Τα σωστικά συνεργεία...

...η αδιαφορία ως δύναμη και η λογοτεχνία ως Προζακ (Μεταφορά-τροποποίηση από multiforums.gr) Υπάρχει μια φαντασιακή θέσμιση μιας φαντασιακής κοινωνίας. Οι θεσμοί στους οποίους επάνω έχει χτιστεί ο κοινωνικός ιστός δεν είναι σαν τους γνωστούς. Στη θέση των εξουσιών που γνωρίζουμε, η κοινωνία αυτή έχει άλλες έννοιες. Εκ των υψηλών θεσμών, είναι οι Διασώστες. Για να γίνεις Διασώστης έπρεπε πρώτα να εξοικειωθείς με την έννοια των διαφορετικών κλιμάκων του χρόνου και με την έννοια της ανυπαρξίας ατομικής υπόστασης κάθε πράγματος, σε μεγαλύτερη κλίμακα χρόνου από τη δική του. Δεν μπορούσες δηλαδή να είσαι διασώστης αν καθόσουν να κλαίς στη θέα ενός εκατομμυρίου νεκρών παιδιών από σεισμό. Επρεπε να μπορείς να δράσεις αντί να καθηλώνεσαι. Για να σώσεις αποτελεσματικά μια ζωή, όφειλες να αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που κάνεις δεν έχει καμία σημασία μακροπρόθεσμα. Ότι αυτή η ζωή που πασχίζεις να σώσεις, δεν έχει κανένα απολύτως ουσιαστικό λόγο να σωθεί. Ότι η δολοφονία μιας μέλισσας από τη βασίλισσά της, έχει ακριβώς την ίδια βαρύτητα με τη γενοκτονία ενός λαού σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για το σύμπαν. Να αντιλαμβάνεσαι πως το λειτούργημα που ασκείς και που οι πάντες θεωρούν ως υψηλότερη βαθμίδα εξέλιξης ενός ανθρώπου, στην πραγματικότητα -η οποία ορίζεται από τον κοσμικό κι όχι τον ανθρώπινο χρόνο- δεν έχει κανένα νόημα. Ακόμα και στην φαντασιακή αυτή κοινωνική θέσμιση λοιπόν, ήταν πολύ δύσκολο να γίνεις Διασώστης. Οι περισσότεροι μαθητές της Σχολής Διάσωσης εγκατέλειπαν πολύ νωρίς, συγκλονισμένοι από κάποιο δράμα, από μια αποτυχία τους να σώσουν δυο δακρυσμένα μάτια, από την οργή τους για τις διαρκώς επαναλαμβανόμενες καταστροφές του κόσμου, μπουχτισμένοι από την αφόρητη ματαιότητα του έργου τους, αρνούμενοι να κατανοήσουν το νόημα του να μην έχει κάτι νόημα. Οσοι όμως τελικά γίνονταν Διασώστες, έμοιαζαν για το λαό ακατανόητοι. Οι ίδιοι αδιαφορούσαν τελείως για το πώς έμοιαζαν κι έκαναν εντελώς απαθείς τη δουλειά τους, δεν δέχονταν τιμές και προσπερνούσαν τις φιλικές εκδηλώσεις του κόσμου ατάραχοι, το ίδιο ατάραχοι όπως όταν έβλεπαν μπροστά τους μια εκατόμβη νεκρών. Οι Διασώστες δεν επενέβαιναν μόνο σε φυσικές καταστροφές. Τα τάγματά τους είχαν λόχους για τέτοιες κρίσεις αλλά και τους επονομαζόμενους λαικά «λόχους ψυχών», τους οποίους οι ίδιοι τους ονόμαζαν «Γροθιές», γιατί οι Διασώστες αυτοί ρίχνανε πολύ ξύλο. Εξυπακούεται ότι οι Γροθιές δεν πίστευαν στην ύπαρξη ψυχής. Απλά έσωζαν αυτό που δεν υπήρχε. Συνεπώς, κατά μια έννοια, το δημιουργούσαν εκείνη τη στιγμή, τη στιγμή της διάσωσης. Και γιαυτό, το έκαναν πολύ αποτελεσματικά. Δουλειά τους ήταν, λοιπόν, η Εμψύχωση. Η ιστορία της Γ. Μια μέρα ο Διασώστης Κ. έλαβε επείγον σήμα επέμβασης σε μια περίπτωση Αυτοφυλάκισης. Αυτό σήμαινε ότι το άτομο βρισκόταν σε κίνδυνο εσωτερικής κατάρρευσης, σύνθλιψης εκ των έσω, τον οποίον αντιμετώπιζε με οικειοθελή απομόνωση. Ηταν από τις συχνότερες περιπτώσεις. