Η απουσία, η γεωγραφία, η καργιόλα κι ένας λόγος να γελάσει ξανά κανείς.

Δε μπορούσε να παραμείνει άπατρις γιατί η απουσία είναι τόπος. Ενα μπλε αιωνόβιο δάσος, σκοτεινό και πυκνό, που κατοικείται από ζωντανές πέτρες. Μέσα σε αυτό το οργιώδες σύμπλεγμα αυτοφυών θανάτων, συνειδητοποιεί κανείς το αδιάβατο των πιό μεγάλων πόθων και την κοινή τύχη αυτών που πέτρωσαν περιμένοντας. Κανείς δεν ξέρει ότι ενήλικη πατρίδα του θα γίνει αυτό το δάσος προτού μπει να το εξερευνήσει. Και, νομοτελειακά, χαθεί εκεί μέσα -ακόμα και με τζιπιές. [Μια μέρα μπήκε σ αυτό το δάσος ένας γκατζετάκιας. Μάταια ζητούσε από 3 δορυφόρους να τον κατευθύνουν στην έξοδο. Οταν του τελείωσαν οι μπαταρίες κάθισε πάνω σε μια πέτρα –δηλαδή στην κοιλιά ενός πετρωμένου- κι αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες του με παιδικό νυχοκόπτη, όταν συνειδητοποίησε ότι το παλμτοπ θα του έλειπε περισσότερο από την πρώην ερωμένη του. Δε μιλάμε για τέτοιες περιπτώσεις όμως] Δεν μπορούσε ούτε να συνεχίσει να πιστεύει στην απόλυτη τυχαιότητα επειδή η γεωγραφία είναι πεπρωμένο. Η ειμαρμένη του καθενός όταν ζει μακριά από τον αγαπημένο άλλον, η αναγκαστική εξορία του στο μπλε δάσος, κι εντέλει, η αναπόφευκτη μεταμόρφωσή του σε πέτρα, επιλέχθηκε ακούσια από τους προπάτορες μας. Που νάξεραν οι άνθρωποι ότι εμείς θ’ αγαπήσουμε κάποιον που ζει μακριά μας. Παρότι όμως πλέον τα είχε συνειδητοποιήσει αυτά, κι επιπλέον, παρότι πίστευε πως την τύχη μας εντέλει την κατευθύνουμε και τις ου-τοπίες μας τις πραγματοποιούμε έστω και νερωμένες, δεν μπορούσε να αλλάξει ούτε τόπο, ούτε και πεπρωμένο. Κι αυτό γιατί να ζεις, για μερικούς ανθρώπους σημαίνει να είσαι πολλαπλός ενώ για άλλους να είσαι μόνος. [Υπάρχει βέβαια και μια μικρή κατηγορία, μεγέθους περίπου σαν το Συνασπισμό όταν τον αναλάβει ο Τσίπρας, για τους οποίους να ζεις σημαίνει να γίνεσαι αρχικά αγαπητός κι όταν το δόλωμα πιάσει, να δολοφονείς αυτούς που σ αγάπησαν. Αλλα τους εξαιρούμε αυτούς τους δεινούς ψαράδες για να μην πλατιάζουμε] Στη δική του περίπτωση λοιπόν, οι πρωταγωνιστές των ονείρων του ήταν σαν τους ετερώνυμους του Πεσσόα, ρομαντικοί λογιστές, δήμιοι ποιητές, νομάδες μονίμου διαμονής, σκουπιδιάρηδες με παπιγιόν, αλεξιπτωτιστές με υψοφοβία. Ενα τσούρμο διαφορετικών μορφών με το κοινό χαρακτηριστικό ότι, όπως και ο γεννήτοράς τους, ζούσαν στην απουσία και είχαν για κισμέτ τους τη γεωγραφία. Καθένας από αυτούς τους χαρακτήρες ήταν διαφορετικός από τον ίδιον, όλοι όμως είχαν για πυρήνα τους την ανύπαρκτη ψυχή τους. Ηταν δηλαδή σχηματισμένοι γύρω απ’ το τίποτα. Αλλο κοινό τους