (αφιερούται στον κ.Σπαι)

Εδώ κανονικά θα έμπαινε ένα πολύ φιλοσοφημένο ποστ, τρομερής εμπνευσης με πολλές φιοριτούρες, που θα είχε τον τίτλο "Ανάφη" (ασχετος με το περιεχόμενο, καλοκαιρινός ομως) και θα αναφερόταν στα απλά καθημερινά ζητήματα, όπως η ζωή, ο ερως, ο θανατος, η πολιτική, η κβαντική εξίσωση Ρ, τα καρότα, τα παντα ολα. Κατόπιν όμως του διακοσιοστού απανωτού μπλαφ απο την κ.Νομάδα η οποία αρνείται επιμόνως να καταλάβει ότι ο ανηρ με τον οποίον συνήψε δυο παιδιά (για τη σχέση το ψάχνουμε) είναι στην πραγματικότητα ενας μείζων [στη φαντασία του] λογοτέχνης που δεν του αρμόζει να σφουγγαρίζει τα πλακάκια αλλα είναι ταγμενος στα σπουδαία και τα μεγάλα κι εκείνη ο-φεί-λει αδιαμαρτύρητα να τον υπηρετεί (παρακαλείται ο κ.Σπαι να αποκαλύψει επιτέλους οτι ο πραγματικός ηρως των ιστοριών με φάπες είμαι εγώ) το εν λόγω ποστ τοφαγε η μαρμαγκα γιατι διαθεσιν να γραψουμε δεν εχουμε αγαπητοί συνδίκτυοι και οι επερχόμενες διακοπές δεν μας επιτρέπουν να αναπτύξουμε περαιτέρω το πλουσιότατον εννοιολογικό μας ενδιαίτημα. Συνεπώς, και επειδή τις επόμενες μέρες έχω να απλώσω κάτι μπουγάδες, να τρίψω πλακάκια, να ξυπνήσω στις 8 για να ετοιμάσω το παιδί για το σχολείο, και γενικά να κάνω ό,τι κάνει καθημερινά η αγαπημένη μου προκειμένου να μη μου καρφώσει κανένα κουζινομάχαιρο στην καμπούρα, σας εύχομαι καλό καλοκαίρι. Ραντεβού όποτε μου επιτρέψει η κ.Νομάδα να χαζεύω γκατζετάκια στο πισι επι 1,5 ωρα το πρωί χωρίς να μου εμφανίζεται μετά ως εγκλειστη σε οικογενειακό γκουλαγκ με εμένα δεσμοφύλακα, καταλαβαίνετε. Ζω ενα δράμα, ταμ ταμ. (Η ζω στη Δράμα; Δε θυμαμαι γμτ) ΥΓ1. Σούλα, έχω καιρό να σε δώ, παρε κανα τηλεφωνο ρε συ. Αγαπημένη μου και μηδέποτε λησμονηθεία Τζουστίτσια, επρεπε να σου είχα κάτσει. Εκκληση προς όποια πρώην, νυν ή μελλοντική ερωμένη αναγιγνώσκει το δραμα μου: ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΟΣ, ΜΕ ΔΕΡΝΕΙ! Για τις σφαλιάρες που ετρωγα επι 2,5 χρόνια επειδή τόλμησα να κοιτάξω πονηρά μια στρουθοκαμηλο όταν είχαμε παει στο Αττικο Ζωολογικό Παρκο, θα σας τα πω αλλη στιγμή... Α ξέχασα, κ.Σπαι είναι ΚΑΙ θαυμάστριά σας. Εαν θέλετε στέρεο μπλαφ, σας την δανείζω (αρκεί να την κρατήσετε 62,5 χρόνια το λιγότερο) Εις το επανιδείν. :Ρ *Βουνό η ζωή του Μπαγκς Μπανυ ρε παιδάκι μου... (Κατόπιν αυτών ελπίζω ότι δεν θα με κράξουν πολλοί που θα λείψω 1 μηνα και βαλε. Απο τότε που εμαθα να δραματοποιώ την αναχώρησή μου με λυπουνται και δε με γκαντεμιάζουν)

buzz it!