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν του τύπου «Παρίσι», που σήμαινε ότι αποζητούσε απεγνωσμένα «να συμβεί κάτι» στη ζωή του, όταν όμως αυτό το κάτι συνέβαινε, εκείνο αρνιόταν να αποδεχτεί και κλειδωνόταν στον εαυτό του μέχρι να περάσει ο κίνδυνος. Αυτού του τύπου τα περιστατικά στο λόχο του Κ. τα ονόμαζαν Παρίσι, από ένα ποίημα κάποιου ποιητή Λάσκου που μιλούσε για κάποιον που σε όλη του τη ζωή ήθελε να πάει στο Παρίσι, κι όταν επιτέλους έφτασε έξω από το Παρίσι επέστρεψε χωρίς να το δεί, γιατί μετά πως θα ήθελε πια να πάει στο Παρίσι; Κινδυνεύουσα αυτή τη φορά ήταν η Γ. Μια νέα γυναίκα. Συνήθως οι περιπτώσεις αυτού του τύπου έχουν τραυματικές προηγούμενες εμπειρίες. Μόνο που αντιδρούν σα σκυλιά που τα χτυπάει αυτοκίνητο και δεν ξαναπερνάνε αυτόν το δρόμο, αντί να μάθουν να ελέγχουν πρώτα την κίνηση. Το δράμα τους είναι ότι θέλουν πολύ να περάσουν ξανά το δρόμο. Περιμένουν την ευκαιρία. Βλέπουν απέναντι έναν άλλο σκύλο που τους περιμένει παιχνιδιάρικα. Αλλα ξαφνικά θυμούνται τι είχαν πάθει την προηγούμενη φορά και οπισθοχωρούν. Και μονολογούν ξανά και ξανά ότι που θα πάει, θα έρθει πάλι αυτό το κάτι, θα επιστρέψει ο απέναντι σκύλος, κι επιτέλους θα τα σπρώξει στη διάσχιση της επικίνδυνης λεωφόρου. Πρόκειται λοιπόν για κυκλική παγίδα. Όπως είπαμε οι Διασώστες γνωρίζουν την έννοια των χρονικών κλιμάκων. Ετσι κι ο Κ. ήξερε πως η εσωτερική μέγγενη που έσφιγγε το μυαλό της Γ. και την αυτοφυλάκιζε, ήταν μη πραγματική. Φυσικά αυτό δεν είναι δυνατόν να το νοιώθει το άτομο που κινδυνεύει, και ούτε το δέχεται ακόμα κι αν κάποιος του το πει, αλλιώς δε θα κινδύνευε. Ο Κ. λοιπόν ξεκίνησε την τεχνική της Εμψύχωσης. Τώρα πρέπει να γίνει κατανοητό, πως η μαεστρία στη διάσωση είναι όπως είπαμε να κατανοείς την ανυπαρξία νοήματος, όμως ταυτόχρονα να μπαίνεις στο πετσί του κινδυνεύοντος για να νοιώσεις τι του συμβαίνει. Όταν μπήκε στο πετσί της, ένοιωσε ζέστη. Είχε πολύ καιρό να νοιώσει τόση ζέστη κάτω από δέρμα. Συνήθως οι άνθρωποι είναι κρύοι. Μερικοί κρύοι σα φίδια. Η Γ. ήταν ζεστή μέσα αλλά κρύα σαν πτώμα έξω. Ο Κ. αμέσως αισθάνθηκε πως είχε να κάνει με ιδιαίτερη περίπτωση. Ναι, δεν είχε νόημα, αλλά σε αυτήν ειδικά την περίπτωση έπρεπε να πετύχει. Το ήθελε πολύ. -Ωχχχ, σκέφτηκε. Να τα πρώτα σημάδια πως χάνω την ικανότητα για τη δουλειά. Θέλω πολύ, θέλω πάρα πολύ να την κάνω. Κι αυτό, αν δεν το ελέγξω, θα με οδηγήσει σε βιαστικές κινήσεις. Κι έτσι θα αποτύχω. Πήρε βαθειά ανάσα για να ανακτήσει την ψυχραιμία του και να αποδιώξει την πολύ μεγάλη επιθυμία να ορμήσει και να βουτήξει την κινδυνεύουσα από τα μαλλιά, να σπάσει την πόρτα που η ίδια είχε χτίσει για να προφυλαχτεί από αυτό που «μακάρι να γινόταν». Τότε συνειδητοποίησε πως αν έκανε κάτι τέτοιο, θα είχε χάσει το παιχνίδι. Η Γ. έπρεπε να οδηγηθεί από τον Κ., αλλά να σωθεί μόνη της. Επασχε από νέκρωση του έρωτα. Ο Κ. δεν έπρεπε με τίποτα να εμφανιστεί μπροστά της ως πιθανή επιλογή.