χαρακτηριστικό ήταν ότι γελούσαν όταν άκουγαν διάφορες μοιραίες γκόμενες να απαγγέλουν με στόμφο τη Μαλβίνια φράση «εμένα κάνε με κύκλο ομόκεντρο να νοιώθω τη συγγένεια». Διότι οι εν λόγω γκόμενες εκτός απο μοιραίες, ήταν και τετράγωνες. Τη θαύμαζαν τη Μαλβίνα οι ξεπεταγμένες μικροαστές, αλλά την καλλιέργειά τους την είχαν μόνο για να σαγηνεύουν κάνέναν ανυποψίαστο γκομενίσκο στο μπαρ, με τον οποίον κατόπιν θα χαμουρεύονταν μεν, αλλά αν προσπαθούσε να τις πηδήξει θα του έλεγαν «για ποιά με πέρασες», επιστρέφοντας έτσι χαριτωμένα στην εφηβική τους ηλικία και στην απώλεια κάθε ωριμότητας. Και μαλιστα θα καμάρωναν για τη στάση τους. Ετσι κι αγαπούσαν κανέναν, οι εν λόγω κυρίες άλλαζαν τροπάριο και του δίνονταν μέχρι να τον κάνουν να τις αγαπήσει. Οταν πια το πετύχαιναν κι αυτό, το θύμα ήταν έτοιμο. Η θα τον χώριζαν μόλις τον βαριούνταν, ή θα του έκαναν κανα δυό κουτσούβελα και στα 40 τους θα συνειδητοποιούσαν ότι ήρθε πια η ώρα τους να γαμηθούνε μετά το χαμούρεμα –ενός άλλου γκομενίσκου φυσικά. Πως να μη γελούσαν οι ετερώνυμοι. [Αναμεταξύ των υπήρχε κι ένας απίστευτος ο οποίος παρίστανε το πρωί τον λέκτορα στην Καλών Τεχνών και το βράδι τον Γκουσγκούνη, αλλά με μαλλιά. Ενίοτε έδινε παραστάσεις ζωντανού σεξ με πλαστικές κότες σε γκέι χαμαιτυπεία που έμοιαζαν με φοιτητικά αμφιθέατρα. Κι όπως γαμούσε την κότα λάγνα στο ημίφως, έδινε ταυτόχρονα διαλέξεις πότε για τη νέα έκθεση τέχνης με σκουπίδια στην Τέιτ μόντερν και πότε για τη σχολή Μπαουχάους στο προπολεμικό Βερολίνο. Οι φοιτητές-πελάτες, τον έραιναν με μικρούς κάκτους, στους οποίους είχαν ξυρίσει τα αγκάθια και φορέσει προφυλακτικά –τα περισσότερα με γεύση γιαούρτι-αγριοκέρασο. Μια μέρα, ένας μεξικανικής καταγωγής φοιτητοπελάτης εμπνεύστηκε από αυτή τη διαδικασία την περίφημη κακτοσαλάτα κι έγινε πλούσιος χάρη στο σώου με την κότα. Τελικά όμως τον έκλεισαν στη φυλακή όταν στη βιοτεχνία κακτοσαλάτας προσελήφθη ένας ιεχωβάς για τη γραμμή παραγωγής, ο οποίος δεν ξύριζε τους κάκτους προτού τους συσκευάσει λέγοντας ότι το απαγορεύει η θρησκεία του. Απο το ατυχές περιστατικό 12 πελάτες κατέληξαν στο νοσοκομείο με διάτρηση στομάχου] Τι λέγαμε; Ναι, λέγαμε ότι ο περι ου ο λόγος πρώην άπατρις οπαδός του τυχαίου, είχε φτάσει σε μια κρίσιμη καμπή του βίου όπου οι περασμένες του αντιβεβαιότητες είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε έναν διόλου υγιή σκεπτικισμό. Διόλου υγιή, καθώς όλη αυτή η αναταραχή με τα δύστοπα μπλε δάση και τους μακρινούς αγαπημένους [οι οποίοι, επιπλέον ήταν και κωλόπαιδα όπως κάθε μωρό που το διαβεβαιώνουν ότι τον