Οι κόκκινες σκιές

Η γυναίκα αυτή είναι όμορφη και έξυπνη: αχ, πόσο εξυπνότερη θα είχε γίνει, αν δεν ήταν όμορφη! Νίτσε, Χαραυγή
Οταν ο Λουσιέν έκλεισε την τελευταία σελίδα απο το "Αγνωστο Αριστούργημα" , η ώρα ήταν σχεδόν 11 το βράδι. Με τις παντόφλες και τις πυζάμες κατέβηκε απο το διαμέρισμά του και έτρεξε στο διπλανό βίντεοκλάμπ. Μόλις που πρόλαβε τον υπάλληλο πριν κλείσει τον υπολογιστή. Νοίκιασε την "Ωραία Καυγατζού" στην τετράωρη έκδοση κι επέστρεψε σπίτι. Μέχρι τις 4 το πρωί δεν κουνήθηκε απο τον καναπέ. Παρατηρούσε τις καμπύλες της Μπεάρ. Τη μεστότητα ερμηνείας του Πικολί. Και ιδίως τον τρόπο του Ριβέτ να αναπλάθει κινηματογραφικά την αμηχανία του μετρ Φρενχόφερ. Η ίδια η ταινία, χωρίς να το υποδηλώνει, ήταν μια "αναπαράσταση" του βιβλίου: όπως ο μετρ ζωγράφιζε και ξαναζωγράφιζε στον καμβά την Κατρίν Λεσκώ του προσπαθώντας να την αποδώσει τόσο τέλεια ώσπου στο τέλος κατόρθωσε μια μουτζούρα απο την οποία διέφευγε ένα τέλειο πόδι, έτσι κι ο σκηνοθέτης, πλάνο προς πλάνο προσπαθούσε να αποδώσει την τελειότητα. Ωσπου έκανε μια ταινία που ο Λουσιέν παρακολουθούσε καθηλωμένος, ακριβώς επειδή το να είναι βαρετή, το να διασώζονται από αυτήν μονάχα μερικά τέλεια πλάνα στη γενική σπατάλη κινηματογραφικού χρόνου, ήταν το στοίχημα του σκηνοθέτη. Ο Ριβέτ, αποδείκνυε μέσα σε 4 ώρες πλάνων ενός ζωγράφου που επιχειρεί το αδύνατο, οτι η ίδια προοπτική μπορούσε να εφαρμοστεί και στην κινηματογραφική τέχνη. Οπως ο Μπαλζάκ περιέγραφε μια μουτζούρα, μεταπλάθοντάς την διαδρομή του δημιουργού της μέχρι αυτήν σε υψηλή αφήγηση, έτσι ο Ριβέτ, μεταπλάθοντας ξανά την λογοτεχνική αφήγηση σε κινηματογραφική, επαναλάμβανε τα βήματα ανάποδα, κατερχόμενος προς τη μουτζούρα. Η ταινία του δεν απεικόνιζε μόνο την πορεία του μετρ προς το ανέφικτο, αλλά και την πορεία του σκηνοθέτη. Ο άνθρωπος φιλοσοφούσε με την κάμερα.
Οταν η ταινία τελείωσε, ο Λουσιέν δε μπορούσε να κοιμηθεί. Εβαλε ενα ουίσκι και μπήκε στο ατελιέ. Είχε να μπει εκεί μέσα από τότε που η Ελέν τον είχε εγκαταλείψει, πρέπει να είχαν περάσει 6 μήνες. Τα πορτρέτα της, όσα δεν της είχε χαρίσει, ήταν ακόμα εκεί, εκτεθειμένα στο πάτωμα να ακουμπάνε στον ανατολικό τοίχο. Απο το παράθυρο έπεφτε πάνω τους μια αχτίδα φεγγαρόφωτου. Αναψε το φως. Οι αράχνες είχαν απο καιρό ξεκινήσει το πλέξιμο. Στον κεντρικό καμβά, που από τότε ξεκουραζόταν στο μεγάλο καβαλέτο, η επιφάνεια ήταν ολόλευκη εκτός απο την κάτω δεξιά γωνία. Εκεί, ένα θεσπέσιο πόδι με καλοσχηματισμένα μακριά δάκτυλα εισέβαλλε στο λευκό μέχρι λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο. Μέχρι εκεί είχε προφτάσει να το ζωγραφίσει την ημέρα που η ζωή του διαλύθηκε. Μάλιστα αυτή ακριβώς η σύμπτωση, είχε κάνει την Ελέν να του πετάξει με κακία: "Ουτε ο Φρενχόφερ να ήσουν. Δεν αρκεί να ζωγραφίζεις καλά Λουσιέν, πρέπει η υπόλοιπη ζωή σου να μην είναι μια μουτζούρα..." Α, η μοντέρνα του Μπελ Νουαζέζ, έτσι ακριβώς είχε πει εγκαταλείποντάς τον. Και τότε ο Λουσιέν συνειδητοποίησε ότι μπροστά στην καλλιεργημένη αυτή γυναίκα, ο ίδιος ήταν ένα κούτσουρο απελέκητο, με μόνο ταλέντο να μπορεί να ζωγραφίζει και να σκορπάει το σπέρμα του γρυλίζοντας σαν πεινασμένη ύαινα.
Ο Λουσιέν δεν είχε παιδεία. Απο μικρός βαριόταν τα διαβάσματα και προτιμούσε να σκιτσάρει. Δεν είχε τελειώσει καν το Λύκειο. Στο Γυμνάσιο τον είχε εντοπίσει ενα περιοδικό κόμικ και από τότε βιοποριζόταν με την τέχνη του, στην αρχή σκαρώνοντας σκίτσα για το περιοδικό και στη συνέχεια αποκτώντας το στυλ που τον καθιέρωσε. Τώρα, στα πενήντα του, είχε πια αναγνωριστεί σαν ένας από τους καλούς ζωγράφους των νοτίων επαρχιών, είχε εκθέσει αρκετές φορές στο Παρίσι και τα έργα του πουλιόνταν καλά. Αλλά πόσα πράγματα, σκεφτόταν τώρα, θα ήξερε για τη ζωή και για την τέχνη, πόσα πράγματα θα μπορούσε να συζητά με την Ελέν, αν δεν ασκούσε τόσο συστηματικά την κλίση του, αν ολόκληρη η ζωή του δεν ήταν αφοσιωμένη στο χρωστήρα και στο σεξ. Ο Λουσιέν, επηρεασμένος από οσα είχε μόλις βιώσει, ένοιωθε κάτι σαν πολιτιστικό σοκ. Διαπίστωνε ότι η εξειδίκευση και το ταλέντο του τον είχαν παρασύρει σε μια ζωή γεμάτη χρώματα και φαντασία, αλλα ταυτόχρονα μονοσήμαντη, σα μια πολύχρωμη σουρεαλιστική βίδα, αλλά πάντως βίδα.
Ντρεπόταν που δεν ηξερε τίποτα για τον Μπαλζακ, παρότι καταγόταν απο κοντινή περιφέρεια. Λυπόταν που δεν είχε ενδιαφερθεί ποτέ για τη λογοτεχνία η τον κινηματογράφο, που ολα αυτα που για την Ελέν ήταν τόσο αφομοιωμένα ώστε θαλεγες πως κυλούσαν στο αίμα της, ήταν για τον ίδιον άγνωστη γη. Ντρεπόταν που έφτασε σ αυτή την ηλικία για να μάθει ότι κάποιος μεγάλος λογοτέχνης, 100 και βαλε χρόνια πριν, είχε "ζωγραφίσει" με λέξεις την απελπισία που κι ο ίδιος ένοιωθε πολλές φορές, μπροστά στο μη τέλειο, μπροστά στην αδυναμία του να εκφράσει στον καμβά ακριβώς αυτό που είχε στη φαντασία του. Γιατί τότε θα ήξερε πως δεν ηταν ο μόνος που τον βασάνιζε η αδυναμία να αποδώσει την Ελέν ακριβώς όπως ο ίδιος την αισθανόταν, όχι τόσο μορφικά όσο εσωτερικά, να αποδώσει στον καμβά δηλαδή εκείνο που αποτελούσε την ουσία της Ελέν και βρισκόταν πίσω απ το δέρμα και ενδιάμεσα στις αποχρώσεις.
Κάθισε στο ψηλό σκαμπό και κοιτούσε το πόδι. Πόσες φορές το είχε φιλήσει αυτό το πόδι, πόσες φορές το είχε λατρέψει ανεβαίνοντας γονατιστός προς τους μηρούς, κι έπειτα σε εκείνη την πάντα φρεσκοξυρισμένη πηγή που τον ξεδίψαγε...
Τους τελευταίους έξι μήνες, μόλις καταφερε να ξεμεθύσει από τη μέρα που τον εγκατέλειψε η Ελέν, ο Λουσιέν δεν είχε πιάσει πινέλο. Αντίθετα, είχε διαβάσει πολύ. Είχε διαβάσει τόσο πολύ όσο ποτέ στη ζωή του. Είχε κρατήσει για το τέλος τον Μπαλζάκ. Για το τέλος που σχεδίαζε, μη μπορώντας να φανταστεί μια ζωή χωρίς την Ελέν. Κι αυτό το τέλος είχε έρθει. Δεν απέμενε στον Λουσιέν παρά να αξιοποιήσει όλες αυτές τις γνώσεις που ρούφηξε το τελευταίο διάστημα για να επινοήσει έναν τρόπο αναχώρησης που να τον εξέφραζε, να ήταν δικός του, να είχε την υπογραφή Λουσιέν, και παράλληλα να είναι ποιητικός, δεν ήξερε πως ακριβώς, να ήταν μια πράξη που θα στιγμάτιζε για πάντα με το βάρος της φόνισσας την ψυχή αυτής της άσπλαχνης γυναίκας, αυτής της φαμ φατάλ που δεν υπολόγισε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει, ούτε υπέκυψε ποτέ στις απελπισμένες του εκκλήσεις να γυρίσει κοντά του. Αυτής της σκληρής γυναίκας που κάποτε του έλεγε πως τον λάτρευε, για να αποδειχτεί, όπως το έβλεπε τώρα εκείνος, πως λάτρευε τον χρωστήρα και το ταλέντο του μονάχα, και μόλις κατάλαβε πως ο Λουσιέν δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της όπως οραματιζόταν αφού δεν είχαν τίποτα κοινό περα απ την αγάπη τους για τη ζωγραφική, σιγά σιγά αποξενώθηκε κι εντέλει έφυγε.