Το πως έπραξε, το διηγείται η Γ. Και εφόσον το διηγείται, επέζησε τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή της διήγησής της. Ο Κ. την φύλαξε κρυφή πολύ καιρό αυτή τη διήγηση, εξαιτίας τόσο της ωμότητας στην έκφραση (ΧΧΧ) αλλά κυρίως γιατί όσο ήταν νωπή, αν την κοινοποιούσε μπορεί η κινδυνεύουσα να υποτροπίαζε. Σήμερα όμως, καιρό μετά, η δημοσίευση της διήγησης της θεραπευμένης (ελπίζει ο Κ.) Γ., μπορεί να ελευθερωθεί. Η διήγηση της Γ. για τον Κ. "Τον γνώρισα μέσα από τις γραφές του ένα χρόνο πριν. Έγραψα πρώτη εγώ πασχίζοντας να βρω ένα στήριγμα σε μια περίοδο που όλα ήταν θολά. Η εμμονή του στον σεξ με απωθούσε, μα και με έφερνε κοντά του όλο και πιο δυνατά. Συνέχισα να του γράφω. Συνέχισε να με αποδιώχνει. Στις 18 Μάρτη της περασμένης χρονιάς κάνω την τρίτη μου απόπειρα αυτοκτονίας. Μετά από μία εβδομάδα παραμονής στο νοσοκομείο επιστρέφω σε ένα σπίτι γεμάτο με τα αίματά μου. Καθαρίζω το σπίτι και του γράφω το ακόλουθο κείμενο. Αλαζόνα....Θα σε συντρίψω με την αλήθεια. Σαν το ρόδι θα σε ρίξω στα πόδια μου τη μέρα που θα ανταμώσουμε. Δεν τα κατάφερα πάλι. Ξύπνησα το πρωινό του Σαββάτου με καλή διάθεση. Έφτιαξα τον καφέ, έφαγα το ψωμί που είχε περισσέψει από χτες. Έπλυνα το παντελόνι μου (έχω βλέπεις μόνο ένα παντελόνι). Όλη την εβδομάδα το φοράω καλύπτοντας τα πόδια μου. Το Σάββατο το πλένω ιεροτελεστικά και το κρεμώ στην κουρτίνα του μπάνιου. Την Κυριακή το βράδυ το σιδερώνω με τη συντοφιά δυο λιονταριών. Το πρωί της Δευτέρας το ξαναφορώ και άλλαξα τα σεντόνια στο κρεββάτι μου. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Τηλεφώνησα στους γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν πάλι κουρασμένος. Πρέπει συνεχώς να του εξηγώ ότι τα χάπια της πίεσης δεν έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα. Απλά τον βοηθούν να κρατά σταθερά τα επίπεδα της συστολικής του πίεσης. Η μαμά μου έδωσε πάλι τη συνταγή για το ρυζόγαλο. Δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω. Γαμώτο, δεν θα καταφέρω ποτέ να το φτιάξω.... Στο ενδιάμεσο βρασίματος και σερβιρίσματος σκέφτομαι ότι θα ήθελα να με ξαπλώνεις στην άμμο και να με λατρεύεις. Με σπονδές μονοκέρων. Εσύ λατρεύεις άλλες ιέρειες. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Κατά το μεσημέρι ο πονοκέφαλος έχει γίνει πια ανυπόφορος. Με τραβάει το σκοτάδι. Ήρθε πάλι, σκέφτομαι. ΄Ηρθε πάλι ο πούστης ο θάνατος να παλέψει μαζί μου. Πέφτω να κοιμηθώ. Θα παλέψω έτσι τον πονοκέφαλο. Μου έχει κολλήσει στο μυαλό. «Και θα είναι όλα μέσα μας ωραία ερείπια». Σαν βελόνα ξεχασμένου πικάπ μου έχει κολλήσει αυτό στο μυαλό. Και ολοένα αναρωτιέμαι: θέλεις άραγε ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Ξύπνησα στις έξι το απόγευμα. Γιατί να προσπαθώ, σκέφτηκα; Αφού δεν μπορώ πια να τα καταφέρω. Σκοτάδι. Έβαλα σκούπα για τα χαλιά, μάζεψα τα σκουπίδια, έπλυνα τα πιάτα, έκανα μπάνιο, ξεκλείδωσα την πόρτα, έκανα μπάνιο, ντύθηκα, μαύρο παντελόνι, μαύρη μπλούζα. Σκιά της σκιάς μου. Σκοτάδι. Κατάπια γρήγορα: 15 Lexapro, 15 Risperdal, 4 Imitrex, 12 Mesulid, 12 Zirtek. Πήγα στο μπάνιο. Είχα φέρει από το εργαστήριο το νυστέρι. Έκοψα τα χέρια μου. Κόκκινο σκοτάδι. Μα πάντα σκοτάδι. Γύρισα στο κρεββάτι μου. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Μετά, φωνές, 911, πόρτα, μαύροι άνθρωποι φωνάζουν, ασθενοφόρο, γυμνώνουν το σώμα μου, καλώδια, σωλήνες, οξυγόνο, εμετό, πόνος στο στήθος, το στήθος μου γυμνό ενώ τουλάχιστον δέκα απρόσωπα σκύβουν πάνω μου. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Μετά μεταφορά στο ψυχιατρικό τμήμα. Δωμάτιο με μαλακούς τοίχους, μου παίρνουν όλα τα πράγματά μου, καλύπτουν τη γύμνια μου, τηλέφωνα, τραβάω τα καλώδια. Ξανά κόκκινο σκοτάδι. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Ξυπνάω σε άλλο δωμάτιο. Ένα άγνωστο γυναικείο πρόσωπο κοιμάται στο διπλανό κρεββάτι. Πονάω. Θέλω να κατουρήσω αλλά ντρέπομαι να το ζητήσω από τη νοσοκόμα. Σκοτάδι. Θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Καταφέρνω να κερδίσω την ελευθερία μου. Κανείς δεν με πιστεύει πιά. Τρεις εβδομάδες πριν έκανα το ίδιο. Κανείς δεν με πιστεύει πια. Και εγώ παλεύω...παλεύω. Μα, δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Καταλαβαίνεις; Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Όλες τις μέρες στο νοσοκομείο αναρωτιόμουν πότε ανθίζουν οι κερασιές στην Ιαπωνία. Δεν κατάφερα να θυμηθώ. Μα το ερώτημα παραμένει: θέλεις ακόμη να με χύσεις στο πρόσωπο; Γ. ΥΓ. Εγώ ρε μαλάκα μπορώ να είμαι ηρωϊδα στις δικές μου ιστορίες. Εγώ η συγγραφέας, εγώ και η ηρωίδα. Εσύ τί άλλο ξέρεις από το να γαμάς το μυαλό μου; Την επόμενη κιόλας μέρα μου απαντά. Ακόμη και σήμερα δεν έχω καταλάβει αν είχε ποτέ συνειδητοποιήσει την μέσα μου αλήθεια. Το κείμενό του είχε τίτλο "Δεν με λένε Εντγκαρ" "Δεν ξέρω πού σταματάει η φαντασία σου και που αρχίζει η αλήθειά σου. Αν όσα λες είναι πραγματικά δεν έχω τρόπο να σε αντιμετωπίσω. Εγώ δεν είμαι του θανάτου, ποτέ δεν ένιωσα το κοράκι στην καρδιά μου, ποτέ δεν ήπια χάπια ή έκοψα φλέβες, κανείς δεν με περιέθαλψε ποτέ ημιθανή, δεν αναστήθηκα, δεν ένιωσα αυτήν την ημικρανία που περιγράφεις. Οπότε θα στο ξαναπώ, δεν είμαι εγώ ο άνθρωπός σου. Εσύ θες έρωτα καρδιάς, θες κάποιον να σε πάρει από τον πόνο, εγώ είμαι άλλος. Με ρωτάς τί ξέρω εκτός από το να γαμώ το μυαλό σου. Ξέρω να πηγαίνω εκδρομές, να κολυμπώ, να ρουφάω όσο ελεύθερο χρόνο έχω, να διαβάζω, να κάνω ποδήλατο, να οδηγώ μηχανή και αυτοκίνητο, ξέρω ορειβασία, τάβλι και σκάκι, ορθογραφία, μπιλιάρδο, ηλιοθεραπεία, να γράφω ιστορίες, ξέρω να τρώω με τα δάχτυλα, να στρίβω τσιγάρα. Αλλά από θανάτους και ψυχικά αδιέξοδα δεν ξέρω. Δεν είμαι ούτε ο Μπωντλέρ, ούτε ο Πόε. Δεν είμαι καν ο Καρυωτάκης. Κ. με λένε. Κι εσένα Γ., όχι Πολυδούρη. Με ρωτάς αν ακόμα θέλω να χύσω τα μούτρα σου. Σου