αγαπάνε] τον είχε κάνει να χάσει το χιούμορ του. Διότι ο άνθρωπος αυτός, προτού χαθεί στο δάσος, ηταν ένας άνθρωπος πρόσχαρος και πάντα γελαστός. Τωρα δεν αναγνώριζε τον εαυτό του. Η θλίψη του για την κατάρρευση των παλαιών βεβαιοτήτων και η αδυναμία του να βρει την έξοδο και να συγχρωτιστεί με τους μακρινούς αγαπημένους [τα κωλόπαιδα δηλαδή] τον είχαν μεταμορφώσει. Μια μέρα λοιπόν, αποφάσισε ότι αρκετά με τις αβεβαιότητες κι έπρεπε πλέον να επινοήσει έναν θεό. Εναν απο μηχανής θεό. Που να βάλει τάξη στον κόσμο του, να διαγράψει από τα κιτάπια της γεωγραφίας το δάσος της απουσίας κι από τα κατάστιχα των πεπρωμένων τη γεωγραφία. Ο θεός αυτός, σε αντιδιαστολή με τη γυναίκα που τον είχε ζμπρώγκζει [ιδού η επιρροή των ετερωνύμων που λέγαμε, εν προκειμένω του λέκτορα] στην τωρινή απελπισία, όφειλε να έχει ακριβώς αντίθετα χαρακτηριστικά. Οφειλε να είναι καταξανθη, με γαλανά μάτια, πελώρια καρδιά, ανυπόκριτη, ανοιχτή σε όλα τα ενδεχόμενα, και, κυρίως, να μη βάζει τη σκέψη της σε κουτάκια. Ξεκίνησε λοιπόν να ψάχνει στο δάσος να τη βρεί. Δε μπορεί, σκεφτόταν, εφόσον τη φαντάζομαι θα υπάρχει. Δε μπορεί να μην υπάρχει! [Ξέχασα να σας πω ότι ο φίλος μας είναι εντελώς ψώνιο και νομίζει ότι η ζωή είναι λογοτεχνία κι ότι ο Μπρέχτ κυριολεκτούσε όταν έλεγε πως όταν αγαπάς κάποιον ζωγράφισε ένα σκίτσο του και φρόντισε να του μοιάσει. Οχι το σκίτσο σ αυτόν, το αντίθετο. Πίστευε πως ο βίος του καθενός μπορεί να αποκτήσει μια μυθιστορηματική διάσταση, ότι η ζωή μιμείται την τέχνη –ενίοτε βέβαια την κακή τηλεόραση όπως θα επεσήμαινε ο Γούντι Αλλεν- κι όλοι μας μπορούμε να γίνουμε χαρακτήρες στο έργο μας, αρκεί να το πιστέψουμε πως δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να μας εμποδίσει] Ταυτόχρονα με το ψάξιμο, ο φίλος [καταχρηστική η οικειότης αλλα για να καταλαβαινόμαστε] υποσχέθηκε μέσα του ότι την καργιόλα που τον είχε φέρει εδώ, [την οποία πριν αποκαλούσε «αγάπη μου»] μάλλον θα την έσφαζε στο γόνατο. Διότι μπορείς να με αρνείσαι κυρία μου, δικαίωμά σου είναι, αλλά δεν μπορείς να με καταστρέφεις. Δεν έχεις το δικαίωμα να γίνεσαι απάνθρωπος, με καμιά δικαιολογία. Δε μπορείς να πετάς ανθρώπους σ’ αυτές τις ζούγκλες και ν’ αδιαφορείς αν θα επιβιώσουν λέγοντας απλά «δικό σου πρόβλημα, μόνος σου μπήκες εδώ» Οχι οχι, δε μπορείς να είσαι τόσο βρωμόπουστας σ’ αυτή τη ζωή, παρότι γύρω σου θα δεις παμπολλους. Θα την καθάριζε λοιπόν, και φυσικά ως συνέπεια θα ερχόταν κι ο δικός του θάνατος, άρα επιτέλους θα έβγαινε απο το μπλε δάσος εστω και ως κάμπια. Ενω λοιπόν σκεφτόταν αυτά [με έμφαση στη σκηνή που ξεψυχώντας η καργιόλα τον κοιτάει στα μάτια κι αυτός παραμένει ασυγκίνητος παρότι ξέρει πως σε λίγα λεπτά θα την ακολουθήσει και πάλι ακόμα κι εκεί που πάνε οι κακοί πεθαμένοι] ξαφνικά... ...