Κοιτώντας το θεσπέσιο πόδι ο Λουσιέν θυμήθηκε το Εξαίσιο Πτώμα, ένα απο τα βιβλία που είχε διαβάσει τελευταία. Σκέφτηκε να ρουφήξει όλη την κόκα που του είχε απομείνει και αυτοκτονήσει με πριόνι. Αλλά το μετάνοιωσε σύντομα γιατι παρότι ήταν σίγουρος ότι θα κατάφερνε να κόψει τα πόδια του και το αριστερό χέρι χωρίς να πονέσει πολύ, δεν έβρισκε τρόπο να κόψει το δεξί του χέρι. Θα έπρεπε να είχε πριονοκορδέλα μαραγκού. Μετά σκέφτηκε να πάει να αγοράσει απο την προκυμαία της Μασσαλίας κάποιο τεράστιο ψάρι, ας πούμε έναν πελώριο γαλαίο η εναν σφυροκέφαλο και να αποκεφαλιστεί με τα δόντια του, αφήνοντας καποιο μεγάλο βάρος να πέσει απο ψηλά, αφου θα είχε χώσει το κεφάλι του στο στόμα. Αφού διαπραγματεύτηκε για ώρα τους ενδεχόμενους τρόπους αυτοκτονίας, ο Λουσιέν αποφάσισε πως ηταν κότα. Δεν τολμούσε να πεθάνει για χάρη της. Μήπως αυτό σήμαινε πως δεν την αγαπούσε αρκετά; Η μήπως σήμαινε πως υπήρχε ακόμα ζωή, αν έβρισκε έναν τρόπο να συγκινήσει αυτή την κυνική; Τι είναι αγάπη αν δεν πεθαίνεις γιαυτήν; Αλλά και ποιός είσαι εσύ αν δε μπορείς να συγχωρήσεις την αλλαζονεία του ανθρώπου που αγάπησες, να την μεταμορφώσεις σε κάτι πιο ανθρώπινο; Κι εκείνη τη στιγμή που αναρωτήθηκε, μια θολή, συγκεχυμένη ιδέα του ήρθε στο μυαλό. Βγήκε από το ατελιέ κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.
Τα επόμενα 4 χρόνια ο Λουσιέν δεν ξαναμπήκε εκεί μέσα. Δεν έπιασε πινέλο. Εβγαινε από το σπίτι του μόνο για να ψωνίσει τα απαραίτητα. Δεν κατέβαινε ουτε καν στο λιμάνι να πιεί με τους λιγοστούς του φίλους. Δεν έκανε αλλη έκθεση και αρνιόταν να μιλήσει με τους γκαλερίστες. Ειχε αρκετά χρήματα πια για να μην χρειάζεται να πουλάει διαρκώς. Σταμάτησε να τρώει και απέμεινε ίχνος του εαυτού του. Αντιθέτως, διάβαζε συνεχώς, ακατάπαυστα, κάθε μέρα όλη τη μέρα. Διάβασε δεκάδες χιλιάδες σελίδες. Και ολα τα βιβλία για τα οποία κατά καιρούς του είχε μιλήσει η Ελέν.
Στην επέτειο των 5 ετών απο τον χωρισμό τους, κι ενώ εκείνη δεν ενέδιδε στις αραιές εκκλήσεις του, τηλεφωνικές πάντα, για επανασύνδεση, ο Λουσιέν ένοιωσε έτοιμος να ξαναμπεί στο ατελιέ. Ανοιξε την πόρτα, παραμέρισε τους ιστούς και κάθισε ξανά στο σκονισμένο σκαμπώ μπροστά απο το πόδι. Ανακάτεψε τις μπογιές στην παλέτα και ξεκίνησε.
~
Οταν η Ελέν είδε στις καλλιτεχνικές εφημερίδες φωτογραφίες από το νέο δημιούργημα του Λουσιέν, που ο ζωγράφος αρνιόταν να πουλήσει παρότι του είχαν γίνει απίστευτες προσφορές, και διάβασε αναφορές για τον τρόπο που ζωγραφίστηκε, ανατρίχιασε. Οι εφημερίδες μιλούσαν για μια νέα, την πιο ώριμη περίοδο στη δουλειά του γνωστού ζωγράφου, έκαναν λόγο για μετάλλαξη του ύφους και του στυλ που επέφερε, εκτιμούσαν, η ωριμότητα και η απόσυρση 6 ετών απο τα δρώμενα. Κάποια υπερβολική μιλούσε για παρθενογέννεση, άλλη για μια νέα τάση στη ζωγραφική.
Μπήκε στο ατελιέ του Λουσιέν με προσεκτικά βήματα και κρατώντας την ανάσα της. Σκεφτόταν ότι όλα αυτά τα χρόνια τον είχε στο μυαλό της και μετάνοιωνε για την απόφασή της να τον εγκαταλείψει τόσο σκληρά. Οσοι αντρες πέρασαν έκτοτε από τη ζωή της δεν την είχαν συγκινήσει όσο εκείνος. Σκεφτόταν πως υπήρξε αλλαζονική που τον απέρριψε επειδή ήταν ακαλλιέργητος, αφού το ταλέντο του προσανατόλιζε τις πράξεις του. Ισως κάπου υπήρξε άδικη, ίσως όταν πέρασε η πρώτη φλόγα να τον αντιμετώπισε σαν κατηγορία και όχι ως μονάδα, ίσως του αφαίρεσε συμπεριφερόμενη έτσι αυτό ακριβώς για το οποίο τον είχε αγαπήσει, την ιδιαιτερότητά του. Σκεφτόταν πως ο Λουσιέν δεν είχε λόγο να γίνει ευρυμαθής, αφού ο θεός, η τύχη, η όποιος τέλος πάντων, του είχε χαρίσει κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν είχαν.
Η Ελεν, μπροστά στον απίστευτο πίνακα που αντίκρυζε επιτέλους στο φυσικό του μέγεθος, καταλάβαινε πως είχε κρίνει τον Λουσιέν χρησιμοποιώντας ένα κουτάκι, εγκλωβίζοντάς τον μέσα στην αντίληψή της για το πως πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Δεν είχε κρίνει τον ίδιον, αλλά την αντίληψή της μέσα από αυτόν. Τώρα η Ελέν έβλεπε πόσο βαθειά την είχε αγαπήσει αυτός ο άνθρωπος.
Το αρχικό εξαίσιο πόδι συνεχιζόταν τώρα και σχημάτιζε την ίδια, καθιστή. Μπροστά της βρισκόταν ένα ανοικτό βιβλίο, που φαινόταν να είναι ενωμένο με τα χέρια της, να αποτελεί προέκτασή της. Ομως μόνο το πόδι είχε ζωγραφιστεί "κανονικά". Ολόκληρο το υπόλοιπο σώμα της ήταν φτιαγμένο με γράμματα. Τα γράμματα αυτά, διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων, πάχους, με διαφορετικούς γραφικούς χαρακτήρες στις φράσεις που συγκροτούσαν, σχημάτιζαν προτάσεις κανονικές που μπορούσε κανείς να τα διαβάσει αν ξεκινούσε από το πόδι. Οι φράσεις αγκάλιαζαν τους γοφούς της και διπλώνοντας στο λαιμό της θαυμάστικά και σημεία στίξης, σκιάζοντας και τονίζοντας το φως σα να έπεφτε σε ιδρωμένο σώμα σε καίρια σημεία, με καταλληλα χρώματα έδιναν τους τόνους της αναπαράστασης. Αν κάποιος είχε υπομονή, θα μπορούσε να διαβάσει στον πίνακα ένα ολόκληρο βιβλίο. Ηταν το Αγνωστο Αριστούργημα του Μπαλζάκ.
Ο Λουσιέν την είχε ζωγραφίσει με τις λέξεις. Σα να φωτιζόταν απο το βιβλίο που κρατούσε. Το είχε σχεδιάσει έτσι ώστε οι φράσεις κλειδιά να βρίσκονται στα κατάλληλα σημεία, διέκρινε τώρα τις λέξεις belle noiseuse στο περίγραμμα των χειλιών της, διάβαζε το τέλος της ιστορίας, το σημείο που αποκαλύπτεται οτι ο τέλειος πίνακας που ζωγράφισε ο Φρενχόφερ δεν είναι παρα μια μουτζούρα, στο πίσω μέρος του αστραγάλου της, οι προσπάθειες του ζωγράφου συγκροτούσαν τον αφαλό της και οι πιο έντονες συνομιλίες κατέβαιναν βαθειά μέχρι την ήβη της. Αν στεκόταν μακριά από τον καμβά, οι λέξεις δεν διακρίνονταν και μπορούσε να δει τον εαυτό της, ζωγραφισμένο σουρεαλιστικά, σαν ένα εξαίσιο νέο ζωντανό είδος. Δεν θα μάθαινε ποτέ ότι για τον Λουσιέν δεν επρόκειτο για ζωντανό είδος, αλλά για την ανάσταση ενός αγαπημένου εξαίσιου πτώματος. Ο λόγος σχηματίζει τη σάρκα, τον ιδρώτα, την έκφραση. Η απόσταση επαναφέρει την απαραίτητη ενότητα στην επιφάνεια του δέρματος. Για να μην πνιγεί κανείς στα βάθη εκεί μέσα.
Εκτός απο το ποδι, μια ακόμα κανονική εικόνα βρισκόταν στο ανοιχτό βιβλίο μπροστά της. Εκεί, η Ελέν διέκρινε τον Λουσιέν με τα χέρια ανοικτά, να την κοιτάει μέσα από το βιβλίο υπομειδιώντας.
-Αληθεύει ότι χρησιμοποίησες το αίμα σου στα γράμματα που σχηματίζουν τις κόκκινες σκιές όπως έγραψε η Φιγκαρό; τον ρώτησε αργά το βράδι φωλιάζοντας στην αγκαλιά του. Ενοιωθε ξανά εντελώς δική του.
-Φυσικά! της αποκρίθηκε χαμογελώντας. -Ηθελα να σου δείξω πως αληθινές είναι μόνο οι λέξεις που ματώνουν. Είχε μάθει πια διαβάζοντας τον Νίτσε ότι η αναγκαιότητα είναι ερμηνεία κι όχι γεγονός. Και κάθε ερμηνεία σηκώνει ένα ποσοστό μύθου -ειδικά όταν θες να ξανακερδίσεις τη γυναίκα που αγαπάς αντί να την εκδικηθείς.