απαντώ ότι θά ήθελα να τα χύσω τόσο πολύ ώστε μια λευκή μάσκα να τα σκεπάσει. Μα τότε θα ήθελα να δω το χαμόγελό σου, τη γλώσσα σου να γεύεται τη ζωή με αγάπη. Δεν μπορώ την οσμή των νεκροθαλάμων. Σε ικετεύω λοιπόν βγες από το ψυχικό σου φέρετρο κι άσε με να κάνω ποίηση της καύλας κι όχι του θανάτου. Δώσε μου δροσιά, όχι κρύο. ΥΓ. Σε φιλώ στο χυμένο στόμα. Το θέλω κόκκινο από κάψα κι όχι από αίμα." Πάντα μου έκανε εντύπωση ότι ποτέ δεν υπέγραφε τα κείμενά του. Ίσως για να είναι έτοιμος να τα αρνηθεί αργότερα. Για μένα έγραψε την περίφημη Νινότσκα. Ένα θαυμάσιο κείμενο που δεν το έχω πια παρά στην μνήμη μου. Μαζί του έγραψα την πρώτη μου σπονδυλωτή ιστορία. Εγώ και εκείνος γράψαμε την "Βραδυνή της προσευχή" πάλι σε μια περίοδο που όλα έμοιαζαν κενά. Τον χαιρέτησα τότε οριστηκά. Δεν τον συνάντησα ποτέ. Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι αν αυτός ο άντρας υπάρχει. Υπάρχει; Η μνήμη μου σιγά σιγά τον εγκαταλείπει πια. Με αρνήθηκε δεκάδες φορές. Δεν τον κακίζω για αυτό. Μου άρεσε όμως όταν με έλεγε "μικρή μου". Η κτητική αντωνυμία έκανε όλη την διαφορά του κόσμου. Ένα χρόνο μετά παρακολουθώ τα βήματά του. Την προσπάθειά του να σκοτώσει τον εαυτό του και να ξαναγεννηθεί σαν ένας άλλος. Καινός. Μοιάζουμε σε αυτό.Μα, ακόμα αναρωτιέμαι, υπάρχει; Υπάρχει, ή μόνο η σκιά του τον ακολουθεί στις βραδυνές του διαδρομές;" Επίλογος: Μετά την διάσωση της Γ. είχε δημιουργηθεί μια σπονδυλωτή ιστορία με δύο συγγραφείς. Εκπληκτος, καιρό αργότερα, ο Κ. διαπίστωσε πως το τμήμα της ιστορίας που του αναλογούσε, είχε περιγράψει ένα πρόσωπο που τότε που το έγραφε φανταζόταν ως "Γ", στην πραγματικότητα όμως ταίριαζε με άλλο, υπαρκτό επίσης πρόσωπο.Ο Κ. μπόρεσε να αναγνωρίσει αυτό το πρόσωπο χάρι στη διάσωση της Γ. και στη συμπαραγωγή ιδεών που έκανε για να τη σώσει. Με δυό λόγια, σώζοντας ο Κ. τη Γ., εντόπισε την, ας την πούμε Ε. Ο Κ. συνέχισε να ασκεί την αποστολή του. Συνειδητοποίησε όμως ότι, αρχής γενομένης από τη Γ., είχε χάσει πια την ικανότητα της αδιαφορίας. Τώρα συμπονούσε αυτούς που προσπαθούσε να διασώσει. Αποτέλεσμα ήταν να μη μπορεί πια να κάνει καλά τη δουλειά. Χάθηκε λίγα χρόνια αργότερα, όταν, συμπονώντας την, δεν μπόρεσε να θεραπεύσει την περίπτωση της Ε., που ήταν η σκληρότητα. Σε αντίθεση με την Γ., η Ε. έπασχε από απρόκλητη σκληρότητα ψυχής και χρησιμοποιούσε τους ανθρώπους σαν αναλώσιμα υλικά. Ετσι, ακόμα κι όταν ήταν ευτυχισμένη δεν ήταν, όταν αγαπούσε δεν αγαπούσε, όταν ζούσε δε ζούσε, όταν κοιμόταν ξυπνούσε. Πολεμούσε διαρκώς. Ο Κ. τη συμπόνεσε και την έβαλε στην καρδιά του. Η Ε. έκανε αυτό που ήξερε: σκλήρυνε. Ο Κ. από Διασώστης μεταβλήθηκε σε ασθενή αλλά δε μπορούσε να ζητήσει ο ίδιος βοήθεια, καθώς θα έχανε την Ε. Αφού απέτυχε παταγωδώς να βγάλει από μέσα της το γέλιο, μια μέρα εξαφανίστηκε και δεν έμαθε κανείς τι απέγινε. Το αποτέλεσμα της τεχνικής διάσωσης "Γ" http://nomads-tales.blogspot.com/2007/11/blog-post.html