ζντουπ! Εμφανίζεται στο μπλε αιωνόβιο σκοτεινό δάσος μια οπτασία η οποία είναι κατάξανθη με γαλάζια μάτια, η καρδιά της παλλεται τόσο έντονα που εκείνος την ακούει, η σκέψη της είναι τόσο στρογγυλή που του έρχεται να παίξει μπάλα, κι επιπλέον, η εν λόγω απίστευτη νεραιδοποιοςξέρειτιείναιαυτήτώραγκόμενα, ίπταται στον αέρα πάνω από μια λίμνη παίζοντας βιολί και τον κοιτάει με πόθο! Μένει μετέωρος κι αυτός [μαλιστα έμεινε στο ένα πόδι, αν είχε μαζί και φλογέρα θα έπαιζε σαν τον Αντερσον όταν ηρθαν οι Τζέθρο Ταλ στη Ριζούπολη, γαμώ τις συναυλίες] σχεδον έκθαμβος, κι αρχίζι να διερωτάται: Τι θα γίνει τώρα; Να συνεχίσω να ψάχνω την έξοδο μπας και τη βρω και κατόπιν πια εύκολα θα βρω την καργιόλα να τη σφάξω [ τη λεξη καργιόλα την είπε με μπολντ και την επανέλαβε δεκάκις] η να μείνω εδώ πλαι σ αυτή την οπτασία; Κι αν εξαφανιστεί και μείνω παλι με το τζιπιες στο χέρι; Κι αν με αγαπήσει και την αγαπήσω, τι σκατά αγάπη θαχουμε εμείς μέσα στο μπλε αιωνόβιο σκοτεινό δάσος της απουσίας; Ε; Αυτα σκεφτόταν που λέτε, όταν... [Αναγκαίο διάλλειμμα, ο αφηγητής πρέπει να πάει για κατούρημα. Καθώς ο εν λόγω αφηγητής έχει διάφορα κουσούρια, ένα εκ των οποίων είναι ότι όταν κατουράει ξεχνάει τι έλεγε, προκειμένου να μην επιστρέψει κι αρχίσει να σας διηγείται πως αντιστάθηκε στις αρκούδες και γάμησε τους εξωγήινους, επιτρέψτε του να διακόψει εδώ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα –θα συμφωνείτε με τον χαρακτηρισμό ελπίζει, διότι αν δε συμφωνείτε να πατε να πνιγείτε που κάθεστε τόση ώρα και διαβάζετε κάτι μη ενδιαφέρον, ανόητοι- διήγηση και κάποια άλλη μ΄ρα, όταν ο πρωταγωνιστής αποφασίσει τι σκατά θα κάνει, να σας ενημερώσει. Ως τότε συνεχίστε να παρακολουθείτε τις Νομαδικές ιστορίες διότι ποτέ δεν ξέρεις τι θα σκεφτεί πάλι ο Βέλτσος και θα μεταγράψει ο Νομαδ. Επίσης να είστε υπομονετικοί με τις ιστορίες σε συνέχειες, αργούν, αλλα γιαυτό είναι σε συνέχειες. Τέλος, ρε Μήτσο ασε μου κανα μήνυμα ρε, βαρέθηκα να παίζω μπιλιάρδο μόνος μου θέλω αντίπαλο. Τελειότερα, μωρή καργιόλα, σιγά μη σε σφάξει. Βλήμα]

buzz it!

5 σχόλια:

δεν είμαι είπε...

μήτσος, όμως

είμαι ένας είπε...

γλυκύτατος, αξιολάτρευτος άνθρωπος

που σου είπε...

αφήνει κάμποσα σχόλια τώρα δα

να 'χεις είπε...

να πορευεσαι.

παρακαλώ.

Nomad είπε...

Αγαπητέ μη Μήτσο, γλυκύτατε και αξιολάτρευτε άνθρωπε, σε ευχαριστώ πολύ για τη συνδρομή στην πορεία.

:)