buzz it!

Caricatur

Ηταν κάποτε ενας ζωγράφος με ταλέντο στις καρικατούρες. Kαθόταν στους δρόμους και ζωγράφιζε κωμικά σκίτσα ανθρώπων. Σε αλλους τα πούλαγε, μερικά όμως τα κράταγε στο σπίτι του, όπου ειχε μια μεγάλη συλλογή απο καρικατούρες. Ενα βράδυ αυτά τα κωμικά σκιτσάκια έπιασαν την κουβέντα ενώ ο ζωγράφος κοιμόταν. Ενας που' μοιαζε με σκύλο μίλησε με μια πεταλούδα, μια χοντρούλα χαμογελαστή με εναν ψηλόλιγνο. Μέχρι το πρωί, οι καρικατούρες είχαν φτιάξει παρεούλες κι αποφάσισαν να γνωριστούνε. Στη διάρκεια της εξοικείωσης, ενας που εμοιαζε με πουλί είπε σε ένα φίδι: -Ξέρεις, ο κόσμος είναι ωραίος απο ψηλά. -Για μένα είναι ωραίος οταν σέρνεσαι, είπε ο άλλος. Το βραδυ έγινε θέμα στη συναξη των σκίτσων, πως ειναι ο κόσμος καλύτερος, απο κάτω η από πάνω; Ενας ασβός αντιπρότεινε πως ειναι ωραίος απο μέσα, ενας πελαργός είπε οτι του αρέσει απο το καμπαναριό, ο δρυοκολάπτης μίλησε για την ηδονή να ξύνεις τη μύτη σου σε ξύλα και μια γοργόνα είπε οτι είναι καλύτερος μέσα στο νερό. Αντιδίκησαν αρκετή ωρα περί οπτικής. Το πρωί, ο ζωγράφος μπήκε στο δωμάτιο, τις μάζεψε όλες και τις έκαψε. Ειχε μόλις βρεί δουλειά ως γκράφικ ντιζάινερ, είχε παραγκωνίσει την τέχνη της καρικατούρας χάριν του βιοπορισμού και δεν ηθελε να θυμάται τα παλιά. Οπως καιγόταν, η τελευταία καρικατούρα ενος ανθρώπου που εμοιαζε με σκίουρο είπε στην διπλανή της που θύμιζε κροκόδειλο: -Τελικά ο κόσμος είναι ωραίος προτού σε κάψουν, ξεδοντιάρη.

buzz it!

Η ιστορική συμμαχία και οι χρήσιμοι ηλίθιοι.