buzz it!

9 σχόλια:

industrialdaisies είπε...

Κι εσύ, που γράφεις αυτά, τα τόσο δυνατά και τόσο ωραία γραμμένα, μήπως είσαι "η αδιαφορία ως Πρόζακ και η λογοτεχνία ως δύναμη";

Μου άρεσε πάρα πολύ αυτό που διάβασα. Άργησα να περάσω, αλλά τα κατάφερα.

Καλησπέρα. :)

Nomad είπε...

industrialdaisies,

δεν έχω ιδέα τι είμαι. (Είναι το άλλοθί μου για να μπορώ να με περιγράφω όπως θέλω και να το αναιρώ όταν δε με βολεύει)

καλώς ήλθες λοιπόν! Το όμορφο με τα βλόγκια είναι ότι δεν περιμένει κανείς κανέναν κάποια συγκεκριμένη στιγμή. Καλησπέρα κι απο με΄να.

:)

Βάσκες είπε...

Την καλησπέρα μου στον Διασώστη.

Εύγε.

Φαίδρα φις είπε...

Συνήθως διαβάζουμε οριζόντια,εσφαλμένα μπορεί,αλλά οριζόντια.Το συγκεκριμένο το διάβασα κάθετα-αγνοώ αν έπρεπε να το κάνω-δεν γινόταν όμως διαφορετικά...
και βρέθηκα μπροστά σ'ένα "αδιέξοδο" τόσο δύσκολο που μ'έκανε ν'ανιχνεύσω τρόπους να βγω...με διέγειρε όμως τόσο πολύ ο λαβύρινθός του που δε θέλω πια να φύγω.

Nomad είπε...

βασκες,

τη δική μου στον συνοδοιπόρο.
:)

Φαίδρα,

να προσέχουμε τους μινώταυρους στις σκοτεινές γωνίες όμως.

;)

Φαίδρα φις είπε...

θέλω να σου πω ένα ανισόρροπο μυστικό.Δε μ'αρέσει να προσέχω.

σε φιλώ

Nomad είπε...

Κι εγω θα σου πω ότι σε καταλαβαίνω ως έφηβος που είμαι, πλην ως μπαμπας θα σου ξαναπω πως μάλλον μεγαλώσαμε λιγάκι για να μας νοιάζει μόνο ο εαυτός μας φαίδρα.

(Οταν φτάσουμε την ικανή εκείνη ποσότητα φιλιών που μεταβάλεται σε πΧοιότητα, θα έχει έρθει η ώρα να συναντηθούμε αναμεταξύ ποίησης και λαβυρίνθου)

Φαίδρα φις είπε...

"...Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο"

να σε φιλήσω τώρα?

Nomad είπε...

Φαίδρα,

μας βλέπω να επιδιδόμαστε σε σπουδή στις γλωσσολαγνείες όπως πάμε.

(Αμε..!)

:)