"Ζούμε λοιπόν «το τέλος των ιδεολογιών» όπως αναφέρει ο Φουκογιάμα. Βρισκόμαστε στην εποχή των καπιταλιστικών εμπορευμάτων, της κλωνοποιημένης ηθικής, των ψυχοφαρμάκων, της εικόνας, του θορύβου των αυτοκινήτων στις μεγάλες λεωφόρους, των σκανδα λοθηρικών πρωτοσέλιδων, των τηλε-εισαγγελέων, του νεαρού που πυροβόλησε στον ΟΑΕΔ, του Σαββατόβραδου στα μπουζούκια. Ζούμε στο τέλμα της συνείδησης και αυτό εξυπηρετεί τον ένοπλο αγώνα. Δίπλα στην χωματερή των εμπορευμάτων του καπιταλισμού παράγεται κι απελπισία. Μια οργισμένη απελπισία ανθρώπων αποφασισμένων να απορρίψουν τα σκουπίδια της σύγχρονης κοινωνίας. Μιλάμε για την απελπισία που εκφράζει την κατάσταση όλων όσων δεν μας έχει απομείνει καμία ελπίδα να δούμε να αλλάζει η πραγματικότητα που μας επιβάλλουν. Γνωρίζουμε πως η κοινωνία «έχει πιάσει πάτο». Επειδή όμως η απελπισία από μόνη της μπορεί να παράγει αυτοκαταστροφική παραίτηση εδώ χρειάζεται η ιστορική συμμαχία με το αντάρτικο πόλης. Ο πόνος πρέπει να γίνει δύναμη, κι απελπισία οργή. Αυτός είναι ο προνομιακός χώρος για την ένοπλη προπαγάνδα μας. Απευθυνόμαστε σε όλους αυτούς που έχουν αυτοεξοριστεί απ΄ αυτήν την κοινωνία και τα ψεύτικα αγαθά της για να ανασυνθέσουμε το αντάρτικο πόλης που γύρω του θα συσπειρώνονται άνθρωποι που θα έχουν μια κοινή επαναστατική στράτευση, με αντισυμβατική γλώσσα, με αντιθεσμική πολιτιστική κουλτούρα, με αυτοοργανωμένη διαχείριση και αντισυμβατικό κοινωνικό διάγραμμα οριζόντιων σχέσεων. Η αφετηρία είναι πάντα η προσωπική ενόραση του καθενός ανεξαρτήτως φύλου, τάξης, εθνικότητας και ηλικίας. Είναι το ξεπέρασμα όλων των συμβάσεων επίσημων και ανεπίσημων, της εργασίας, της οικογένειας, της θρησκείας, του κομφορμισμού, του πατριωτισμού, του σεξισμού, των αξιωμάτων με την κατάργηση τους μέσα απ΄ την συμμετοχή στην επαναστατική πάλη. Είμαστε ρεαλιστές και χαιρόμαστε που δεν πρέπει να υπερασπίσουμε το όραμα και την ελπίδα ενός καλύτερου κόσμου που μπορεί να μην έρθει ποτέ. Γι΄ αυτό είχαμε γράψει στην πρώτη μας ανακοίνωση «κάνουμε αντάρτικο και όχι πολιτική». Οι παράνομες επαναστατικές οργανώσεις δεν είναι εργαλεία για τον κόσμο του μέλλοντος αλλά πρόταση ζωής για το σήμερα" Απόσπασμα απο την προκήρυξη της ΣΕΧΤΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ για τη δολοφονία του αστυφύλακα.
Ζώντας πράγματι στο τέλος των ιδεολογιών και στο τέλμα της συνείδησης, δε νοιώθω όσα βιώνω να εξυπηρετούν κανέναν ένοπλο αγώνα. Βιώνοντας κι εγώ την σισύφεια απελπισία, αντιλαμβάνομαι ταυτόχρονα το μήνυμα του Σίσυφου που δεν τίναξε την πέτρα στον αέρα, ούτε πυροβόλησε κανέναν στο κεφάλι επειδή αυτός συνειδητοποίησε πως δεν υπαρχει ελπίδα πια. Ως εκπρόσωπος της νεας ΛΜΑΤ, της μικροαστικής τοιαύτης, επίσης έχω κατανοήσει το μάθημα της συλλογικής ευθύνης ως απαρχής των εκκαθαρίσεων.
Δεν επιθυμώ να εμπλεξω τη χώρα μου, και καμιά χώρα, στη δίνη ενός εμφυλίου γιατι γνωρίζω πως περα από την αυτοκαταστροφή, δεν θα επιφέρω αλλαγές που θα αναστήσουν την ελπίδα. Επίσης, τα ψήγματα ιστορίας που ανασύρω στη μνήμη μου υποστηρίζουν πως κάθε επαναστατική προσπάθεια, ακόμα και τόσο αν-ιδεολογική, τόσο αφοπλιστικά, έως εφηβικά ειλικρινής (αν δεχθούμε πως ολα είναι υγιή και τίμια στο χώρο αυτόν), μια προσπάθεια που δεν στηρίζεται σε ελπίδες για μια καλύτερη κοινωνία αλλα δηλώνει εξ αρχής πως "εχουμε πόλεμο μωρό μου" και θα κάνουμε ο,τι μπορούμε για να σας γαμήσουμε, όλους εσάς που ειστε οι εχθροί μας, και να σπείρουμε το χάος στον ετοιμοθάνατο κόσμο μας, κατέληξε σε νέες ιεραρχίες κι όχι στην απελευθέρωση του ανθρώπου απο τα δεσμά του, ακόμα κι αν αυτα τα δεσμά είναι η ίδια η ελπίδα.
Εσυ που εγραψες αυτή την προκήρυξη, επειδή καταλαβαίνω πολύ καλά τι λες, και μαλιστα συμφωνώ με μεγάλο τμήμα της σκέψης σου -αλλά όχι και με τη λύση που προτείνεις- συμπεραίνω, αυθαίρετα φυσικά αλλα δικαίωμά μου είναι, ότι είσαι ενας ανθρωπος της αναγεννησης. Εχεις γνώσεις ατελείς, αλλα για πολλά πράγματα. Πρέπει να είσαι αντρας 40-45 ετών, πιθανολογώ μαλιστα οτι είσαι και... μπλογκερ. Εχεις φλερτάρει κι εσύ με την αριστερά, ισως περασες παλιά απο Σπαρτακους και τροτσκιστές, νοιώθω να σε ξέρω, να σε ξέρω οχι σα μορφή αλλά σαν ιδεολόγημα.
Ομως λυπαμαι, αλλα η δική μου προσωπική ενόραση δε συμφωνεί στην "πρόταση ζωής για το σήμερα" που κάνεις, διότι είναι πρόταση θανάτου. Μου ζητάς, επειδή απείχα πολιτικά από τις εκλογές, κι επειδή συμμερίζομαι την απελπισία σου, να κάνω μαζί μου μια νεα ιστορική συμφωνία τύπου βαρκιζας, μολονότι τη λες συμμαχία, δεν απέχει απο συμφωνία. Μου ζητάς με δυό λόγια, επειδή ξέρω ήδη ότι η κοινωνία μας έτσι όπως λειτουργεί εείναι καταδικασμένη, κι επειδή ξερω οτι τα παιδιά μου είναι πιθανώς οι αυριανοί αναπαραγωγείς της αδικίας, να ανακηρύξω εαυτόν σε συνένοχό σου. Να συμφωνήσω μαζί σου, ότι μόνη λύση είναι η έκφραση της κοινής μας απελπισίας, σκοτώνοντας κάθε μπατσο, κάθε χαφιέ, κάθε μικροαστό νοικούρη με βιτρίνα, κάθε αδιάφορο του φραπε, και γενικά τους παντες εκτός από όσους συμφωνούν μαζί μας, ότι μέλλον δεν έχουμε. Μου ζητάς να κηρύξω δηλαδή εναν πόλεμο στον εαυτό μου και τελικά να αυτοπυροβοληθώ στο κεφάλι, αν δεν προφτάσει να μου τη φυτέψει το ίδιο το παιδί μου.
Συνομήλικε και πιθανότατα πρώην σύντροφε κι ίσως φίλε, εαν σκότωνα τον πατέρα σου όταν ήσουν 9 ετών προβαλλοντας οποιαδήποτε ιδεολογία, είμαι σίγουρος ότι μεγαλώνοντας, εαν ποτέ με εβρισκες, θα με σκότωνες κι εσύ ανελέητα, χωρίς καμιά ανάγκη αιτιολόγησης της πράξης σου. Σε λιγες μέρες χιλιάδες μαθητές που θα συμπληρώσουν τα μηχανογραφικά τους σημειώνοντας σαν πρώτη τους επιλογή τις αστυνομικές σχολές. Η οπτική σου τους αποκλείει αυτομάτως όλους, απο το ενδεχόμενο κάποιοι να οραματίζονται μια αστυνομία διαφορετική. Τους καθιστά αυτομάτως όλους συνενόχους. Γιατι δεν τους πυροβολείς πριν μεγαλώσουν; Γιατι δεν σκοτώνεις αύριο ενα τετοιο 17χρονο παιδί; Το ίδιο δεν ειναι; Κι ισως ακόμα πιο συμβολικό;
Ομολογώ οτι με αφοπλίζει η δήλωσή σου πως έχουμε πολεμο και δεν πουλάς πολιτική και ιδεολογία, αλλα πήρες ήδη τα "βουνά" των πόλεων. Απο την άλλη με εντυπωσιάζει η επιλεκτικότητα των ιστορικών σου γνώσεων, γιατι εαν προχώραγες λίγο τη σκέψη σου θα έφτανες κι εσύ στο συμπερασμα οτι το μόνο που θα πετύχεις πυροβολώντας στο ψαχνό τον καθε μπάτσο και μικροαστό, θα είναι να κάνεις ακόμα αυταρχικότερη και αβίωτη, την ήδη αυταρχική και μη βιώσιμη κοινωνία που μάχεσαι.
Εκτός κι αν έχεις κρυμμένη κάπου μια ατομική βόμβα φίλε, ώστε να την αμολύσεις και να βρούμε όλοι μαζί τη Νιρβάνα μας, κόψε τις μαλακίες. Κάθε σφαίρα σου είναι κι ένα επιχείρημα υπερ των χρυσαυγιτών, υπερ του μεγάλου αδελφού, υπερ της βιτρίνας, υπερ ολων όσων λες πως αντιμάχεσαι. και εναντίον των μεταναστών, της ελευθερης διακίνησης των ιδεών, της αυτοδιάθεσης, του συνειδητά μη αυτοτοποθετημένου σε πολιτικά σχήματα ανθρώπου.
Η ιστορική συμμαχία που μου ζητάς είναι εμφυλιοπολεμική επιλογή. Αλλα θα σου θυμίσω κι εγω τον Λενιν, σημασία δεν έχει να καταλάβουμε τον κόσμο αλλα να τον αλλάξουμε.
Εσυ λοιπον καταλαβες τα αδιέξοδα, αλλα δεν προσπαθείς να τον αλλάξεις, προσπαθείς να τον καταστρέψεις. Κι επειδή δεν έχεις τη δύναμη που θα ήθελες, θα καταλήξεις ακριβως ο "χρήσιμος ηλίθιος" του συστήματος για τον οποίον μιλάς πιστεύοντας πως είναι ο άλλος, αυτός που έγινε "ορατός εχθρός" μιας κοινωνίας η οποία έχοντας πια εναν καινούργιο εχθρό, σταμάτησε να αντιλαμβάνεται ότι ο πραγματικός εχθρός ήταν και είναι ο ίδιος ο εαυτος της. Θα κάνεις τους καρατζαφέρηδες του κόσμου να αποκτήσουν δύναμη, τις κάμερες ασφαλείας να πληθαίνουν, τις μετακινήσεις μας πιο δυσχερείς, την ελευθερία μας ακόμα πιο ανάπηρη και τους απελπισμένους του κόσμου που δεν είναι σαν κι εσένα και δεν έχουν όπλα, ακόμα πιο δυστυχισμένους.
Είναι αλλο πράγμα να απέχεις απο τις εκλογές επειδή θες να απονομιμοποιήσεις ενα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και να υποδείξεις την ανάγκη για αλλαγές υπέρ ενός λιγότερο ασύδοτου καπιταλισμού, κι άλλο να προσπαθείς να ανατρέψεις την ασυδοσία φορώντας μια τήβενο με κουκούλα.
Στην πρώτη περίπτωση πιστεύεις στη δημοκρατία, στη δεύτερη δεν πιστευεις πια σε τίποτα, δεν ελπίζεις σε τίποτα, αρα είσαι ελεύθερος.
Εισαι ελευθερος λοιπόν φίλε τρομοκράτη να κάνεις ό,τι νομίζεις. Αλλα μην πιστεύεις πως είσαι τίποτα περισσότερο απο τον κατεξοχήν "χρήσιμο ηλίθιο" του συστήματος. Η μονη σου διαφορά με εμ'ένα και τους αλλους ηλίθιους, είναι ότι εσύ έχεις όπλο και κάνεις τη γκάβλα σου. Δηλαδή νομίζεις πως κάνεις επανάσταση και χαίρεσαι που την κάνεις ιδεολογικά αποφορτισμένη, απλά για την επανάσταση, χωρίς να υπάρχει πολιτική, όπως λες, από πίσω.
Με απλά λόγια, κάνεις ακριβως αυτό για το οποίο κατηγορείς την ΛΜΑΤ: "Δε γαμιέται; Εγω να περνάω καλα". Εσυ να περνάς καλά, και το 9χρονο παιδί του μπάτσου που έφαγες να αναρωτιέται ποιάς ιδεολογίας απότοκη ήταν η σφαίρα. Χίλιους νεους μπατσους (ιδεολόγους, μπάτσους "κανονικούς", δηλαδή με μπατσική νοοτροπία που θα μιλάνε γι αναρχο΄παπλητους και θα δέρνουν κόσμο στα κρυφά) εφτιαξες σκοτώνοντας αυτόν.
Λοιπόν, στο αίστημά σου για "ιστορική συμμαχία", απαντώ δυστυχώς κι εγω όπως δεν θα' θελα. Τι τη θες τη συμμαχία της κοινωνίας, αφού την έχεις γραμμένη την κοινωνία; Τι σε νοιάζει να σου παράσχω μια ιστορική δικαιολόγηση των φόνων, αφού έτσι κι αλλιως αποφάσισες να μας τινάξεις στον αέρα και λες οτι δε σε ενδιαφέρει πολιτικά το θέμα;
Γι αυτό συγχώρα με που θα σου απαντήσω στον ίδιο τόνο:
Βαλτο στον κώλο σου το αίτημα και πάτα τη σκανδάλη. Εχουμε πόλεμο μαλάκα, όχι πάρτυ για νάρθω με τα ποτά μου.

buzz it!

Και να με λεν χωρίς καρδιά

Ζηλεύω αυτούς που πνίγηκαν στου έρωτα τα βάθη μα προσκυνώ τους ναυαγούς τους Ροβινσώνες τους Χριστούς το Ρόδο και τ’ Αγκάθι Έλα κορίτσι μου και κράτησέ με απ' τον εσώκοσμο ανασυρέ με έλα γυναίκα μου και φίλησέ με και για τις ζήλιες της ζωής παρασυρέ με Ζηλεύω αυτούς που καβαλάν το κύμα της ψυχής τους μα προσκυνώ τους πιο τρελούς σα Λούκι Λούκ μοναχικούς στο σκίτσο της ζωής τους Έλα κορίτσι μου... Ζηλεύω αυτούς που τραγουδούν και στις φωτιές χορεύουν μα προσκυνώ τους σιωπηλούς που κι αν ποτέ δεν τους ακούς εκείνοι αλητεύουν

buzz it!

Ενδοσκόπηση

-Πως νοιώθετε κύριε; ρώτησε χαμογελώντας τον κ.Νικήτα η τρυφηλή νοσοκόμα μετά από την κολονοσκόπηση.
Παύση. -Σας νοιώθω δεσποινίς, απάντησε τελικά ανταποδίδοντας το χαμόγελο μισοζαλισμένος.

:ΡΡΡΡ

buzz it!

Το κόκκινο μάγουλο

Αν κάποιος πιστεύει στο Θεό, ο Θεός δεν μπορεί να κάνει 37 βαθμούς Κυριακή εκλογών χωρις λόγο.
Αν κάποιος πιστευει στην Ευρωπαική Αριστερά, η αποχή στρεφεται εναντίον της επειδη ενώ έχει κάθε εφόδιο της εποχής να προβάλει ένα πραγματικά νέο όραμα και να αναδείξει επιτέλους τα αδιέξοδα του ασύδοτου υπαρκτού καπιταλισμού, εκείνη αναλίσκεται (ξανά...) σε ισορροπίες γκρουπούσκουλων, επαναστατική γυμναστική και κενή ρητορεία.
Αν κάποιος πιστεύει ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός αξίζει δεύτερη ευκαιρία, ένα μπανάκι θα τον κάνει να το σκεφτεί πιο ψύχραιμα.
Αν κάποιος πιστεύει στον Καρατζαφέρη τι να πω, ας τονίζει την αποχή στην παραλήγουσα.
Αν κάποιος στη Χρυσή Αυγή, ας αγοράσει τα άπαντα της μυθολογίας Κθούλου για τρελές αναγνώσεις κάτω απο τη μαυρη ομπρέλα θαλάσσης.
Αν κάποιος πιστεύει στον Γιώργο δε λέω, συμπαθής είναι ο άνθρωπος, παλεύει σκληρά να αποδείξει ότι δεν είναι σκιά του μπαμπά, τίμιος μου φαίνεται, αλλά κι ο Κώστας τίμιος μου φαίνεται, παλεύει σκληρα να αποδείξει ότι δεν είναι σκιά του θείου, απόδειξη η κούρασή του, κι ενόσω αυτοί οι δυό παλεύουν με τα φαντάσματα, κάποιοι άλλοι κυβερνάνε και λυμαίνονται τον τόπο.
Αν κάποιος πιστεύει στον Τρεμόπουλο, Τρεμόπουλε προχώρα κι έρχομαι, αλλά φίλε, η εποχή που προκαταβολικά εμπιστευόμασταν τηις αγνές προθέσεις ετελείωσε, γιατι κι ο δρόμος με τις αγνές αυτές προθέσεις μας οδήγησε στα καζάνια.
Αν κάποιος πιστευει Παπαθεμελή, Μάνο δικαιωμά του, εδώ δεν έχω επιχείρημα, φανταστείτε μόνο την περίπτωση να μας κυβερνούσαν
Αν κάποιος πιστεύει στον Κατέλη, Λεβέντη,κλπ ας ψάξει λίγο το χιούμορ του.
Αν κάποιος πιστεύει στο Λευκό, να διαβάσει το Περί Φωτίσεως του Ζοζέ Σαραμάγκου κι ας το ρίξει δαγκωτό και με 2 χέρια, αλλα μην το χάσεις μετά το μπανάκι φίλε.
Στην παρανοική μας εποχή, η απόλυτη αδιαφορία που εκφράζει η αποχή, ταυτίζεται με την απόλυτη αγωνία του ολοφάνερου κενού, που επίσης εκφράζει η αποχή. Και το Λευκό, για όσους επιθυμούν το ίδιο μήνυμα δια της συμμετοχής.
Δεν είναι δικό μου θέμα, δεν είναι κανενός μας θέμα, να αποκωδικοποιήσουμε τι από τα δύο εκφράζει περισσότερο μια ενδεχόμενη πρωτοφανής αποχή κι ένα μεγάλο ποσοστό Λευκών.
Αντιθέτως είμαι σχεδόν βέβαιος ότι το μήνυμα θα αποκωδικοποιηθεί σωστά, αλλά θα αναμεταδοθεί διαστρεβλωμένο επίτηδες. Εσείς όχι;
Αλλά δε με νοιάζει πια.
Αν το μηνυμα έχει πραγματικά τη δύναμη της μπούφλας, θα φανεί στο κόκκινο μάγουλο.
Μόνη μπουφλική δύναμη στις Δημοκρατίες, είναι να καταλάβει πολύς λαός ότι τον δουλεύουν κι ότι το μικροσυμφέρον του δεν είναι αυτό που του τάζουν τα κομματόσκυλα, αλλα ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον μιας τίμιας και οραματικής διακυβέρνησης.
Η άρνηση του ύψιστου δημοκρατικού δικαιώματος δεν σημαίνει για μένα ασέβεια, αλλά αντιθέτως, απόλυτο σεβασμό στη Δημοκρατία. Στην οποία είτε δεχομαστε εξ ορισμού πως δεν υπάρχουν αδιέξοδα, είτε δεν είναι Δημοκρατία. Θα μου πεις, τώρα είναι;
Καλα μπάνια και καλό καλοκαίρι.
ΥΓ. Συγχωρήστε τις εξαφανίσεις του υποφαινομένου, λόγοι πάνω απο βλογς (ουαου! ) με αναγκάζουν να μην μπαίνω συχνά για λίγο καιρό.

buzz it!

Βάρβαρα σοσιαλιστικά παπαγαλάκια

(TΑ ΝΕΑ, 25/5/09)
~ Δεδομένου ότι αυτή η ιστορία http://nomads-tales.blogspot.com/2009/03/blog-post_12.html πρωτογράφτηκε το 2005 και επαναδημοσιεύτηκε προ διμήνου περίπου που όλα ήταν ανύποπτα, σκέφτομαι ότι τα πολιτικά προβλήματα του τόπου μάλλον εξηγούνται καλύτερα με τη φρουδική θεωρία. Κάποιος πρέπει να τους πήρε το παπαγαλάκι τους όταν ήταν μικρά και βαρβάρεψαν μεγάλοι. Ευχομαι να μην ακολουθήσουν και καριέρα σίριαλ κίλερ.

buzz it!

Burn motherfucker, burn...

Η πυρά που καίει το σχολικό βιβλίο στο τέλος κάθε χρονιάς, δεν είναι η ίδια πυρά που έκαιγε τα βιβλία κάποτε. Είναι η φωτιά της αγανάκτησης απο ενα σύστημα ανόητο, καταπιεστικό και ευτελές. Είναι φωτιά διαμαρτυρίας γιατί τα βιβλία αυτά εχουν αποτύχει: αντι να εμπνέουν απωθούν. Είναι η συλλογική εθιμοτυπία των γενεών που δε γνωρίζουν τι τους λείπει, μα γνωρίζουν ότι για αυτό που τους λείπει δεν φταίνε οι ίδιες. Είναι πράξη εορτασμού του τέλους μιας πραγματικής τυρρανίας, όπως έχει δυστυχώς εξελιχθεί το Λύκειο σήμερα. Η πυρά που καίει τα σχολικα βιβλία δεν καίει τα βιβλία, αλλά την αποτυχία μας. Την περασμένη Παρασκευή, η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων επέλεξε στα Νεα Ελληνικά απόσπασμα από το έργο του Άγγελου Τερζάκη «Ταραγμένες ψυχές», το οποίο αναφέρεται στην αξία και τις αρετές του βιβλίου, ενώ το θέμα της Έκθεσης που ζητήθηκε, απαιτούσε από τους μαθητές να ξανασκεφτούν την καταστροφή των βιβλίων που κάθε χρόνο αποτελεί «παράδοση» για πολλούς τελειόφοιτους: «Συχνά παρατηρείται πολλοί μαθητές να καταστρέφουν τα σχολικά τους βιβλία στα προαύλια των σχολείων κατά το τέλος του σχολικού έτους. Σε άρθρο που θα δημοσιευθεί στη σχολική σας εφημερίδα να αιτιολογήσετε το παραπάνω φαινόμενο και να αναφερθείτε στους τρόπους που θα συμβάλουν στην αρμονική συνύπαρξη του βιβλίου με τα ηλεκτρονικά μέσα πληροφόρησης και γνώσης». Δυό μέρες πριν, η κυβερνηση είχε προαναγγείλει τη διάθεση, απο το επόμενο έτος, δεκάδων χιλιάδων λαπτοπ στους μαθητές. Και αναρωτιέμαι: Ποσο υποκριτές είμαστε; Ο μαθητής που θα γράψει οτι καίει το βιβλίο του γαιτι τον βασανίζει και γιατί είναι σκατοβιβλίο γραμμένο απο τεχνοκράτες και για πέταγμα, τι βαθμό θα πάρει; Ο συμμαθητής του που θα πει ψεμματα ότι δεν εγκρίνει το καψιμο και θα παραστήσει τον καθώς πρέπει ενώ δεν είναι, τι βαθμό θα πάρει; Εκτός του οτι με τέτοιες μεθοδεύσεις προσανατολίζουμε τον μαθητή προς μια υποταγμένη σκέψη (κι οταν το κανει με ταλέντο, οταν δηλαδή προσποιηθεί καλά, τον βαθμολογούμε και υψηλά ) και πέρα απο το γεγονός της απόπειρας διαφήμισης μιας τραγικής κυβέρνησης ακόμα και μέσα απο τη διαδικασία των εξετάσεων (θα τους δώσουμε λαπτοπ του χρόνου, ψηφίστε μας μπαμπαδες και μαμάδες τους!) ...πέρα απ αυτα λοιπόν, η ίδια η διατύπωση του θέματος είναι προβληματική. Μου θυμίζει κοπτοραπτική, πως να πουμε στην ιδια φράση δυο πράγματα ασύνδετα, που όμως θέλουμε να συνδέσουμε με το ζόρι, επειδή υπαρχει σκοπιμότητα. Και χωρίς να φροντίζουμε έστω αυτή η συγκόλληση να στεκει και αισθητικά. Μου θυμίζει μια επιτροπή που εχει παρει εντολές -αλλιως πρέπει να υποθέσω οτι τα μέλη της είναι, απλά, βλακες και δε θά' θελα. Κι ολα αυτα στις πλατες 90.000 οικογενειών που αγωνιούν. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι από αύριο κιόλας (αφου μεσολάβησε Σαββατοκύριακο) θα αρχίσουν τα παρατράγουδα με τις βαθμολογήσεις και θα ζητούνται οδηγίες απο τα βαθμολογικά κέντρα και η ΚΕΕ θα λέει "ολα καλά". Αλλά αυτό δεν με ξενίζει, το έχουμε ξαναδεί. Αυτό που πραγματικά με ενοχλεί, είναι ο τρόπος με τον οποίον επιχειρούν να υποτάξουν τη σκέψη ενός εφηβου στη μανιέρα. Κυριοι της ΚΕΕ, του υπουργείου "Παιδείας", της κυβερνησης, αν ακουει κανείς τέλος πάντων, το βιβλίο που καίγεται στο τελος της χρονιάς, είναι τηρουμενων των αναλογιών, αντίστοιχο με τη βιτρίνα που σπαει στις εξεγέρσεις: δε φταίει το βιβλίο, ουτε η βιτρίνα. Εχουν αναχθεί ομως σε σύμβολα της αποτυχίας μας και σε εύκολους αποδέκτες της οργής τους. Ο μόνος τρόπος για να τους πείσετε πραγματικά να μην τα καίνε κι όχι να σας γράφουν ψέμματα για να βαυκαλίζεστε, είναι προφανώς να φτιάξετε καλά βιβλία και να παψει το σχολείο να είναι η αναπόφευκτη τυρρανία πριν από το πανεπιστήμιο (όπου φυσικά μόλις μπουν, τα φορτώνουν στον κόκκορα) Δεν είναι εκεί το θέμα ομως. Είναι που δε μπορούν -κι εύχομαι να μη θέλουν- να κάψουν κάποιους σαν εμάς. Είναι, τελικά, η πιο ειρηνική απο τις πράξεις αγανάκτησης που θα μπορούσαν να κάνουν. Update:
Πριν απο λίγο, το υπουργείο παιδείας εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:
Από το γραφείο της Γενικής Γραμματέως του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κας Νίκης Γκοτσοπούλου ανακοινώνεται ότι η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων των Ημερήσιων Γενικών Λυκείων εξέδωσε σήμερα 18 Μαΐου 2009, οδηγία βαθμολόγησης στο μάθημα «Νεοελληνική Γλώσσα» προς όλα τα Βαθμολογικά Κέντρα, η οποία έχει ως εξής: «Σε απάντηση ερωτημάτων από Βαθμολογικά Κέντρα σχετικά με το β΄ ζητούμενο στο θέμα Γ΄ του ανωτέρω μαθήματος των ημερησίων Γενικών Λυκείων, σας πληροφορούμε ότι οιαδήποτε τεκμηριωμένη ανάπτυξη, είτε αναφέρεται στο σχολικό βιβλίο είτε στο βιβλίο γενικά, θεωρείται αποδεκτή.»
Τουλάχιστον, έχουν αντανακλαστικά...
Αλλά ας θυμηθούμε, ότι μόλις πριν λίγο καιρό η ίδια η κυβέρνηση ήταν που απέστειλε στην πυρά το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικου, με απόφαση Στυλιανίδη. Η Μαριέττα Γιαννάκου τότε υπερασπίστηκε το δικαίωμα του βιβλίου να ζήσει και να κριθεί απο τους επιστήμονες και τους μαθητές κι οχι απο τις πολιτικές ισορροπίες. Την άφησαν μόνη. Πλήρωσε το τίμημα της βασης του δέκα. Επαθε το ατύχημα. Ξαναγινε συμπαθής. Και τώρα την αγαπούνε ξανα.
Διερωτώμαι, αντι να επινοούν μεταφορές του τύπου γιατί καιτε τα βιβλία, γιατι δεν ζητούν απο τους μαθητές απευθείας να τους αναπτύξουν την Εκθεση με θέμα "Υποκρισία";

buzz it!

Ανωτερότητα

-Είσαι ανώτερη κι από τον Θεό! , είπε μια μέρα ο κ.Νικήτας στη Μούσα του. Τη φαντάστηκε να χαμογελά παραξενεμένη. -Πως έτσι; τον ρώτησε. -Είστε και οι δυό αλάνθαστοι, αλλά μου χρειάστηκε λιγότερος χρόνος για να καταλάβω ότι Εκείνος δεν υπάρχει.

buzz it!